Ιανουάριος 2005

Αιχμάλωτοι της «απογραφής»

του Ευ. Βενιζέλος

Επί ένα σχεδόν χρόνο η ελληνική οικονομία παρακολουθεί την αμηχανία και την αναποφασιστικότητα της κυβέρνησης που έχουν αρχίσει πλέον να καθίστανται τα μείζονα προβλήματα, τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των νοικοκυριών. Τους πρώτους έξι μήνες η αδυναμία αυτή δεν είχε καταστεί προφανής, επειδή το τελικό στάδιο της ολυμπιακής προετοιμασίας και η κεκτημένη ταχύτητα που είχαν τα έργα και οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ δημιουργούσαν μια πιο δυναμική και αισιόδοξη εικόνα.

Ήδη όμως από τις πρώτες εβδομάδες της θητείας της η κυβέρνηση της Ν.Δ. διέπραξε το βασικό και καταλυτικό ατόπημα, στο οποίο εγκλωβίστηκε, όχι μόνον η ίδια, αλλά όλη η ελληνική οικονομία.Αναφέρομαι στην τραγική υπόθεση της λεγόμενης δημοσιονομικής «απογραφής» που κακώς πιστεύουν κάποιοι ότι αφορά μια πολιτική αντιδικία μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων της χώρας. Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε ότι αφορά ευθέως το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, τις προοπτικές της ελληνικής επιχείρησης και το εισόδημα του Έλληνα πολίτη.

Με την απογραφή, η κυβέρνηση επιδείνωσε ενσυνειδήτως τα λογιστικά στοιχεία της εθνικής οικονομίας. Και αφού προέβη σε αυτή την λογιστική επιδείνωση, τώρα είναι αναγκασμένη, πιεζόμενη από το Σύμφωνο Σταθερότητας, να πάρει πραγματικά μέτρα ώστε να ξανακατατακτήσει τα δημοσιονομικά μεγέθη που συνειδητά επιδείνωσε. Κατά τον τρόπο αυτόν, βεβαίως, μία απογραφή «επί χάρτου», μία απογραφή λογιστικού χαρακτήρα, μετετράπη σε ένα πραγματικό βάρος που πιέζει ασφυκτικά την ελληνική οικονομία, αλλά και την ίδια την κυβέρνηση που βλέπει τώρα το τέχνασμά της να στρέφεται εναντίον της. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού η κεντρική επιλογή της κυβέρνησης απεδείχθη ότι δεν είναι να λύνει προβλήματα και να προωθεί στόχους, που βελτιώνουν την κατάσταση της χώρας και των Ελλήνων πολιτών, αλλά να αντιπολιτεύεται τη μνήμη των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ.

Επιβαρύνοντας αναδρομικά τα έτη της οικονομικής διαχείρισης του ΠΑΣΟΚ, η κυβέρνηση επιχείρησε να ελαφρύνει προληπτικά τα έτη της οικονομικής διαχείρισης της Νέας Δημοκρατίας. Και για να το κάνει αυτό εξέθεσε τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας. Όταν όμως πλήττεις ο ίδιος την αξιοπιστία σου, ουσιαστικά πλήττεις την διαπραγματευτική σου ικανότητα και την δυνατότητά σου να διεκδικήσεις πόρους από το Δ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.

Αυτή η κοντόφθαλμη επιλογή, βεβαίως δεν μπορεί από μόνη της να δώσει μία προοπτική βασισμένη σε ένα μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Οι γενικόλογες και κοινότοπες αναφορές περί ανταγωνιστικότητας, εξωστρέφειας, αύξησης των άμεσων ιδιωτικών επενδύσεων και ήπιας προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο πρόβλημα του μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Η ψήφιση του νέου αναπτυξιακού νόμου θα μπορούσε να σημαίνει κάτι για το επενδυτικό κλίμα και την αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Την ίδια όμως στιγμή το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του 2005, που συνδέεται άμεσα με την απορρόφηση των πόρων του Γ’ Κ.Π.Σ. και το ρυθμό αύξησης του Α.Ε.Π., είναι μειωμένο κατά 16,1% σε σχέση με το 2004. Κατά τον τρόπο αυτό την επομένη των Ολυμπιακών Αγώνων και ενώ η ελληνική περιφέρεια ανέμενε την δική της σειρά, η κυβέρνηση εκπέμπει το μήνυμα μιας συσταλτικής και αντιαναπτυξιακής πολιτικής. Η επιλογή αυτή πλήττει εμμέσως το σύνολο των επιχειρήσεων και όχι μόνο τον κατασκευαστικό τομέα. Πλήττει τον μεγάλο όγκο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που συνδέονται είτε άμεσα είτε μέσω του θεσμού της υπεργολαβίας, είτε μέσα από την γενική κίνηση της αγοράς, με τον χώρο των δημοσίων έργων κάθε επιπέδου.

Ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν οι επιχειρήσεις -ιδίως οι μικρές και μεσαίες- και οι ελεύθεροι επαγγελματίες στα φορολογικά μέτρα της κυβέρνησης, δείχνει όχι μόνο τη δυσπιστία της αγοράς και της κοινωνίας, αλλά και την αδυναμία ανταπόκρισης. Η εκτίναξη του ταμειακού ελλείμματος της κεντρικής κυβέρνησης για το 2004- έτος οικονομικής διαχείρισης εκ μέρους της Ν.Δ.- πιστοποιεί την ακρίβεια των διαπιστώσεων αυτών.

