7 Αυγούστου 2005

Η χειραφέτηση της Θεσσαλονίκης 

του Ευ. Βενιζέλου

Η Θεσσαλονίκη δεν έχει ανάγκη από βαλκανικούς μύθους, αλλά από ένα συγκροτημένο και ταυτόχρονα ρεαλιστικό και διορατικό σχέδιο ανάπτυξης, που αξιοποιεί τα υφιστάμενα και δημιουργεί νέα συγκριτικά πλεονεκτήματα, ανοίγει πεδία επενδύσεων σε διεθνώς ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας και κυρίως δημιουργεί νέα κοιτάσματα απασχόλησης.

Ας καταγράψουμε ψύχραιμα τα δεδομένα:

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι πρωτεύουσα και άρα δεν προσφέρει δυνατότητες άμεσης πρόσβασης στον κρατικό μηχανισμό που παίζει πάντοτε καθοριστικό ρόλο σε αναπτυξιακού χαρακτήρα αποφάσεις και διαδικασίες.

 

Το ίδιο ισχύει και για τα κέντρα λήψης αποφάσεων των μεγάλων και κρίσιμων φορέων του ιδιωτικού τομέα και κυρίως του τραπεζικού συστήματος. Όλες οι καθοριστικές πολιτικές και χρηματοοικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται στην Αθήνα. Όσο και αν αυτό μπορεί να περιοριστεί σε σχέση με το κράτος μέσα από την ενίσχυση της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης, το ίδιο δεν είναι καθόλου εύκολο να συμβεί στον ιδιωτικό τομέα, στον οποίο η συγκέντρωση των αποφάσεων βαίνει αυξανόμενη σε διεθνές επίπεδο.

Εξίσου μεγάλο αναπτυξιακό πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι το έλλειμμα απευθείας συγκοινωνιακών συνδέσεων κυρίως αεροπορικών. Πρόκειται συνεπώς για ένα σύνθετο ζήτημα αφενός πολιτικών και χρηματοοικονομικών θεσμών, αφετέρου δε υποδομών.

Από την άλλη πλευρά η Θεσσαλονίκη έχει το μεγάλο πλεονέκτημα της σχέσης με τη θάλασσα και του λιμένα της, διαθέτει την αδιαμφισβήτητη –ευτυχώς- γεωγραφική της εγγύτητα με τις γύρω βαλκανικές χώρες, έχει το ιδεώδες ακόμη πληθυσμιακό μέγεθος που μπορεί, υπό όρους και προϋποθέσεις, να προσφέρει οικονομικές και επενδυτικές ευκαιρίες και σημαντική τοπική αγορά και ποιότητα ζωής, έχει έντονο πανεπιστημιακό χαρακτήρα, ενώ η αναγκαστική απόσταση της από τα κέντρα των κρατικών αποφάσεων την έχει «εκπαιδεύσει» ως πόλη της ιδιωτικής οικονομίας και όχι ως κέντρο παρασιτικών δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα.

Όλα αυτά δεν αρκεί όμως να καταγράφονται. Πρέπει να μετασχηματίζονται σε μοντέλο ανάπτυξης. Το ερώτημα συνεπώς είναι ποιος θα συναρθρώσει και θα προωθήσει το μοντέλο αυτό. Το μείζον, με άλλα λόγια, πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι πολιτικό. Είναι το ζήτημα της χειραφέτησής της, ανεξάρτητα από το θεσμικό σχήμα, ανεξάρτητα δηλαδή από το βαθμό θεσμικής αποκέντρωσης και από την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και την οργανωτική μορφή της αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού. Η χειραφέτηση της Θεσσαλονίκης είναι κυρίως πρόβλημα συλλογικής αυτοσυνειδησίας, πρόβλημα της κοινωνίας των πολιτών και της τοπικής οικονομίας και λιγότερο πρόβλημα θεσμικό και νομοθετικό.

Η αρχή πρέπει να γίνει από την συνολική επαναξιολόγηση του προγράμματος έργων και υποδομών της πόλης, που πρέπει να καταταγούν με βάση μία διαφορετική τυπολογία:

α. Όλες οι συγκοινωνιακές υποδομές που αφορούν την ποιότητα ζωής των κατοίκων της πόλης (μετρό, υποθαλάσσια αρτηρία, χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων), μαζί με τους χώρους παροχής κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, πρόνοια, ναρκωτικά κλπ.) και αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων στις γειτονιές, έχουν αναμφίβολα μεγάλη σημασία. Βοηθούν όμως μόνον έμμεσα στην συγκρότηση του μοντέλου ανάπτυξης της πόλης, παρότι ιδίως στη φάση της πραγματοποίηση τους βοηθούν στην κίνηση της αγοράς και δημιουργούν θέσεις εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα.

