27 Φεβρουαρίου 2005

Το ζήτημα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας δεν πρέπει να τίθεται συγκυριακά, ούτε εξαρτάται από τη διακύμανση του κύρους και της κοινωνικής απήχησης της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.

Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε: Πρώτον, ότι αυτό που θεωρείται ως ισχύον καθεστώς είναι αποτέλεσμα πρακτικών, παραδόσεων και νομοθετικών αδρανειών και όχι συνταγματική ρύθμιση. Και δεύτερον, ότι το ισχύον καθεστώς ιστορικά επιβλήθηκε αμέσως μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους (σε συνδυασμό με την αυτοκεφαλία της Ελλαδικής Εκκλησίας) ως πρωτοβουλία όχι της Εκκλησίας, αλλά της κρατικής εξουσίας που ήθελε να έχει υπό έλεγχο την Εκκλησία.

Η διαδικασία και ο τύπος της ορκοδοσίας του προέδρου της δημοκρατίας δεν πρέπει, συνεπώς, να αντιμετωπίζεται ως «κύρωση» κατά της Εκκλησίας και των εκπροσώπων της, αλλά με κριτήρια θεσμικά και απρόσωπα. Για το θέμα αυτό, που έθεσε με έμφαση σε άρθρο του στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» ο εκδότης της εφημερίδας και έγκριτος νομικός Θανάσης Τεγόπουλος, είχα την ευκαιρία να γράψω τα εξής στο βιβλίο μου «Οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας», που εκδόθηκε το 2000:

«Η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 του συντάγματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί έτσι ώστε να εισάγεται εκ του πλαγίου η πίστη στο ορθόδοξο δόγμα ή έστω στη χριστιανική θρησκεία ως θετικό προσόν εκλογιμότητας στη θέση του αρχηγού του κράτους.

Τα θετικά προσόντα εκλογιμότητας καθορίζονται ρητά και περιοριστικά στο άρθρο 31 του συντάγματος και σε αυτά δεν περιλαμβάνεται η ύπαρξη συγκεκριμένης θρησκευτικής πεποίθησης.

Αυτό, άλλωστε, συγκαταλέγεται μέσα στις καινοτομίες του ισχύοντος συντάγματος ως προς την πλήρη κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας. Συνεπώς το άρθρο 33 παρ. 2 πρέπει και μπορεί να εναρμονιστεί ερμηνευτικά με τα άρθρα 13 και 31.

Αν, επομένως, εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας που για λόγους θρησκευτικών πεποιθήσεων αρνείται να ορκιστεί ή να ορκιστεί επί τη βάσει του τύπου αυτού, μπορεί να ορκιστεί ή να παράσχει την ίδια διαβεβαίωση με άλλη επίκληση (π.χ. στην τιμή του) και να υπογράψει το σχετικό πρωτόκολλο. Δεν εξετάζουμε εδώ το όποιο πολιτικό πρόβλημα προκύψει από μία τέτοια επιλογή, αλλά το συνταγματικό πλαίσιο που διέπει την εκλογή και την ανάληψη των καθηκόντων του νέου αρχηγού του κράτους. Και αυτό είναι σαφές. Αλλωστε, η Βουλή που εξέλεξε έναν πρόεδρο της δημοκρατίας με παρόμοιες πεποιθήσεις θα του παράσχει και τη δυνατότητα να ορκιστεί ή να διαβεβαιώσει στην τιμή του κατά τον τρόπο αυτό.

Το ίδιο ισχύει και ως προς τον όρκο των βουλευτών κατά το άρθρο 59 παρ. 1. Η παρ. 2 του ίδιου άρθρου (που αναλογικά μπορεί να ισχύσει και επί του προέδρου της δημοκρατίας) δίνει ρητή απάντηση ως προς τους αλλοθρήσκους ή ετεροδόξους, που δίνουν τον όρκο κατά τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος. Το ίδιο, αναλογικά, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ισχύει και ως προς τους άθρησκους ή άθεους ή αυτούς που για οποιονδήποτε συνειδησιακό λόγο δεν θέλουν να ορκιστούν, αλλά να διαβεβαιώσουν επικαλούμενοι την τιμή τους...

