4 Φεβρουαρίου 2007

Η ιστορική αυστηρότητα

του Ευ. Βενιζέλου

Αυτό που λέγεται σύνταγμα και τους τελευταίους δυόμισι αιώνες συνιστά τη βάση της αντιπροσωπευτικής/συνταγματικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου αποκτά την ικανότητα να οργανώνει γλωσσικά, πολιτικά και κανονιστικά τον μακρύ ιστορικό χρόνο, επειδή διαθέτει αυξημένη νομική ισχύ και κατά τον τρόπο αυτό διαφοροποιείται από τον κοινό νόμο, που υπόκειται στις διακυμάνσεις της συγκυρίας.

Το σύνταγμα είναι σύνταγμα επειδή είναι γραπτό και αυστηρό. Επειδή θεσπίζεται και αναθεωρείται (τροποποιείται, συμπληρώνεται ή ερμηνεύεται αυθεντικά) με ειδική διαδικασία, που περιέχει εγγυήσεις πολύ αυστηρότερες από αυτές που αφορούν τον κοινό νόμο. Συνεπώς, η διαδικασία της αναθεώρησης βρίσκεται στον πυρήνα του συνταγματικού φαινομένου και όλων των σχετικών θεσμικών εγγυήσεων.


*Στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, πολλά από τα αυτονόητα της κλασικής συνταγματικής ιστορίας του 18ου, 19ου και 20ού αιώνα αμφισβητούνται κυρίως μέσα από την παράλληλη εξέλιξη δύο φαινομένων: της διεθνοποίησης του συντάγματος και της συνταγματοποίησης του διεθνούς δικαίου. Ταυτόχρονα, το σύνταγμα, ως μεθοδολογική αντίληψη, ως συμβολισμός, ως νομικό και θεσμικό κέλυφος, αλλά και ως σύστημα αξιών και ως κωδικοποίηση πολιτικών και πολιτισμικών παραδοχών, δείχνει να μπορεί να υπερβεί το εθνικό κράτος και την κυριαρχία του, καθώς τίθενται πλέον ζητήματα όπως το ευρωπαϊκό σύνταγμα ή η θεσμική οργάνωση της παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης.

*Ολ' αυτά βασίζονται πάντα στη διαφοροποίηση συντάγματος και κοινού νόμου. Η έκπτωση του νόμου οδηγεί όμως στην αναγωγή στο σύνταγμα προκειμένου να βρεθούν σε αυτό άμεσες εφαρμόσιμες λύσεις για κάθε ζήτημα σχεδόν. Η αναγωγή στο σύνταγμα οδηγεί με τη σειρά της στην ενίσχυση των πιέσεων ως προς τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής του και πολλαπλασιάζει τα αιτήματα αναθεώρησης. Το σύνταγμα έχει γίνει πολύ πιο «καθημερινό» και «οικείο» από ό,τι ήταν στην αρχική ιστορική του εκδοχή.

*Η έκπτωση του νόμου, η αναγωγή στο σύνταγμα, η επέκταση της ευρωπαϊκής κοινοτικής έννομης τάξης και η διεθνοποίηση του συντάγματος, υπό την έννοια της υπαγωγής των εθνικών συνταγμάτων και της συντακτικής εξουσίας σε μηχανισμούς διεθνούς ελέγχου, σε συνδυασμό με το φαινόμενο του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, είναι οι βασικοί παράγοντες που επιτείνουν τις αναθεωρητικές πρωτοβουλίες. Αυτό είναι πλέον κάτι το συνηθισμένο σε πολλές δυτικές χώρες, παρότι υπάρχουν ακόμη χώρες στις οποίες οι αναθεωρητικές διαδικασίες είναι σπάνιες.

*Η Ελλάδα ανήκει από την άποψη αυτή σε μια μεσαία κατηγορία. Διαθέτει όμως πάντα ένα σαφώς αυστηρό σύνταγμα που θέτει όχι μόνον διαδικαστικούς, αλλά και ουσιαστικούς φραγμούς στην αναθεώρηση μέσα από ένα σκληρό πυρήνα μη υποκείμενων σε αναθεώρηση διατάξεων.
Μία χώρα με ανώμαλο συνταγματικό βίο και ιδιαίτερα αυστηρό σύνταγμα είναι φαινόμενο αντιφατικό και αυτό συνέβαινε στη χώρα μας μέχρι τη μεταπολίτευση. Από το 1974 όμως και μετά, η Ελλάδα δείχνει να ακολουθεί φυσιολογικούς ρυθμούς ως προς τις τυπικές συνταγματικές μεταβολές, ενώ παράλληλα εξελίσσεται το ίδιο το σύνταγμα μέσω της ερμηνείας του, των συνταγματικών πρακτικών και κυρίως μέσα από τη «συνομιλία» του με το ευρωπαϊκό κοινοτικό και διεθνές δίκαιο.

