13 Απριλίου 2004

H ιστορία του Κυπριακού είναι μία ιστορία διλημμάτων, οι απαντήσεις στα οποία κρίνονται όχι συγκυριακά αλλά μέσα στην εξέλιξη του μακρού ιστορικού χρόνου. Είναι συνεπώς προφανές ότι ο κυπριακός Ελληνισμός καλείται να αποφασίσει με βάση τα δεδομένα του 2004, τα οποία διαμορφώθηκαν σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του '50 έως σήμερα, με σημεία τομής τον διαχωρισμό του 1963, την εισβολή του 1974, τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και του 1979, τη σύνδεση της σχέσης Τουρκίας - Ευρωπαϊκής Ένωσης με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ένωση που έγινε από το 1995 και μετά και φυσικά την εμφάνιση της πρωτοβουλίας Ανάν τον Νοέμβριο του 2002 και την υπογραφή της συνθήκης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 16η Απριλίου 2003 που ενεργοποιείται από 1ης Μαΐου 2004.

Άρα, όπως δεν μπορεί να αγνοεί κάποιος το γεγονός ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλάζει σε σημαντικό βαθμό τα δεδομένα, έτσι δεν μπορεί να αγνοεί και το γεγονός ότι πολλές κρίσιμες καταστάσεις διαμορφώθηκαν εδώ και δεκαετίες και έκτοτε συνδιαμορφώνουν, εκ των πραγμάτων, το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το Κυπριακό ζήτημα.

Τι κρίνεται

Αυτό που καλείται να κρίνει ο Ελληνοκύπριος πολίτης στις 24 Απριλίου δεν είναι συνεπώς μόνον η λειτουργικότητα και η ισορροπία του τελικού σχεδίου Ανάν, αλλά οι αρνητικές και οι θετικές επιπτώσεις της τυχόν αποδοχής ή της τυχόν απόρριψης του σχεδίου. H ουσία του σχεδίου είναι βέβαια ένα βασικό κριτήριο. Τα δύο όμως ερωτήματα δεν ταυτίζονται. Γιατί η εξέλιξη της πρωτοβουλίας Ανάν και η ίδια η οργάνωση των δημοψηφισμάτων, ως γεγονότα, παράγουν από μόνα τους σημαντικά διεθνοπολιτικά αποτελέσματα.

O Ελληνοκύπριος πολίτης καλείται συνεπώς, εκ των πραγμάτων, να αξιολογήσει όχι μόνον το σχέδιο αλλά και τις επιπτώσεις της απόφασής του για αυτό. Στην Ελλάδα υπάρχει πλήρης σεβασμός της κυριαρχίας του κυπριακού λαού. Και άρα του δικαιώματος των Κυπρίων πολιτών να αποφασίσουν για την τύχη του νησιού και τη δική τους. H τύχη όμως της Κύπρου είναι στενά συνδεδεμένη με την τύχη όλου του Ελληνισμού και άρα οι όποιες θετικές, αρνητικές ή διφορούμενες επιπτώσεις της απόφασης της 24ης Απριλίου αφορούν ευθέως και την Ελλάδα, τους Έλληνες πολίτες και τον Ελληνισμό γενικότερα, γιατί επηρεάζουν τη διεθνή θέση και της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας και ιδίως την αποτελεσματική παρουσία των δύο κρατών στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, γενικότερα, της διεθνούς κοινωνίας.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα, οι πολίτες, τα κόμματα, η Βουλή και η κυβέρνηση έχουν την υποχρέωση να διατυπώσουν εγκαίρως τη θέση τους, προκειμένου να συνεκτιμηθεί και αυτή από το αποφασίζον όργανο, που είναι ο λαός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κανονικά η θέση αυτή έπρεπε να διατυπωθεί με την ορθή θεσμικά και πολιτικά σειρά: να προηγηθούν τα κυπριακά πολιτικά κόμματα και να ακολουθήσουν η ελληνική κυβέρνηση και τα ελλαδικά πολιτικά κόμματα. Ήδη όμως οι ημέρες περνούν, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα κυπριακά κόμματα έχουν, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, τοποθετηθεί και η ελληνική κυβέρνηση υπεκφεύγει, αρκούμενη σε σιβυλλικές και διαδικαστικές δηλώσεις. Είναι εμφανές ότι το «σύνδρομο της Ζυρίχης» την οδηγεί σε έντονη αμηχανία λόγω του παραλυτικού φόβου του πολιτικού αλλά και του ιστορικού κόστους. Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ασκηθεί υπεύθυνη και μακροπρόθεσμη εξωτερική πολιτική.

