Μάρτιος 2006

Από το ΕΣΥ σε μία Εθνική Πολιτική Υγείας

του Ευ. Βενιζέλου

Κατά την περίοδο 1994-2004 ουσιαστικά αναζητούσαμε τη χαμένη δυναμική του ΕΣΥ. Αυτό μας έφερνε αντιμέτωπους με τις μεγάλες αντιφάσεις του ελληνικού κοινωνικού κράτους που δεν είναι άλλες από τις αντιφάσεις του ελληνικού κράτους και του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού συνολικά.

Το μεγάλο βέβαια πρόβλημά συνίσταται πολύ απλά στο ότι καλούμαστε να διαχειριστούμε ένα σύστημα υγείας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ ως δομή  σύμφωνα με την αρχική σύλληψή του της περιόδου 1981-1983 (που ταυτίζεται με την παρουσία του Παρ.Αυγερινού στο Υπουργείο Υγείας).

Το ζήτημα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να αντιμετωπιστεί αρχής γενομένης από την καταγραφή  των κραυγαλέων αντιφάσεων που είχαν στο μεταξύ αναπτυχθεί.

Πρώτον, καταγράφονται  υψηλές συνολικές δαπάνες υγείας και ταυτόχρονα εντυπωσιακά υψηλές ιδιωτικές δαπάνες. Αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με την αναζήτηση του πραγματικού ΑΕΠ και  του μεγέθους της παραοικονομίας της υγείας.

 

Δεύτερον, διαπιστώνεται αδυναμία χρηματοδότησης πολλών αναγκαίων παρεμβάσεων (διαρθρωτικών και λειτουργικών) από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ ταυτοχρόνως καταγράφονται πανθομολογούμενες μη ορθολογικές δαπάνες, δηλαδή σπατάλες σε πάρα πολλούς κρίσιμους κρίκους του συστήματος.

Τρίτον, καταγράφονται εξαιρετικά ικανοποιητικοί δείκτες για την υγεία του πληθυσμού, από τους καλύτερους στον κόσμο και ταυτόχρονα εντυπωσιακά χαμηλοί δείκτες ικανοποίησης του πληθυσμού από την παροχή υπηρεσιών υγείας.

Τέταρτον, υπάρχει πληθωρισμός ιατρών στη χώρα  και έλλειψη νοσηλευτών στο ΕΣΥ.

Πέμπτον, υπάρχει υπερσυγκέντρωση διανοητικού κεφαλαίου και πανάκριβων υποδομών στο δημόσιο σύστημα υγείας και υπερσυγκέντρωση επικοινωνιακού κύρους σε πραγματικούς ή «πλασματικούς» θύλακες αριστείας του ιδιωτικού τομέα υγείας.

Έκτον, υπάρχει ένα αρκετά καλά οργανωμένο νοσοκομειοκεντρικό σύστημα, ένα ατελές ή μάλλον τυχαίο «σύστημα» πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ενώ απουσιάζει μια  εθνική πολιτική υγείας που αφορά τις χρόνιες παθήσεις και την προληπτική ιατρική, δηλαδή μεγάλα ζητήματα που απαιτούν δαπάνες, αλλά διασώζουν ακόμη μεγαλύτερες δαπάνες.

Έβδομον, υπάρχει ένας εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός ειδικών γιατρών και μία προφανής αδυναμία οργάνωσης των αναγκαίων ιθμών, ώστε να μην υπάρχουν περιττές ροές προς τα νοσοκομεία, είτε αυτοί αφορούν τον προσωπικό ή οικογενειακό γιατρό, είτε αφορούν άλλες μεθόδους οργάνωσης της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης.

