19 Μαρτίου 2005

Η Ελλάδα θα κυρώσει σε λίγες εβδομάδες τη Συνθήκη για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και θα είναι έτσι μία από τις πρώτες χώρες-μέλη της Ένωσης που ολοκληρώνουν τη σχετική διαδικασία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κύρωση του Ευρωπαϊκού συντάγματος είναι μία εύκολη υπόθεση.

Είναι πολύ πιθανό να χρειαστεί επαναδιαπραγμάτευση με ορισμένα κράτη-μέλη, όπως άλλωστε έγινε και στο παρελθόν με τροποποιήσεις των ιδρυτικών συνθηκών. Ήδη οι οιωνοί που έρχονται από την Πολωνία δεν είναι θετικοί. Το ενδιαφέρον είναι όμως ότι το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα άρχισε να παράγει πολιτικές και εμμέσως νομικές συνέπειες από την υπογραφή της Συνθήκης και πολύ πριν αυτό αρχίσει να ισχύει. Αυτό οφείλεται τόσο στη διαδικασία παραγωγής του μέσω της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης και όχι απευθείας μέσω μιας Διακυβερνητικής Διάσκεψης, όσο και στο βαρύ συμβολισμό του όρου Σύνταγμα που αποτυπώνει την πολιτική βούληση των κρατών-μελών να κάνουν ένα μεγάλο και αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και πιο συγκεκριμένα προς την κατεύθυνση της πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης.

 

Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα έχει τα βασικά ιστορικά και νομικοπολιτικά χαρακτηριστικά κάθε συνταγματικού κειμένου. Συναιρεί αντιφάσεις και αντιθέσεις και διαμορφώνει ένα ενιαίο θεσμικό πεδίο πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν περισσότερες και ενδεχομένως αντίθετες ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές αντιλήψεις. Η Ένωση με το Σύνταγμα κάνει ένα βήμα προς την «κρατικότητα», αποκτά σύμβολα κυριαρχίας και σοβαρές αλλά δοτές αρμοδιότητες. Εξακολουθεί όμως να είναι ένωση κρατών και πολιτών και να απέχει πολύ από ένα ομοσπονδιακό κράτος. Η Ένωση αποκτά με το Σύνταγμα μία ευδιάκριτη και λειτουργική θεσμική διάρθρωση και καθαρότερες σχέσεις με τα κράτη-μέλη, τις κυβερνήσεις, αλλά και τα Κοινοβούλια τους. Εξακολουθεί όμως να πάσχει από σοβαρά πολιτικά και δημοκρατικά ελλείμματα. Η ιστορία βέβαια γράφεται έτσι. Οι εξελίξεις ως προς το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα μπορούν να μην έχουν ούτε θεωρητική καθαρότητα, ούτε τον πολιτικό βολονταρισμό που θέλουν πολλοί οπαδοί της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, είναι όμως βήματα πολύ σοβαρά: Τα πιο σημαντικά που έγιναν μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, δηλαδή από το 1992.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια συνεχής, σκληρή διαπραγμάτευση και αυτό που καταφέρνει το Σύνταγμα είναι να οργανώσει θεσμικά την ανοικτή αυτή διαδικασία μέσα από τρία επάλληλα συστήματα. Ένα σύστημα εθνικών και διακρατικών συσχετισμών, ένα σύστημα ιδεολογικών, οικονομικών και κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών και ένα σύστημα διοικητικών διευθετήσεων. Στο πρώτο σύστημα κυριαρχεί ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου, δηλαδή ο ρόλος των κρατών- μελών, σε συνδυασμό με δύο νέα όργανα, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και τον Υπουργό Εξωτερικών της Ένωσης. Στο δεύτερο σύστημα κυριαρχεί ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που εκφράζει τους πολίτες της Ένωσης, σε συνδυασμό όμως με το ρόλο του Συμβουλίου και άρα σε άμεση σχέση με τον πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό προσανατολισμό της κυβέρνησης κάθε κράτους-μέλους. Στο τρίτο σύστημα κυριαρχεί ο ρόλος της Επιτροπής και του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό όμως με τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου, πολλές από τις οποίες ασκούνται όχι ομόφωνα, αλλά με απλή ή ενισχυμένη πλειοψηφία.

Η συνύπαρξη των τριών αυτών συστημάτων επηρεάζει τη μορφή και την ύλη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, που είναι σε μεγάλο βαθμό ενιαίο και κωδικοποιεί το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, υπάγοντας το στη λογική της ερμηνείας των συνταγματικών κειμένων, διατηρεί όμως και τα χαρακτηριστικά μιας διεθνούς συνθήκης με πολλά πρωτόκολλα και προσαρτημένες δηλώσεις.

Αν μάλιστα παρατηρήσει κάποιος προσεκτικά τις ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις που διέπουν τις ρυθμίσεις του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, θα παρατηρήσει να συνυπάρχουν μία «σοσιαλιστική» και μία «μονεταριστική» εκδοχή του Συντάγματος. Στην πρώτη ανήκουν π.χ. τα κοινωνικά δικαιώματα, η στρατηγική της Λισσαβόνας, ο κεϋνσιανός στόχος της πλήρους απασχόλησης και η επιδίωξη μιας κοινωνίας αλληλεγγύης και συνοχής. Στη δεύτερη ανήκουν π.χ. οι ρυθμίσεις για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την νομισματική πολιτική και οι διαδικασίες για τον έλεγχο των υπερβολικών ελλειμμάτων.

Η τομή μεταξύ διακρατικών και κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι αυτή που θα δώσει έμφαση στη μία ή στην άλλη εκδοχή του Ευρωπαϊκού Συντάγματος και άρα θα δώσει χρώμα στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το Σύνταγμα καλείται να προσφέρει ένα σαφές, λειτουργικό και έντιμο θεσμικό πλαίσιο και όχι πλήρεις πολιτικές λύσεις. Αυτό είναι όμως ήδη από μόνο του μια τεράστια εισφορά του Ευρωπαϊκού Συντάγματος.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στον Κόσμος του Επενδυτή, 19 Μαρτίου 2005

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΕυρωπαϊκή ΈνωσηΆρθρα 2005