4 Ιουνίου 2004

Ο κ. Μ. Σταθόπουλος προφανώς θεωρεί ότι βασικό επίτευγμα της θητείας του στο υπουργείο Δικαιοσύνης ήταν η γνωστή εξέλιξη στο ζήτημα των ταυτοτήτων και σπεύδει να επικρίνει με ανακριβείς ισχυρισμούς και έκδηλο διδακτισμό τις απόψεις μου. Υποπίπτει έτσι σε μια σειρά από λάθη:

Πρώτον, ο κ. Σταθόπουλος θεωρεί ότι τοποθετήθηκα ξανά δημόσια και ολοκληρωμένα στο ζήτημα ταυτοτήτων, ενώ αυτό δεν συνέβη. Στο πλαίσιο μιας προσωπικού χαρακτήρα συζήτησης για πλήθος θεμάτων με συνεργάτη της «Ελευθεροτυπίας» έγινε μια παρεμπίπτουσα αναφορά και στο ζήτημα των ταυτοτήτων, που περιλήφθηκε, όπως την αποτύπωσε ο δημοσιογράφος, σε αφιέρωμα του κυριακάτικου περιοδικού της εφημερίδας σας. Αν ήθελα να κάνω ξανά μια πλήρη δημόσια τοποθέτηση, θα την έκανα με άλλο τρόπο και θα είχα πολλά να πω.

Δεύτερον, ο κ. Σταθόπουλος είναι αποκαλυπτικά αντιφατικός. Από τη μια πλευρά δηλώνει ότι δεν υπήρχε πολιτικό σχέδιο, αλλά το ζήτημα λύθηκε αυτεπαγγέλτως από μια Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή και εν τέλει από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Από την άλλη δηλώνει την υπερηφάνεια του γιατί η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του 2000 «με υπευθυνότητα αλλά και τόλμη (που έλειπε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις), έδωσε τελικά λύση». Ας διαλέξει ποιο από τα δύο βασικά επιχειρήματά του ισχύει: Ολα έγιναν στο επίπεδο των μη πολιτικών οργάνων του κράτους ή ως μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης που έδωσε λύση «με τόλμη και υπευθυνότητα που έλειπε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις», δηλαδή από την προηγούμενη κυβέρνηση Σημίτη και την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου; Και αν υπήρχε αυτό το πολιτικό σχέδιο που φαίνεται ότι υπήρχε, ποιος το αποφάσισε και με ποια ενδοκομματική, κοινοβουλευτική και κυβερνητική διαδικασία, σύμφωνη με το Σύνταγμα και τις δημοκρατικές αρχές; Αν το ζήτημα ήταν εν τέλει μόνο ζήτημα δικαιοκρατικό, ζήτημα δηλαδή σεβασμού ατομικών δικαιωμάτων, δεν χρειαζόταν παρά μόνον η εφαρμογή του Συντάγματος από τη Διοίκηση και τα Δικαστήρια. Αν όμως το ζήτημα ήταν και είναι και κοινωνικό και πολιτικό, έπρεπε αυτό να τεθεί και λυθεί ευθέως στη Βουλή, με πλήρη ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών. Εκτός και αν η σχέση μας με τη Δημοκρατία, και μάλιστα τη συμμετοχική δημοκρατία της διαβούλευσης, είναι μια σχέση εικονική και υποκριτική που την επικαλούμαστε όταν δεν μπορούμε να επιβάλλουμε διαφορετικά την άποψή μας.