Όγδοον, υπάρχει μία δυσμενής επικοινωνιακή μεταχείριση του δημοσίου συστήματος υγείας, ένα τεκμήριο ενοχής του και ταυτόχρονα μία προκλητική ασυλία του ιδιωτικού συστήματος υγείας, με εξαίρεση ακραίες περιπτώσεις ιατρικού σφάλματος. Η κορυφαία συγκεφαλαιωτική αντίφαση είναι η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού. Δεν είναι δυνατόν να γίνεται παθητικά ανεκτή μία σχέση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα όπου όλο το βάρος της επείγουσας και βαριάς ιατρικής το φέρει ο δημόσιος τομέας, χωρίς ο ιδιωτικός τομέας να αναλαμβάνει καμία ευθύνη για όλα αυτά τα κρίσιμα θέματα έτσι ώστε να μπορεί άνετα να επενδύει και να αναπτύσσεται σε πεδία που δεν έχουν επιβαρύνσεις, όπως οι εφημερίες και τα έκτακτα περιστατικά. Δεν μπορείς να έχεις ένα δημόσιο τομέα που δεν απορροφά ιδιωτικούς πόρους, παρά μόνο παράνομα ή με μεθόδους οι οποίες ακόμη δεν έχουν αναπτυχθεί, όπως τα απογευματινά ιατρεία και να έχεις έναν ιδιωτικό τομέα υγείας βασικός χρηματοδότης του οποίου είναι το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Πως είναι δυνατόν να γίνεται ανεκτή αυτή η βαθιά άνιση σχέση, μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού;

Η απάντηση που δόθηκε την περίοδο 1994-2004 περιελάμβανε, κατά τη γνώμη μου, τρεις ενότητες:

Η πρώτη ενότητα ήταν η δέσμη νομοθετικών και θεσμικών πρωτοβουλιών. Τομέας στον οποίο έγιναν πολύ σημαντικά βήματα: Τα περιφερειακά συστήματα, ο νέος τρόπος διοίκησης των νοσοκομείων, ο νόμος για τις προμήθειες, η επέμβαση στις εργασιακές σχέσεις, η οποία εν μέρει υλοποιήθηκε, τα απογευματινά ιατρεία, η προετοιμασία για την τυποποίηση και τον ποιοτικό έλεγχο, ο νόμος για τη δημόσια υγεία, το Σώμα Επιθεωρητών, το νομοσχέδιο για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας που κατέστη νόμος του κράτους το Φεβρουάριο του 2004, το νομοσχέδιο για τις ειδικότητες και την ιατρική εκπαίδευση που ψηφίστηκε ομόφωνα από τη Διαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της προηγούμενης Βουλής. Βέβαια δεν έγινε πραγματικότητα ο Οργανισμός Διαχείρισης  Πόρων Υγείας και δεν συγκροτήθηκε ο ενιαίος φορέας,  δηλαδή ουσιαστικά δεν λύθηκε ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που προκαλεί η κάθετη οργάνωση του κράτους και η «φεουδαρχική» λειτουργία των υπουργείων.

Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει τις υποδομές και τους εξοπλισμούς, όπου έγινε σημαντικό πραγματικά έργο, αλλά με βάση παραδοχές της δεκαετίας του ΄80: μια αντίληψη για τα νοσοκομεία, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της την αλλαγή των επιστημολογικών, επιδημιολογικών, οργανωτικών και νοσοκομειολογικών αντιλήψεων που προκάλεσε η εξέλιξη της έρευνας και της τεχνολογίας.  Το ίδιο συνέβη και με το ρόλο των υπαρχόντων Κέντρων Υγείας.

Φτάνουμε έτσι στην τρίτη ενότητα,  που αφορά την ανάπτυξη των μονάδων και τη στελέχωση τους, σημεία στα οποία εμφανίζεται με το πιο ακραίο τρόπο η δημοσιονομική «δυστοκία». Είναι πολύ δυσάρεστο να μην έχουμε πλήρως αναπτυγμένα έως σήμερα – παρ’ όλες τις προσπάθειες της περιόδου 1994-2004 - το Αττικό Νοσοκομείο και το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Να μην έχουμε ανεπτυγμένες και εν λειτουργία τις υπάρχουσες, εξοπλισμένες κλίνες των δημοσίων μονάδων εντατικής θεραπείας ή άλλων κρίσιμων μονάδων. Και βεβαίως είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, να μην αντιλαμβάνονται όλοι όσοι διατυπώνουν δημόσιο λόγο ότι είναι υποχρεωτικό να καταβάλλεις μία υψηλή δημόσια δαπάνη για νοσηλευτικά και παραϊατρικά στελέχη, εάν θέλεις να έχεις υψηλούς βαθμούς, όχι μόνο κοινωνικής, αλλά και πολιτικής ικανοποίησης.

