Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

 

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στο Βήμα της Κυριακής 

 

Από το ταμείο ανάκαμψης στην ανάκαμψη της χώρας

 

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Ταμείο Ανάκαμψης και τον πολυετή προϋπολογισμό της περιόδου 2021-2027 είναι μια σημαντική στιγμή για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Δεν έγινε η μετάβαση στη «δημοσιονομική ομοσπονδία», έγινε όμως αποδεκτή μια νέα αρχή, η έκδοση τίτλων χρέους της ίδιας της ΕΕ με εγγύηση τον προϋπολογισμό της προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το Ταμείο Ανάκαμψης και τα παράπλευρα προγράμματά του που αθροίζουν 750 δισ. σε επιχορηγήσεις και δάνεια προς τα κράτη μέλη.

Δεν πρόκειται για αμοιβαιοποίηση του δημοσίου χρέους των κρατών μελών, πρόκειται όμως για την προσχώρηση στην ιδέα του ευρωομολόγου έστω ειδικού σκοπού.

Αυτό που έκανε από το 2012 ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας για τις δικές του χρηματοδοτικές ανάγκες με την εγγύηση των κρατών - μελών της ευρωζώνης που μετέχουν σε αυτόν, το κάνει πλέον η ίδια η ΕΕ ως θεσμική οντότητα. Η χρηματοοικονομική μηχανική του δανεισμού της Ένωσης είναι τέτοια που απαλλάσσει τα κράτη - μέλη από την υποχρέωση να εγγυηθούν τα ομόλογα που θα εκδώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

Στην πραγματικότητα τα οικονομικώς ισχυρά και δημοσιονομικώς υγιή κράτη μέλη που λειτουργούν ως «καθαροί πληρωτές» στις ενδοενωσιακές συναλλαγές είχαν να απαντήσουν σε ένα σκληρό αλλά απλό δίλημμα: ή θα χρηματοδοτούσαν αυτά το πακέτο της συμβολής της ΕΕ στην ανάσχεση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας ή θα προσχωρούσαν στην ιδέα του «κοινού χρέους». Προφανώς προτίμησαν,  με πρωτοβουλία  του γερμανογαλλικού άξονα,  να αποδεχθούν την ιδέα του «κοινού χρέους» παρά να επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς τους με νέες συνεισφορές. Έλαβαν μάλιστα ως πρόσθετο αντάλλαγμα μεγαλύτερες επιστροφές από τον ενωσιακό προϋπολογισμό.

 

Θα μπορούσαν μήπως να μη κάνουν τίποτα, να αντισταθούν στα αιτήματα των άλλων κρατών - μελών και να αρκεστούν στους υφιστάμενους μηχανισμούς, δηλαδή στον πολυετή προϋπολογισμό, στο εντυπωσιακής έκτασης πρόγραμμα «πανδημικής»   ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και στη διαθεσιμότητα των προληπτικών πιστωτικών γραμμών του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Τα κράτη - μέλη κλήθηκαν να διαχειριστούν την υγειονομική κρίση σε εθνικό πρωτίστως επίπεδο. Με βάση την κατανομή των αρμοδιοτήτων  μεταξύ κρατών - μελών και ΕΕ, ο ρόλος της Ένωσης στο υγειονομικό μέτωπο είναι συμπληρωματικός και συντονιστικός. Αλλά και ως προς την οικονομική διάσταση της κρίσης τα κράτη - μέλη ήταν αυτά που ανέλαβαν, και με τη χρήση ενωσιακών πόρων,   τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Η εφαρμογή της γενικής ρήτρας διαφυγής από το Σύμφωνο Σταθερότητας και η κάμψη των περιορισμών ως προς τις κρατικές ενισχύσεις, έχει όμως ως αποτέλεσμα να αναδειχθούν οι μεγάλες  ανισότητες που υπάρχουν ως προς τις δημοσιονομικές δυνατότητες των κρατών - μελών να στηρίξουν την πραγματική τους οικονομία και την κοινωνική τους συνοχή. Αν δεν λειτουργήσει ως αντίβαρο ένας ενωσιακός μηχανισμός συγκράτησης και μείωσης των ανισοτήτων αυτών, η ενιαία αγορά κινδυνεύει να καταρρεύσει από τη δραστική μείωση της ζήτησης σε πολλά κράτη μέλη. Το χειρότερο είναι ότι η ίδια η ευρωπαϊκή δημοκρατία κινδυνεύει να συμπιεσθεί, αν δεν χρηματοδοτηθούν μηχανισμοί διαφύλαξης της απασχόλησης και ευρύτερα της κοινωνικής συνοχής.

 

Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη έχει έντονο αξιακό περιεχόμενο αλλά θεμελιώνεται στην αίσθηση του κοινού συμφέροντος. Για να έχεις την ενιαία αγορά στη διάθεσή σου, πρέπει να στηρίζεις τους οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς όρους της ύπαρξης και λειτουργίας της. Ειδικότερα στην ευρωζώνη, το κοινό νόμισμα ευνοεί τις χώρες - μέλη που έχουν καλύτερες μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προϋποθέσεις και υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, αν όμως τα υπόλοιπα κράτη - μέλη της ευρωζώνης πιεσθούν υπερβολικά λόγω των εσωτερικών ανισοτήτων, όλο το νομισματικό εγχείρημα κλονίζεται. Εδώ είμαστε λοιπόν. 