β. Αντιθέτως, οι συγκοινωνιακές υποδομές που αφορούν την μείωση των αποστάσεων από άλλες πόλεις και περιοχές της Ελλάδας και του εξωτερικού (αεροδρόμιο, λιμάνι, Εγνατία Οδός, ΠΑΘΕ, σιδηροδρομικό δίκτυο), όπως και οι ενεργειακές υποδομές (αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου), ασκούν πολύ πιο άμεση επιρροή στο μοντέλο ανάπτυξης καθώς διευρύνουν τα ίδια τα όρια της οικονομικής ζώνης Θεσσαλονίκης και ισχυροποιούν τη θέση της ως οικονομικού κέντρου.

γ. Το ίδιο κατά μείζονα λόγο ισχύει ως προς τις πιο «ήπιες» υποδομές που αφορούν ευθέως την δυνατότητα της Θεσσαλονίκης να εγγραφεί στον ευρωπαϊκό χάρτη των μεταβιομηχανικών πλεονεκτημάτων: Ψηφιακές υποδομές, ευρυζωνικά δίκτυα, γρήγορη και φθηνή σύνδεση με το Διαδίκτυο, Διεθνές Πανεπιστήμιο, Κέντρο διαπανεπιστημιακής συνεργασίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Μεσογείου και της Μ.Θάλασσας, ΕΚΕΤΑ, ζώνη καινοτομίας, εκθεσιακές και συνεδριακές υποδομές, ολοκλήρωση και αξιοποίηση των υφιστάμενων πολιτισμικών και αθλητικών υποδομών, δημιουργία κέντρου διεθνούς εμπορικής διαιτησίας και παροχής διεθνών νομικών, χρηματοοικονομικών και ελεγκτικών υπηρεσιών κ.ο.κ. Στην τρίτη αυτή κατηγορία οι αντίστοιχες λειτουργίες είναι βεβαίως πιο κρίσιμες από τις κατά κυριολεξία υποδομές. Οι δε δυνατότητες χρηματοδότησης και προώθησης των έργων και κυρίως των λειτουργιών αυτών μέσα από πρωτοβουλίες ελεγχόμενες από την ίδια την Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της, είναι πολύ μεγαλύτερες.
Η συγκεντρωτική λογική του λεγόμενου «αθηνοκεντρικού κράτους» είναι μία πραγματικότητα που καταπιέζει τη Θεσσαλονίκη από το 1917, δηλαδή από την εποχή της μεγάλης πυρκαγιάς που σηματοδότησε και την αλλαγή των ρυθμών πληθυσμιακής και οικονομικής ανάπτυξης της Αθήνας σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη.

Στις ημέρες μας όμως δεν αρκεί ο εύκολος λαϊκιστικός τοπικισμός, που αρκείται στις καταγγελίες και τις διαμαρτυρίες. Το παράδειγμα της τύχης της πρότασης μου για την διοργάνωση της EXPO 2008 είναι χαρακτηριστικό. Ελπίζω κάποτε να γίνει μάθημα, αν και δεν έχω δει κάτι τέτοιο έως τώρα, παρότι πλησιάζει η επέτειος των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912-2012).

Χρειάζονται συνεπώς συγκροτημένες προτάσεις και εξίσου συγκροτημένες και απτές πρωτοβουλίες προώθησης των προτάσεων αυτών, μέσα από μία μεγάλη «Αναπτυξιακή, Κοινωνική και Πολιτική Συμμαχία της Θεσσαλονίκης», μία συμμαχία με τη συμμετοχή των παραγωγικών φορέων, των κοινωνικών εταίρων, της αυτοδιοίκησης, των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των ερευνητικών κέντρων, των πολιτικών εκπροσώπων, των διανοουμένων, των εκπροσώπων του τύπου, των δυναμικών πολιτών της Θεσσαλονίκης. Μια συμμαχία σχεδιασμού και δημιουργίας και όχι γκρίνιας και διαμαρτυρίας.

Αυτή είναι η μόνιμη πρόταση μου προς τους Θεσσαλονικείς. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ακόμη και ο Απόστολος Παύλος χρειάστηκε δύο επιστολές προς Θεσσαλονικείς για να τους πείσει.

 


* Άρθρο  Ευ. Βενιζέλου στην Ημερησία, 7 Αυγούστου 2005

Tags: ΘεσσαλονίκηΆρθρα 2005