Αυτό όλο το οικοδόμημα απέδωσε όχι ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, δεν κατάφερε όμως να διαμορφώσει στην κοινή γνώμη την πεποίθηση ότι η χώρα διαθέτει ένα ολοκληρωμένο και επαρκές δημόσιο σύστημα υγείας. Δεν θα σχολιάσω την περίοδο 2004-2006 γιατί ούτε διατυπώθηκε ούτε εφαρμόστηκε μια πολιτική υγείας, παρά την συστηματική καλλιέργεια της εντύπωσης μίας δήθεν κινητικότητας. Όλα βρίσκονται σε μία διαρκή «συζήτηση», ενώ τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται σ’ όλα τα μέτωπα και αποτυπώνονται πλέον καθημερινά στα ραδιοτηλεοπτικά και έντυπα μέσα ενημέρωσης.

Απαιτούνται συνεπώς όχι απλώς νέα βήματα αλλά νέος ορίζοντας στον οποίο να τίθενται τα ζητήματα από την οπτική γωνία του χρήστη, του ασθενή. Η πρόκληση αυτή εκκινά από την απάντηση στο μεγάλο ζήτημα της σχέσης δημόσιου και ιδιωτικού και δεν αφορά πλέον το Ε.Σ.Υ., αλλά μια Εθνική Πολιτική Υγείας, μια πολιτική για  την υγεία του πληθυσμού και όχι μόνον για την μεταχείριση των ασθενών και μάλιστα των ασθενών που έχουν ανάγκη δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας φροντίδας.

Όλα αυτά περνούν μέσα από την οργάνωση της πρωτοβάθμιας (ακριβέστερα της εξωνοσοκομειακής) φροντίδας υγείας που έχει καταστεί δυσεπίλυτο πρόβλημα για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, γιατί επιδιώκουμε να λύσουμε το πρόβλημα της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ενώ κατά βάθος καλούμαστε να λύσουμε το πρόβλημα του ιατρικού πληθωρισμού και της ένταξης του μεγάλου όγκου των γιατρών στο σύστημα, αλλά και την παραγωγική διαδικασία. Και δεύτερον, γιατί θέλουμε να λύσουμε το ζήτημα της Π.Φ.Υ., ενώ πριν από αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να διαμορφώσουμε τη σχέση του συστήματος υγείας και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Εάν όμως λύσουμε αυτά τα δύο προκαταρκτικά και θεμελιώδη ζητήματα, οδηγούμαστε αυτομάτως στην λύση του προβλήματος της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Άρα το πρόβλημα μας είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ένα πρόβλημα – όπως συμβαίνει πάντα- γνωσιολογικό. Ο ανθρώπινος νους μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα που θέτει. Η διατύπωση του προβλήματος είναι το μεγαλύτερο και κρισιμότερο βήμα προς την επίλυση του. Αυτό όμως επιβάλλει να υπερβούμε τον συμβατικό  ορίζοντα   μέσα στον οποίο τοποθετούνται συνήθως τα στερεότυπα της σχετικής δημόσιας συζήτησης. Ελπίζω οι προτάσεις που διαμορφώνει το ΠΑΣΟΚ να συμβάλλουν προς τη νέα αυτή κατεύθυνση. 

 


 *Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο μηνιαίο πολιτικό περιοδικό Μεταρρύθμιση,Τεύχος 4,  Μάρτιος 2006

Tags: ΥγείαΆρθρα 2006