Στο πλαίσιο αυτό τοποθετείται, λίγο ή πολύ, και η αγορά χρήματος και κεφαλαίου και ιδίως το τραπεζικό σύστημα. Ο υπέρμετρος δανεισμός των νοικοκυριών και οι τραγικές πλέον δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην χρηματοδότηση των επιχειρηματικών τους σχεδίων και στο κεφάλαιο κίνησης τους, είναι δύο μεγάλα ανοικτά μέτωπα της ελληνικής οικονομίας που μπορεί να έχουν δυσμενέστατες επιπτώσεις.

Επί ένα σχεδόν χρόνο δεν έχουν δυστυχώς ληφθεί μέτρα για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση του Γ’ Κ.Π.Σ. με αποτέλεσμα να έχει ήδη ανοίξει μια επικίνδυνη αντιδικία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μια αντιδικία που θέτει σε κίνδυνο το σύνολο των εκτελούμενων έργων σε όλη τη χώρα. Η μείωση του ευρωπαϊκού κύρους της χώρας λόγω της απογραφής υποβαθμίζει -όπως σημειώσαμε- την διαπραγματευτική μας ικανότητα, ιδίως ως προς την ενδοκοινοτική κατανομή των κονδυλίων των  διαρθρωτικών ταμείων και του ταμείου συνοχής ενόψει του Δ’ Κ.Π.Σ. Ταυτόχρονα νομοθετικές πρωτοβουλίες πρωτόγονες και επαρχιώτικης μορφής, όπως το νέο νομοθέτημα για τον λεγόμενο «βασικό μέτοχο», επιβάλλουν αδικαιολόγητες και δυσανάλογες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, χωρίς κανένα θετικό, κοινωνικό και πολιτικό αποτέλεσμα και με πολλαπλά αρνητικά οικονομικά και αντιαναπτυξιακά αποτελέσματα.

Η θεωρία της «ήπιας προσαρμογής» που κατασκεύασε η κυβέρνηση δεν είναι ουσιαστικά τίποτα άλλο παρά η απόπειρα εξωραϊσμού της απλής αλήθειας ότι εγκαταλείφθηκαν όλες οι εύκολες και δημαγωγικές προεκλογικές υποσχέσεις και εξαγγελίες. Η ίδια θεωρεία σημαίνει επίσης ότι η κυβέρνηση εν γνώσει της ψήφισε έναν προϋπολογισμό του 2005, εικονικό και ανεφάρμοστο, οι στόχοι του οποίου ήδη μετατέθηκαν για το 2006, σύμφωνα με την τελευταία απόφαση του Ecofin που ελήφθη λίγες μόνον ημέρες μετά την τυπική ψήφιση του προϋπολογισμού.

Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα, πρωτοβουλίες όπως ο «επαναπατρισμός» κεφαλαίων από το εξωτερικό ή η πρόσκληση να επενδυθούν στην Ελλάδα κεφάλαια που προέρχονται από τον κλάδο της ναυτιλίας μένουν γράμμα και λόγος κενός.

Πίσω από την εικόνα αυτή βρίσκονται τα δύο βασικότερα προβλήματα των Ελλήνων πολιτών: Η ανεργία και η ακρίβεια. Απάντηση όμως στην ανεργία μπορεί να δώσει μόνον η αύξηση του Α.Ε.Π. και η πραγματοποίηση νέων άμεσων επενδύσεων. Αυτό δεν φαίνεται φυσικά να προκύπτει. Απάντηση στην ακρίβεια δεν δίνουν κάποιοι επιδεικτικοί έλεγχοι που γίνονται τις ημέρες των γιορτών παρουσία των τηλεοπτικών συνεργείων.  Όταν οι πολίτες θέτουν ζήτημα ακρίβειας, κατ’ ουσίαν θέτουν ζήτημα εισοδημάτων, καθώς το ύψος του πληθωρισμού είναι σε γενικές γραμμές περιορισμένο και ελεγχόμενο μετά την ένταξη της χώρας στην Ο.Ν.Ε. Άρα το ζήτημα της ακρίβειας είναι και πάλι ζήτημα ανάπτυξης και φυσικά πρόβλημα ανακατανομής του εισοδήματος, δηλαδή πρόβλημα κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής και όχι ένα απλό τεχνικό πρόβλημα ελέγχου των τιμών.  

Είναι λοιπόν προφανές ότι δεν αρκεί να μιλά κανείς -όπως κάνει ο κ. Καραμανλής- για «κοινωνικό κέντρο» και «μεσαίο χώρο». Πρέπει να μπορεί να δώσει απάντηση και οικονομική προοπτική στα μεσαία στρώματα, εκεί δηλαδή που αυτοποθετείται η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Εκεί όπου χτυπά η καρδιά της ελληνικής οικονομίας και της αγοράς. Καμία πολιτική δήθεν «συναίνεσης» σε θέματα όπως η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και καμία πολιτική επίθεσης κατά της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να καλύψει το κενό που υπάρχει στις ιδεολογικές και πολιτικές προδιαγραφές της κυβέρνησης.  Αυτό είναι συνεπώς το μαλακό υπογάστριο της κυβέρνησης, που δεν μπορεί να διαχειριστεί την μεταολυμπιακή κλίμακα και δυνατότητα της χώρας.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Εφημερίδα Εξπρές

 

Tags: Φορολογικό Σύστημα | Δημοσιονομική ΠολιτικήΆρθρα 2005