Μια καθαρή θέση διατυπωμένη εγκαίρως, με την ευθύνη που επιβάλλει η συνείδηση της Ιστορίας, την επιφυλακτικότητα που επιβάλλει το αβέβαιο διεθνές περιβάλλον και με τη μετριοπάθεια που επιβάλλει η λογική, αποτελεί εκδήλωση σεβασμού και τιμής προς τον Κύπριο πολίτη που καλείται να λάβει μία απόφαση ζωής και προς τον Έλληνα πολίτη που παρακολουθεί και αγωνιά. Είναι λογικό για τη διαμόρφωση της απόφασής του ο κυπριακός Ελληνισμός να θέλει να συνεκτιμήσει και τη στάση της Ελλάδας.

Αντίρρηση επί της αρχής;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τελικό σχέδιο Ανάν, αξιολογούμενο από την οπτική γωνία τόσο του συνταγματικού όσο και του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου, είναι ένα πολύπλοκο υβρίδιο. Αυτό το υβρίδιο μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο αν ληφθεί υπόψη το κυπριακό Σύνταγμα του 1960, ως προϊόν των Συνθηκών της Ζυρίχης και του Λονδίνου και η τραγική και προκλητική πραγματικότητα που εγκαθιδρύθηκε με τη δύναμη των όπλων στο νησί από το 1974 και μετά.

Είναι πολλοί αυτοί που αξιολογούν το σχέδιο Ανάν με βάση τα επιμέρους σημεία του και τη στάθμισή τους, έτσι ώστε να καταγραφούν οι αμφοτεροβαρείς και οι ετεροβαρείς ρυθμίσεις του από την οπτική γωνία της μιας και της άλλης πλευράς. H απορριπτική θέση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας βασίστηκε στην απόρριψη όλων σχεδόν των επιμέρους σημείων του σχεδίου Ανάν. Όταν η κριτική είναι τόσο έντονη, απόλυτη και καθολική, το ερώτημα που τίθεται είναι με ποιες επιμέρους βελτιώσεις στη Λουκέρνη ένα τόσο κακό και απαράδεκτο σχέδιο θα γινόταν ανεκτό και αποδεκτό; Φοβούμαι με καμία. Οι αντιρρήσεις κατά του σχεδίου συνεπώς δεν αφορούν επιμέρους σημεία, που θα μπορούσε να είναι ίσως βελτιωμένα, αλλά την ίδια τη φιλοσοφία του σχεδίου, την αρχή της διζωνικής και δικοινοτικής λύσης. H αρχή όμως αυτή έχει γίνει δεκτή ήδη από το 1977-1979 με τις Συμφωνίες υψηλού επιπέδου Μακαρίου - Ντενκτάς και Κυπριανού - Ντενκτάς. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι με βάση την εμπειρία της περιόδου 1960-1963 τα διζωνικά στοιχεία είναι, παρά τα μειονεκτήματά τους, προτιμότερα από τα δικοινοτικά στοιχεία που είναι πολύ περισσότερο δυσλειτουργικά αλλά και επικίνδυνα, γιατί είναι διάχυτα μέσα στον χώρο. Εάν συνεπώς υπήρχε και υπάρχει αντίρρηση ως προς τη φιλοσοφία και την αρχή του σχεδίου Ανάν, γιατί συνήψε η ελληνοκυπριακή πλευρά τη Συμφωνία της Νέας Υόρκης και αποδέχθηκε τη διαδικασία της Λουκέρνης; H απάντηση που λέει ότι το τελικό σχέδιο δεν είναι προϊόν διαπραγμάτευσης με την άλλη πλευρά, αλλά αποτέλεσμα επιδιαιτησίας του Γενικού Γραμματέα είναι επίσης αρκετά προβληματική, γιατί είναι σαν να θεωρούμε ότι η στάση της Τουρκίας θα μπορούσε να είναι θετικότερη για εμάς από την επιδιαιτητική στάθμιση που έκανε ο Γενικός Γραμματέας. Αυτό όμως δεν συνέβη ποτέ τα τριάντα χρόνια της συνεχόμενης κατοχής. Τριάντα χρόνια, κατά τα οποία οι ελπίδες μας επενδύονταν στον ΟΗΕ και τις πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα.