*Από το 1975 μέχρι και την πρώτη αναθεώρηση του 1986 μεσολάβησαν 11 χρόνια. Από το 1986 μέχρι τη δεύτερη αναθεώρηση του 2001 μεσολάβησαν 15 χρόνια και από τότε μέχρι την ολοκλήρωση της τρέχουσας διαδικασίας θα μεσολαβήσουν σχεδόν οκτώ χρόνια. Μέσα όμως από αυτές τις αναθεωρητικές διαδικασίες, αυξήθηκε εντυπωσιακά το εύρος της πολιτικής νομιμοποίησης του συντάγματος. Αυτό το κρίνει κανείς αξιολογώντας τη σημερινή στάση των πολιτικών δυνάμεων έναντι του συντάγματος σε σχέση με τη στάση τους το 1975 ή και το 1986.

*Η αναθεωρητική διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 110 κατέστη η ίδια αντικείμενο αναθεωρητικής πρωτοβουλίας το 1985, παρότι στη συνέχεια, ως προς το σημείο αυτό, εγκαταλείφθηκε. Το ερώτημα όμως εάν η αναθεωρητική διαδικασία είναι επαρκής και αποτελεσματική καθώς και το ερώτημα αν είναι συνταγματικά θεμιτή η αναθεώρηση της αναθεωρητικής διαδικασίας εξακολουθούν να εκκρεμούν. Ηδη από το 1984, με την υπό υφηγεσία μελέτη μου που φέρει τον τίτλο «Τα όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος του 1975», είχα διατυπώσει τη θέση ότι η ίδια η αναθεωρητική διαδικασία μπορεί πράγματι να αναθεωρηθεί, εφόσον διατηρούνται αλώβητα τα διαρθρωτικά της χαρακτηριστικά, που είναι τρία:

1. Η ύπαρξη προθεσμίας «ώριμου χρόνου» και «διάσκεψης» μεταξύ δύο αναθεωρήσεων αλλά και μεταξύ έναρξης και ολοκλήρωσης της διαδικασίας, έτσι ώστε να αποφεύγονται στο μέτρο του δυνατού συγκυριακές πιέσεις ή εν θερμώ αντιδράσεις.

2. Η συγκέντρωση αυξημένης πλειοψηφίας τουλάχιστον 3/5 στην κοινοβουλευτική φάση της διαδικασίας ή έστω σε ένα από τα σημεία της, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για μία χώρα με μονοκαμεραλιστική παράδοση, δηλαδή για μία χώρα στην οποία δεν υπάρχουν δύο κοινοβουλευτικά σώματα, τα οποία να συμπράττουν στην αναθεωρητική διαδικασία, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες. Με δεδομένο μάλιστα ότι τώρα το σύνταγμά μας προβλέπει κοινούς νόμους αυξημένης πλειοψηφίας 2/3, η αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 στην αναθεωρητική διαδικασία φαίνεται μάλλον ισχνή.

3. Η συμμετοχή του ίδιου του εκλογικού σώματος στην ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας είτε με τη μορφή γενικών βουλευτικών εκλογών που παρεμβάλλονται είτε με συνταγματικό δημοψήφισμα.

*Συνεπώς, η αναθεώρηση θα μπορούσε να συντελείται σε μία Βουλή εφόσον η όλη διαδικασία περιλαμβάνει τη ρήτρα της αυξημένης πλειοψηφίας των 2/3, την επικύρωση με συνταγματικό δημοψήφισμα και την αναγκαία χρονική άνεση και απόσταση.
Είναι επίσης γεγονός ότι η συμμετοχή του εκλογικού σώματος με τη μορφή γενικών βουλευτικών εκλογών που παρεμβάλλονται στην αναθεωρητική διαδικασία στερεί από το αναθεωρητικό διάβημα το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης που στρέφεται σε άλλα μεγάλα αλλά συνήθως τρέχοντα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά διακυβεύματα, με βάση τα οποία ο πολίτης καθορίζει τη στάση του.
Δεν είναι όμως η αναθεώρηση της αναθεωρητικής διαδικασίας το μείζον ζήτημα. Προηγούνται άλλα, πολύ πιο κρίσιμα, θέματα:

Α. Η έμμεση μεταβολή που επέρχεται συνεχώς μέσω του μηχανισμού της υπεροχής του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, όχι μόνο του πρωτογενούς, αλλά και του παραγώγου.

Β. Ο διεθνής δικαστικός έλεγχος των εθνικών συνταγμάτων μέσω των μηχανισμών της ΕυρΣΔΑ.

Γ. Η οργάνωση και η λειτουργία της συνταγματικής δικαιοσύνης, καθώς το περιεχόμενο του συντάγματος για τις πιο κρίσιμες διατάξεις, αυτές που αφορούν συνταγματικά δικαιώματα και θεσμικές εγγυήσεις, ταυτίζεται κατ' αποτέλεσμα με το περιεχόμενο της συνταγματικής νομολογίας. 

 


 * Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Ελευθεροτυπία, 4 Φεβρουαρίου 2007

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2007