Απρίλιος-Ιούνιος 2005


Η Συνθήκη για το Σύνταγμα της Ευρώπης τέθηκε υπό κύρωση με το συνηθισμένο στην Ένωση τρόπο. Αφέθηκε δηλαδή σε κάθε κράτος μέλος να προσδιορίσει το χρόνο της κύρωσης μέσα σε διάστημα δύο ετών και ανετέθη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να ασχοληθεί με τυχόν εμπλοκή, εάν μέχρι τον Οκτώβριο του 2006 η Συνθήκη έχει κυρωθεί από τα τρία πέμπτα των κρατών- μελών, αλλά ένα ή περισσότερα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν δυσκολίες (δήλωση υπ’ αριθμόν 30 προσαρτημένη στη Συνθήκη).

Η μέθοδος αυτή αναγνωρίζει κάτι το προφανές, ότι δεν υπάρχει ένας «ευρωπαϊκός δήμος», ένα ενιαίο ευρωπαϊκό εκλογικό σώμα και ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Θα μπορούσε όμως αναμφίβολα να προβλεφθεί ότι η κυρωτική διαδικασία διεξάγεται, όπως προβλέπει το εθνικό σύνταγμα κάθε κράτους-μέλους (κοινοβουλευτικά, δημοψηφισματικά ή μεικτά), αλλά ταυτόχρονα, δηλαδή την ίδια π.χ. εβδομάδα, όπως συμβαίνει και για στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η απουσία μιας τέτοιας ρύθμισης φαίνεται τώρα να θίγει τη θεσμική ισοτιμία των κρατών-μελών, καθώς το γαλλικό και το ολλανδικό όχι φέρνουν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση όλες τις χώρες μέλη που δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τις κυρωτικές διαδικασίες και βλέπουν καθοριστικές αποφάσεις για  την πορεία της Ένωσης να λαμβάνονται ή μάλλον να προκαταλαμβάνονται από πολύ περιορισμένο τμήμα των ευρωπαίων πολιτών. Αυτό πρέπει σίγουρα να ληφθεί υπόψη στη μεγάλη συζήτηση που ανοίγει τώρα για το μέλλον πορεία της Ένωσης. Είναι πάντως δεδομένη η θεσμική ανισότητα που υπάρχει μεταξύ των κρατών- μελών που ήδη κύρωσαν ή απέρριψαν την Συνθήκη και αυτών που καλούνται να προβούν στη διαδικασία κύρωσης (ή απόρριψης) μετά την κρίση που προκάλεσαν τα δύο ηχηρά όχι.

 


Η διπλή κρίση

Αυτό πάντως που είναι βέβαιο είναι ότι συντελέστηκε μία μεγάλη παλινδρόμηση. Από εκεί που όλοι περίμεναν να συντελεστεί με την κύρωση της Συνθήκης ένα ακόμη βήμα στη μακρά θεσμική διαδρομή της Ευρώπης οδηγηθήκαμε σε μία διπλή κρίση.

α) Πρώτον, σε μία κρίση νομιμοποίησης της ίδιας της Ένωσης ή μάλλον της πολιτικής, διεθνοπολιτικής, οικονομικής, αναπτυξιακής και κοινωνικής της στρατηγικής.

β) Δεύτερον, σε μία κρίση των ευρωπαϊκών πολιτικών συστημάτων που στην περίπτωση της Γαλλίας και της Ολλανδίας εμφανίστηκε ως κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κοινωνιών που δεν καλύφθηκαν από τη θέση των κομμάτων τους και των συνταγματικών τους θεσμών που ήταν κατά βάση υπέρ της κύρωσης.

Αυτή η διπλή κρίση γίνεται σαφέστερη όταν καταστρώνεται η τυπολογία του «όχι» που είναι και πολυεπίπεδο και αντιφατικό.

α. Υπάρχει καταρχήν ένα όχι εθνικό, ένα όχι κοινωνικό και ένα όχι πολιτικό. Το «εθνικό όχι» ανάγεται στα μείζονα ζητήματα της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού συμφέροντος, κατά βάθος δε στο συνολικό ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας σε σχέση με τις αρμοδιότητες της Ένωσης. Το «κοινωνικό όχι» αφενός μεν στοχεύει στη διεκδίκηση μιας πιο έντονα κοινωνικής Ευρώπης, αφετέρου δε είναι προσανατολισμένο στη διεκδίκηση της «συνοχής» και της «ομοιογένειας» (πολιτιστικής, αλλά ακόμη ίσως και φυλετικής σε ακραίες περιπτώσεις) των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Τέλος, το «πολιτικό όχι» αφορά πρωτίστως την εθνική πολιτική συγκυρία (π.χ. τις επόμενες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία).

β. Είναι συνεπώς προφανές ότι υπάρχει ένα «αριστερό όχι» που είναι κατά βάθος προσανατολισμένο στην κοινωνική Ευρώπη, αλλά και ένα «δεξιό όχι», που δεν είναι τόσο νεοφιλελεύθερο ή μονεταριστικό, όσο εθνικιστικό ή ξενοφοβικό.