 

Η Ελλάδα είχε στη σκληρή διαπραγμάτευση  που  διεξήχθη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και ένα σημαντικό λανθάνον επιχείρημα. Η ΕΕ αντιδρά με ταχύτητα και αποφασιστικότητα απέναντι στην οικονομική κρίση λόγω πανδημίας, επειδή προϋπήρξε η εμπειρία της οικονομικής κρίσης της περιόδου 2008 - 2018 που γέννησε νέους μηχανισμούς και νέα χρηματοοικονομικά εργαλεία. Τότε η Ένωση βρέθηκε θεσμικά απροετοίμαστη, χωρίς κατάλληλους μηχανισμούς. Όλα έγιναν υπό πίεση και εκ των ενόντων. Η Ελλάδα ήταν το ζωντανό εργαστήριο και αυτό προκάλεσε τεράστιο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος παρότι ήταν εντυπωσιακά μεγάλο το μέγεθος των ενωσιακών κονδυλίων που διοχετεύθηκαν στις χώρες μέλη που υπήχθησαν σε προγράμματα στήριξης.

 

Τώρα λοιπόν η χώρα έχει στη διάθεσή της μεγάλα ευρωπαϊκά κονδύλια για τα επόμενα λίγα χρόνια. Μπορούμε να μιλήσουμε για 70 και πλέον δισ. ευρώ αν αθροίσουμε όλες τις διαθέσιμες γραμμές του πολυετούς προϋπολογισμού και όλες τις δυνατότητες του Ταμείου Ανάκαμψης. Μπορούμε να μιλήσουμε για τα 32 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης ή μόνο για τα 19 και κάτι δισ. των επιχορηγήσεων,  χωρίς τα περίπου 12 δισ. που μας προσφέρονται με τη μορφή δανείου. Κάθε επιμέρους μηχανισμός έχει τους δικούς του αυστηρούς  κανόνες επιλεξιμότητας και διαχείρισης και τα δικά του αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Τίποτα δεν λειτουργεί αυτόματα και τίποτα δεν είναι εύκολο.

 

Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι διαθέτουμε τους  πόρους. Χρειαζόμαστε όμως και έναν σαφή εθνικό στόχο. Αυτός δεν μπορεί να είναι απλώς η απορρόφηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Μια τέτοια προσέγγιση συνιστά «λήψη του ζητουμένου», δηλαδή σόφισμα. Η έγκαιρη και αποτελεσματική αξιοποίηση και όχι απλώς απορρόφηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, προϋποθέτει ότι υπάρχει και υπηρετείται ένας εθνικός στόχος. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τα κονδύλια αυτά ως ένα «υπέρ - ΕΣΠΑ» που θα λειτουργήσει στα χνάρια του ΕΣΠΑ. Απαιτείται να αποσαφηνισθεί εξαρχής η σχέση μεταξύ «διάσωσης» και «αναδιάρθρωσης»  της ελληνικής οικονομίας. Η σχέση μεταξύ «ολοκλήρωσης των υποδομών» και «μετασχηματισμού της παραγωγικής δομής»  της χώρας. Αυτή  είναι μια συζήτηση που αρχίζει από την «επιτροπή Πισσαρίδη» και μπορεί να τροφοδοτείται ατέρμονα με καινοτόμες προσεγγίσεις, αυτονόητες παραδοχές ή κουραστικές κοινοτοπίες. Ο εθνικός στόχος πρέπει συνεπώς να οριστεί πολιτικά. Όχι αυθαίρετα, όχι χωρίς τεχνοκρατική επάρκεια, όχι χωρίς κριτήρια πρωτίστως οικονομικά και αναπτυξιακά. Όταν λέω «πολιτικά» εννοώ με εγερτήριες δυνατότητες που μπορούν να κινητοποιήσουν όλες τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου.

 

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η οργάνωση τόσο του σχεδιασμού όσο και της εκτέλεσης του εγχειρήματος. Η εθνική εμπειρία  περιλαμβάνει την προετοιμασία της χώρας για τους Ολυμπιακούς  Αγώνες του 2004. Δεν μιλώ στενά για την προετοιμασία των αγώνων. Αλλά για την προετοιμασία της χώρας, των υποδομών και των μηχανισμών (όπως ο έλεγχος των τροφίμων ή η αντιμετώπιση των πιθανών κυβερνοεπιθέσεων ή επιθέσεων βιολογικού πολέμου ). Με τη διυπουργική επιτροπή Ολυμπιακής προετοιμασίας να λειτουργεί σε εβδομαδιαία βάση υπό τον πρωθυπουργό ( Κ. Σημίτη ), με έναν υπουργό αρμόδιο για τον συντονισμό ( τον υπογράφοντα ), με γενική γραμματεία ( Κ. Καρτάλης )  που παρακολουθούσε τους ρυθμούς και τα χρονοδιαγράμματα, με ειδική νομοθεσία, με πενήντα σχετικές δίκες να έχουν διεξαχθεί ενώπιον του ΣτΕ. Μπορεί ενδεχομένως να βρεθούν πολύ καλύτερα σχήματα χωρίς τα βάρη του παρελθόντος. Αρκεί όλα να κινηθούν γρήγορα και αντισυμβατικά. -

 

Tags: Μοντέλο ΑνάπτυξηςΧρηματοοικονομική ΣφαίραΣυνεντεύξεις 2020