Μάιος 2005

Η αντιπροσωπευτική και πιο συγκεκριμένα η κοινοβουλευτική δημοκρατία βασίζεται στην αρχή της ελεύθερης εντολής και στο δικαίωμα της κατά συνείδηση γνώμης και ψήφου του κάθε βουλευτή. Θεωρητικά ο βουλευτής δεν δεσμεύεται ως προς την ψήφο του ούτε απέναντι στους εκλογείς του (αλλιώς η εντολή του θα ήταν δεσμευτική και ανακλητή) ούτε απέναντι στο κόμμα του.

Αυτό όμως το θεωρητικό σχήμα έχει μεταβληθεί με την πάροδο των χρόνων μέσα από την εξέλιξη της ίδιας της κοινωνίας και μέσα από τη συγκρότηση των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων που βασίζονται στην ύπαρξη και τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων.

Καταρχάς ο κάθε πολίτης, η κάθε κοινωνική ομάδα και η κοινωνία συνολικά δεν εκφράζονται στιγμιαία και συνολικά με την ψήφο που δίνουν την ημέρα των γενικών βουλευτικών εκλογών. Εκφράζονται διαρκώς, σε καθημερινή βάση, μέσα από τους μηχανισμούς ενημέρωσης και επικοινωνίας και μέσα από τη λειτουργία των ομάδων πίεσης και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο μεγιστοποιούν το αποτέλεσμα της παρέμβασης αυτής. Η σχέση πολιτικής νομιμοποίησης που συνδέει το βουλευτή ατομικά και το κόμμα συλλογικά με το εκλογικό σώμα κρίνεται και διαμορφώνεται συνεχώς.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως θεσμικό σύστημα πιέζεται από τη «στιγμιαία δημοκρατία» των ΜΜΕ, από τη «μονοθεματική δημοκρατία» των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των ομάδων πίεσης και από την «δημοκρατία των δημοσκοπήσεων» που κινείται μέσα από τις εταιρείες ερευνών της κοινής γνώμης και τον κατάλογο θεμάτων που αυτές θέτουν.

Στο πλαίσιο αυτό ο κάθε βουλευτής γνωρίζει καλά ότι η εκλογή του δεν είναι μια ατομική υπόθεση και η πολιτική του σχέση με το εκλογικό σώμα δεν είναι μια προσωπική σχέση που χειρίζεται κατά το δοκούν. Η κομματική πειθαρχία είναι συνεπώς αποτέλεσμα της ανάγκης για συνοχή και αξιοπιστία των κομμάτων που ζητούν τη ψήφο των πολιτών με βάση ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και με λίγο ή πολύ συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική φυσιογνωμία Αυτή η σχέση εμπιστοσύνης των κομμάτων με τους πολίτες πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους βουλευτές, που οικειοθελώς θέτουν υποψηφιότητα και εκλέγονται με τη σημαία του κόμματος.

Αυτό όμως το πλαίσιο αφήνει πολλά περιθώρια ατομικής επιλογής και δράσης στους βουλευτές. Η κομματική πειθαρχία τίθεται ως όριο σε λίγα και μεγάλα ζητήματα, ενώ σε ορισμένα ζητήματα, όπως η αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν ισχύει ποτέ η κομματική πειθαρχία.

Το σύγχρονο Κοινοβούλιο είναι Κοινοβούλιο και των κοινοβουλευτικών ομάδων, δηλαδή των κομμάτων και των βουλευτών. Η ισορροπία δεν είναι εύκολη, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτη. Εναπόκειται στο κάθε κόμμα και στον κάθε βουλευτή να αποδείξει την ποιότητα του λόγου και της πρακτικής του μέσα στο πλαίσιο αυτό.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην μηνιαία επιθεώρηση αδέσμευτης κριτικής « Ηλιαία», αρ. τεύχους 2, Μάιος 2005

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2005