γ. Κατά την ίδια λογική υπάρχει ένα «ομοσπονδιακό όχι» που παρουσιάζεται ως φιλοευρωπαϊκό, αλλά και ένα «εθνοκεντρικό» ή έστω «ευρωσκεπτικιστικό όχι», που αμφισβητεί και την ταχύτητα και τον προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Κυρίως αμφισβητεί (αναδρομικά μάλιστα) τη διεύρυνση από τους 15 στους 25 και πολύ περισσότερο την περαιτέρω διεύρυνση και κυρίως την προοπτική ένταξης της Τουρκίας.

δ. Με κριτήριο την επόμενη ημέρα, υπάρχει ένα όχι «τυφλό», χωρίς συγκροτημένη πρόταση για την συνέχεια και την διαχείριση της κρίσης και ένα όχι «στρατηγικό», που μπορεί να μετατραπεί σε θετική πρόταση για το μέλλον της Ευρώπης. Υπάρχει όμως οξύ πρόβλημα πολιτικής εκπροσώπησης του όχι, καθώς οι χώρες που απέρριψαν τη Συνθήκη εκπροσωπούνται από προέδρους ή κυβερνήσεις που τάχθηκαν σαφώς υπέρ του ναι. Στη Γαλλία η ρεπουμπλικανική παράδοση δεν αμφισβητεί τη νομιμοποίηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, που τάχθηκε υπέρ του ναι να εκπροσωπήσει τη Γαλλία του όχι. Μόνον η ακροδεξιά ζήτησε ήδη την παραίτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας και τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών, ενώ ο επικεφαλής του μεγαλύτερου κυβερνητικού κόμματος εμφανίζεται έτοιμος να ενσωματώσει το μήνυμα του όχι στον πολιτικό του λόγο. Στην Ολλανδία η πολιτική και κοινωνική σύνθεση του όχι θέτει σοβαρότερα προβλήματα ως προς την αντοχή των ρεπουμπλικανικών θεσμών και ως προς τις ιδεολογικές τάσεις της πλειοψηφίας που σχηματίστηκε υπέρ του όχι.

ε. Και το γαλλικό και το ολλανδικό όχι είναι πάντως στάσεις μάλλον συγκυριακές, παρά διαρθρωτικές. Το «διαρθρωτικό όχι» στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση εξακολουθεί να είναι κατεξοχήν βρετανικό.

στ. Τέλος, είναι εμφανές ότι πρόκειται για ένα όχι «βόρειο», ένα όχι των καθαρών πληρωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καλούνται να χρηματοδοτήσουν τώρα και το κόστος της διεύρυνσης. «Νότιο» όχι δεν φαίνεται να υπάρχει μέχρι στιγμής. Διαφαίνεται όμως ένα «ανατολικό» όχι σε μερικές από τις νέες χώρες-μέλη, ένα όχι που μπορεί να εκληφθεί από κάποια οπτική γωνία και ως φιλοατλαντική επιφύλαξη.

Η Ελλάδα συζητά για τις επιπτώσεις έχοντας βέβαια ήδη κυρώσει τη Συνθήκη. Συζητά για το τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που θα διεξαγόταν ένα δημοψήφισμα και εδώ, με δεδομένο όμως πως η λύση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παρότι προτάθηκε με τον πιο επίσημο και σαφή τρόπο. Είναι επίσης προφανές ότι η Ελλάδα συζητά για όλα αυτά, έχοντας στραμμένο το ενδιαφέρον της πρωτίστως σε θέματα, όπως τα κονδύλια του Δ’ Κ.Π.Σ., το μέλλον της ΚΑΠ, η σχέση ευρώ-δολαρίου και η πιθανή χαλάρωση του συμφώνου σταθερότητας, που αν συνέβαινε θα αποσυμφόριζε τις δημοσιονομικές πιέσεις που υφίσταται η χώρα μας.

Οι βασικές βέβαια επιπτώσεις αφορούν  την ελληνική εξωτερική πολιτική, δηλαδή  ολόκληρη τη στρατηγική για τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, αλλά και της F.Y.R.O.M.και την κατάσταση στα Βαλκάνια που είχε στο επίκεντρο της την Ευρωπαϊκή Ένωση και την προοπτική διεύρυνσης με την ένταξη της Τουρκίας, αλλά και του συνόλου των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Τώρα όλο αυτό το σύστημα προγνώσεων πρέπει να επανεξεταστεί, ενώ πρέπει να αποτραπούν πιθανές παρενέργειες που μπορεί να προκληθούν από διαψευσμένες προσδοκίες. Αυτό αφορά πρωτίστως την Τουρκία και την ευρωπαϊκή της προοπτική, ως μία από τις παραμέτρους του γενικότερου δυτικού της προσανατολισμού, που είναι εμφανές ότι ενθαρρύνουν με πολλούς τρόπους οι Η.Π.Α. ζητώντας από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλάβει ένα σημαντικό βάρος και του κόστους, αλλά και της θεσμικής οργάνωσης του εγχειρήματος αυτού.

Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων μέσα στα νέα κοινοτικά, νομικά και πολιτικά συμφραζόμενα, το πιθανότερο –και το ασφαλέστερο- είναι να οδηγήσει την Ελλάδα στην υιοθέτηση του σεναρίου της «μικρής επαναδιαπραγμάτευσης».



*Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο περιοδικό Δικαιόραμα, τριμηνιαία έκδοση για την επικοινωνία των δικηγόρων, τεύχος 3, Απρίλιος-Ιούνιος 2005

Tags: Ευρωπαϊκή ΈνωσηΆρθρα 2005