1 Ιανουαρίου 2006

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα

του Ευ. Βενιζέλου

Η πολιτική σήμερα απαιτεί δύο κυρίως πράγματα: Πρώτον,  ισχυρή αίσθηση της ιστορίας και δεύτερον, ικανότητα διαχείρισης κρίσεων με βάση  πρωτόκολλα ενεργειών που διαμορφώνονται εκ των προτέρων, με ψυχραιμία, ώστε να αποφεύγονται νευρικοί και εκ των ενόντων χειρισμοί.

Η ιστορία – και η πολύ πρόσφατη- διδάσκει ότι όταν μία κυβέρνηση ευνομούμενης δυτικής χώρας παραβιάζει το Σύνταγμα και καταπατά τα ατομικά δικαιώματα, αναλαμβάνει τεράστια πολιτική ευθύνη και καταβάλλει μεγάλο πολιτικό κόστος, όταν οι ενέργειες της αποκαλύπτονται. Αυτό ισχύει ακόμη και αν επικαλείται – αληθώς ή ψευδώς – λόγους εθνικής ασφάλειας ή υψίστου κρατικού συμφέροντος.

Από το Γουτεργκαίητ και μετά αυτό είναι ένας απαράβατος κανόνας. Η πρόσφατη άλλωστε εμπειρία της υπόθεσης Οτσαλάν βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές.


Αυτό είναι απολύτως ορθό και αναγκαίο γιατί το Σύνταγμα κάθε χώρας και ο ευρωπαϊκός θεσμικός πολιτισμός έχουν προ πολλού προβεί σε ορισμένες θεμελιώδεις και οριστικές σταθμίσεις αγαθών και έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει πολύ συγκεκριμένους τρόπους περιορισμού τους, ακόμη και για τους σοβαρότερους λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης. Αλίμονο άλλωστε αν δεν ίσχυε αυτός ο κανόνας. Όλα συνεπώς πρέπει να κινούνται μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατικής νομιμότητας και του κράτους δικαίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μυστικές υπηρεσίες ή ότι δεν λειτουργούν μηχανισμοί διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος. 

Κανείς δεν είναι αφελής ή ανυποψίαστος. Αν όμως καμφθεί η ευαισθησία μας και αποδεχθούμε π.χ. ότι οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες μπορούν να παρακολουθούνται χωρίς τις εγγυήσεις των άρθρων 9, 9α και 19 του Συντάγματος ή ότι μπορεί κάποιος να συλλαμβάνεται και να κρατείται χωρίς τις εγγυήσεις του άρθρου 6 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες για όλες τις περιπτώσεις εγγυήσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τότε τίποτα δεν μένει όρθιο. Και αυτό το αποτρόπαιο οικοδόμημα στρέφεται τελικά εναντίον όλων, περιλαμβανομένων και αυτών που το διαμόρφωσαν ή το ανέχθηκαν.

Η υπόθεση των πακιστανών είναι ένα σύμπτωμα στο οποίο δοκιμάστηκαν ανεπιτυχώς τα αντανακλαστικά της κυβέρνησης, αλλά και άλλων θεσμών όπως η Δικαιοσύνη. Παραβιάστηκε η θεμελιώδης αρχή της επιφυλακτικότητας με την οποία πρέπει κάθε κυβέρνηση να αντιμετωπίζει  τέτοιου είδους πληροφορίες χωρίς αφελείς και  κατηγορηματικές διαψεύσεις, αλλά με την διεξαγωγή έρευνας και την ανάθεση της ευθύνης στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Όταν όμως πριν καν αρχίσει η δικαστική και πριν ολοκληρωθεί η αστυνομική έρευνα χωρίς ενδοκυβερνητική συνεννόηση ακούμε μία κατηγορηματική διάψευση που φαίνεται σε όλους ως υπεκφυγή και συγκάλυψη, είναι λογικό να προκαλείται αντίδραση στο όνομα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, του συνταγματικού κράτους, του δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος και της κοινής λογικής.

Όταν τα ίδια τα σοβαρότερα βρετανικά μέσα ενημέρωσης δίνουν έμφαση σε ένα παρόμοιο ζήτημα, είναι αν μη τι άλλο υπερβολικό να έχει κανείς την αξίωση από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης να το υποβαθμίσουν.

Τα στελέχη των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών οφείλει να τα προστατεύει όχι ο τύπος, αλλά η υπεύθυνη κυβέρνηση κάθε χώρας, εφόσον όμως ελέγχει τις ενέργειες τους και αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για αυτές. Διαφορετικά το ζήτημα το αντιμετωπίζει η δικαιοσύνη ως παρέκβαση, δηλαδή ως παράβαση του νόμου. Τα στοιχεία των στελεχών αυτών δεν προστατεύονται από το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων, αλλά ενδεχομένως από ένα υποδεέστερο απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας, που πρέπει να λειτουργεί σε αρμονία με τις εγγυήσεις της ελευθερίας του τύπου κατά το άρθρο 14 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Αρκεί να σκεφθεί κανείς την εξής απλή αντιστροφή: Αν τα ονόματα δεν τα απεκάλυπτε ευθέως ο τύπος, αλλά τα αντέγραφε από την μήνυση που υπέβαλλαν την επόμενη ημέρα στη Δικαιοσύνη οι θιγόμενοι και καταγγέλλοντας,  τι επιχείρημα θα υπήρχε εναντίον της δημοσίευσης, όταν το απόρρητο της ποινικής προδικασίας δεν τηρείται ούτως ή άλλως στην Ελλάδα ούτε καν από τις ίδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές.

Το παιχνίδι της εθνικής αξιοπρέπειας και κυριαρχίας και το παιχνίδι της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου είναι και τα δύο πολύ λεπτά και εύθραυστα. Η κυβέρνηση μέσα στις γιορτές κατάφερε να σπάσει το δικό της παιχνίδι και φέρει ακέραια την ευθύνη γι’ αυτό. Είναι δε προφανές ότι σε τέτοια θέματα εκ των πραγμάτων ο Πρωθυπουργός είναι αυτός που και ενημερώνεται και διευθύνει τους υπουργούς και όλα τα στελέχη του κυβερνητικού μηχανισμού. Αυτός είναι θεμελιώδης και απαράβατος λόγος ύπαρξης για κάθε κυβέρνηση και κάθε κρατική οντότητα. Ελπίζω αυτό τουλάχιστον να έχει συμβεί. Η ευθύνη ανήκει συνεπώς στον Πρωθυπουργό είτε επειδή αυτός ήξερε και καθοδήγησε είτε γιατί δεν ήξερε και δεν ήλεγχε τις καταστάσεις. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο Πρώτο Θέμα.

 

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και ΕλευθερίεςΕξωτερική ΠολιτικήΆρθρα 2006