Τρίτον, ο κ. Σταθόπουλος είναι ανακριβής και προσβλητικός όταν γράφει στο άρθρο του ότι στο βιβλίο μου για τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας (που είχε την καλοσύνη να παρουσιάσει δημόσια με επαινετικούς, τότε, λόγους) αναφέρομαι «δι' ολίγων και στο ζήτημα των ταυτοτήτων, υποστηρίζοντας επί της ουσίας τη σωστή λύση, ότι δηλαδή η εγγραφή του θρησκεύματος δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα». Αν έκανε τον κόπο να ανατρέξει στο βιβλίο μου, που παρουσίασε, θα διαπίστωνε ότι αφιερώνω στο ζήτημα ένα ολόκληρο κεφάλαιο (σελ. 163-174) και καταλήγω στη θέση (σελ. 173/174) ότι «ναι μεν το θρήσκευμα δεν πρέπει να περιλαμβάνεται σε ένα δελτίο αναγνώρισης του προσώπου, αλλά αυτό προϋποθέτει μεταβολή της σχετικής νομοθεσίας και ρύθμιση μιας σειράς συναφών και συμπλεκομένων θεμάτων. Δεν αρκεί μια σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα απευθυνόμενη στη διοίκηση και σχετική ενέργεια της διοίκησης. Η επιλογή της νομοθετικής οδού θα έδινε εκ των πραγμάτων την ευκαιρία να ενημερωθούν και ενδεχομένως να πειστούν, μέσα από μία καλόπιστη συζήτηση, όσοι θεωρούν ότι η μη αναγραφή του θρησκεύματος συνιστά περιορισμό της θρησκευτικής τους ελευθερίας...». Αυτή η θέση διατυπώθηκε δημόσια σε επιστημονικά περιοδικά αλλά και με άρθρα μου σε εφημερίδες (π.χ. «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 28.5.2000) καθώς και σε πλειάδα συνεντεύξεων και δηλώσεών μου σε πάμπολλα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης. Πού είναι λοιπόν η «διγλωσσία»; Κατά ποία λογική είμαι υποχρεωμένος να ακολουθώ μια θέση χωρίς αποχρώσεις και πολύ περισσότερο να αντιδρώ με ένα «ναι» ή με ένα «όχι» στις απόψεις του κ. Σταθόπουλου;

Και για να έρθω στην πολιτική ουσία του ζητήματος. Το οριακό αποτέλεσμα των εκλογών του 2000 καθιστούσε άραγε πρώτη προτεραιότητα της κυβερνητικής πολιτικής το ζήτημα των ταυτοτήτων και την έμμεση οριοθέτηση των σχέσεων κράτους και εκκλησίας; Τώρα, μετά περίπου πέντε χρόνια, ο κ. Σταθόπουλος θεωρεί ότι διαμορφώθηκε κάποιο ιδεολογικό μέτωπο στο οποίο νίκησαν οι δυνάμεις του εκσυγχρονισμού και της κοσμικότητας και ηττήθηκαν οι δυνάμεις της οπισθοδρόμησης και της «θρησκευτικότητας»; Αν πιστεύει σε τόσο απλουστευτικά σχήματα, θα τον παρακαλούσα να διαβάσει προσεκτικότερα τις έρευνες των τάσεων της κοινής γνώμης σε αξιακού χαρακτήρα θέματα και βέβαια τις αναλύσεις του εκλογικού αποτελέσματος του Μαρτίου του 2004. Επειδή δε στο υστερόγραφο του άρθρου του δηλώνει ότι σχεδόν μου κάνει τη χάρη που δεν μου εξηγεί τις αιτίες της ήττας του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, τον παρακαλώ να το κάνει σκεπτόμενος απλώς ότι διαχειρίστηκε κι αυτός, και μάλιστα με προνομιακούς όρους, έναν κρίσιμο τομέα για ένα κρίσιμο διάστημα.

ΥΓ.: Κλείνω και εγώ με ένα υστερόγραφο για τα ατομικά δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Το σημαντικότερο ατομικό δικαίωμα είναι η προσωπική ελευθερία και η ατομική ασφάλεια που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και εξειδικεύονται κυρίως στο ουσιαστικό και το δικονομικό ποινικό δίκαιο. Οποτε θέλει ο κ. Σταθόπουλος μπορούμε να το συζητήσουμε αυτό με κείμενα αναφοράς αρχικά σχέδια νόμου που εισήχθησαν για συζήτηση σε συλλογικά κυβερνητικά όργανα, τελικά σχέδια και ψηφισμένους νόμους κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

 



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Ελευθεροτυπία, 4 Ιουνίου 2004, στο άρθρο του κ. Μ. Σταθόπουλου, πρώην υπουργού Δικαιοσύνης, με τίτλο «Ταυτότητες και Ιερές Συμμαχίες. Μία απάντηση στις απόψεις του Ευάγγελου Βενιζέλου» 

 

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΆρθρα 2004