Στη Βουλή της Θ' περιόδου (1996-2000), που διαπίστωσε την ανάγκη αναθεώρησης μεγάλου αριθμού διατάξεων του συντάγματος υποβλήθηκε πρόταση 53 βουλευτών (52 του ΠΑΣΟΚ και 1 της Νέας Δημοκρατίας) για την αντικατάσταση της επίκλησης της Αγίας Τριάδας με την επίκληση του ονόματος του ελληνικού λαού κατά την "ορκωμοσία" τόσο του προέδρου της δημοκρατίας όσο και των βουλευτών, με ανάλογη αναθεώρηση των αντίστοιχων συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 33 παρ. 2 και 59). Ετσι ο τύπος του "όρκου" έπρεπε να γίνει, κατά την πρόταση: "Ορκίζομαι στο όνομα του ελληνικού λαού και του έθνους". Είναι, όμως, προφανές ότι αυτή καθ' εαυτήν η έννοια του όρκου έχει θρησκευτικό περιεχόμενο και προϋποθέτει επίκληση του θείου.

Οταν κάποιος θέλει να διαβεβαιώσει για κάτι χωρίς να επικαλεστεί το θείο, επικαλείται την τιμή του και όχι αυτόν χάριν του οποίου καλείται να ασκήσει τις αρμοδιότητές του, δηλαδή το λαό και το έθνος. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτό, τυχόν αναθεώρηση των άρθρων 33 παρ. 2 και 59 θα εμπεριείχε τεράστιο συμβολικό βάρος άνευ κανονιστικού λόγου:

Η συστηματική ερμηνεία των άρθρων 31, 33 παρ. 2 και 13 παρ. 1, σε συνδυασμό και με την αντιδιαστολή που υπάρχει στο ισχύον σύνταγμα, σε σχέση με τα προγενέστερα, ως προς τα θετικά προσόντα εκλογιμότητας του προέδρου της δημοκρατίας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο πρόεδρος της δημοκρατίας μπορεί να ορκιστεί κατά τον τύπο του θρησκεύματός του ή να διαβεβαιώσει στην τιμή του εάν είναι άθρησκος ή άθεος.

Αυτό δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του της 18.2.1999 στην υπόθεση Buscarini κ.λπ. κατά Σαν Μαρίνο...

Ο τύπος του όρκου αποτυπώνει τον κανόνα, το συνήθως συμβαίνον, αλλά δεν αποκλείει να εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους βουλευτές ενόψει της διάταξης του άρθρου 59 του συντάγματος. Μάλιστα, το γεγονός πως ο πρόεδρος της δημοκρατίας δεν ορκίζεται (τυπικά και υποχρεωτικά) ενώπιον της Ιεράς Συνόδου, αλλά ενώπιον της Βουλής και το γεγονός πως δεν ορκίζεται να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία θεωρήθηκαν πολύ σημαντικές καινοτομίες του συντάγματος του 1975 προς την κατεύθυνση της χαλάρωσης των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας».

Το ενδιαφέρον είναι ότι παρόμοια ζητήματα τίθενται και σε χώρες με πανηγυρικά διακηρυγμένο καθεστώς θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως οι ΗΠΑ. Η ορκωμοσία, για δεύτερη φορά, του προέδρου Μπους ενώπιον του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά επί της Βίβλου και αφού αναπέμφθηκαν ευχές από εκπροσώπους της προτεσταντικής εκκλησίας στην οποία ανήκει ο κ. Μπους, προκάλεσε μέχρι και προσφυγή πολίτη στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Είναι, επίσης, προφανές ότι είναι άλλο πράγμα η πολιτειακή διαδικασία ορκωμοσίας ή διαβεβαίωσης του νέου προέδρου της δημοκρατίας και άλλο η οργάνωση θρησκευτικών τελετών (π.χ. δοξολογίας) με αφορμή την εκλογή και την ανάληψη των καθηκόντων του στις οποίες, αν θέλει, μπορεί να παρίσταται.

Η συγκυρία, συνεπώς, που διανύουμε σε συνδυασμό με την σύμπτωση να επίκειται η ανάληψη των καθηκόντων του νέου προέδρου της δημοκρατίας διαμορφώνει το πλαίσιο μιας άσκησης των θεσμικών αλλά και των ιστορικών αντανακλαστικών.

Οχι μόνο των πολιτικών οργάνων, αλλά και της κοινωνίας και της ίδιας της Εκκλησίας: Αν η Εκκλησία θέλει να διαμορφώσει ουσιαστικές και μακροπρόθεσμες προϋποθέσεις για την υπέρβαση της κρίσης που αντιμετωπίζει, πρέπει να θέσει η ίδια με έμφαση το θέμα του χωρισμού ως άσκηση πνευματικότητας και ως μέθοδο αναζήτησης της αυθεντικότητάς της. Αλλιώς, μένει η πολιτειακή και θεσμική θεώρηση του θέματος που είναι απλή και σαφής.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 2005

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2005