Τα κριτήρια

Το ερώτημα βέβαια είναι με ποια κριτήρια γίνεται η αξιολόγηση του σχεδίου Ανάν τόσο επί της αρχής όσο και επί των ειδικότερων ρυθμίσεών του. Είναι προφανές ότι η αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνει με κριτήριο μια ιδεατή λύση που θα μπορούσαμε να γράψουμε μόνοι μας. H αξιολόγηση γίνεται συνεπώς με κριτήριο τον συσχετισμό των δυνάμεων, στοιχείο του οποίου είναι και η ευρωπαϊκή και η διεθνής νομιμότητα. Τόσο άλλωστε η ευρωπαϊκή όσο και η διεθνής νομιμότητα είναι φανερό, ιδίως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ότι επηρεάζονται, πολλές φορές απροκάλυπτα, από τον συσχετισμό των δυνάμεων. Αυτό είναι αναντίρρητο για τη διεθνή νομιμότητα, ως προς δε την ευρωπαϊκή νομιμότητα αυτό ισχύει στα πολύ μεγάλα θέματα, γιατί στα θέματα που αφορούν τα άτομα και ειδικότερες τεχνικού χαρακτήρα ρυθμίσεις, όντως η λειτουργία των δικαστικών θεσμών διασφαλίζει τον λεγόμενο ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό.

H σημασία της ένταξης

Είναι βέβαια πολλοί αυτοί που οικοδομούν τον συλλογισμό τους στο σημαντικό γεγονός πως από 1ης Μαΐου 2004, η Κυπριακή Δημοκρατία καθίσταται μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. H θέση τους συνεπώς είναι ότι μέσα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου θα προκύψει ένα νέο καλύτερο momentum για τη λύση του Κυπριακού.

Αν υπήρχε η προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα επόμενα π.χ. είκοσι χρόνια, θα θεωρούσα πολύ κρίσιμο το στοιχείο αυτό. Θεωρώ όμως ότι τέτοιο ενδεχόμενο δεν διαγράφεται πραγματικά. Το πιθανότερο είναι μια στενότερη προνομιακή σχέση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας που δεν θα διαμορφώνει όμως έναν ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο στην Κύπρο, μέσα στον οποίο θα μπορούσε να λυθεί με τρόπο αυτόματο και φυσιολογικό το κυπριακό ζήτημα, με την απλή εφαρμογή του κοινοτικού δεδομένου σε όλη την επικράτεια και όλους του πολίτες του νησιού.

H διαφορά στις εκτιμήσεις αφορά ουσιαστικά τον πολιτικό και γεωστρατηγικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις ευεργετικές επιπτώσεις που έχει η ένταξη ενός κράτους στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. H ένταξη είναι σοβαρότατη εξέλιξη, γιατί καθιστά το κοινοτικό κεκτημένο σημαντική παράμετρο του ζητήματος και γιατί λειτουργεί ως θώρακας, προσθέτοντας έναν ακόμη συντελεστή ασφάλειας για το ελεύθερο τμήμα του νησιού. Από το σημείο όμως αυτό μέχρι του σημείου να πιστεύουμε ότι η ένταξη λύνει από μόνη της προβλήματα όπως το Κυπριακό, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Αλλιώς η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εδώ και είκοσι τρία χρόνια, θα έπρεπε να έχει εξαφανίσει τα υφιστάμενα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δυστυχώς όμως σε κάθε δύσκολη στιγμή είναι οι ΗΠΑ και όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση ο παράγων που δείχνει κινητικότητα.

Από την άλλη μεριά, η ένταξη που λειτουργεί ως κρίσιμο θεσμικό επιχείρημα και ως θώρακας συνοδεύεται και από μια σειρά σοβαρών υποχρεώσεων. H στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας απέναντι στους Τουρκοκυπρίους που θα θελήσουν να λειτουργήσουν ως πολίτες της, υπακούει πλέον σε ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Τα δε κοινοτικά κονδύλια, ούτως ή άλλως, θα κατευθύνονται και στο κατεχόμενο τμήμα. Άλλωστε, η αναπτυξιακή σύγκλιση είναι κάτι που πρέπει να απασχολεί την ελληνοκυπριακή πλευρά έντονα καθώς η ανάπτυξη είναι αυτή που αλλάζει και τα δημογραφικά δεδομένα και τις πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές.

Άρα η ένταξη είναι σίγουρα κάτι πολύ σημαντικό, δεν πρέπει όμως να οδηγεί σε νέες ψευδαισθήσεις και κυρίως δεν πρέπει να οδηγεί σε μία επιπόλαιη «αποδιεθνοποίηση» του Κυπριακού με την απομάκρυνσή του από το πλαίσιο του ΟΗΕ και τον αυτοπεριορισμό του στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αμιγώς δε πολιτικό επίπεδο πρέπει να συνεκτιμήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα εκδηλωθεί η προσπάθεια της Τουρκίας να εμφανιστεί στις ευρωπαϊκές και διεθνείς της σχέσεις «αποενοχοποιημένη» σε σχέση με το Κυπριακό, λόγω της εκ μέρους της αποδοχής του σχεδίου Ανάν. Το ίδιο θα συμβεί, ώς ένα βαθμό, και με την τουρκοκυπριακή οντότητα που θα διεκδικήσει όχι τη νομική αναγνώρισή της, αλλά τη σαφέστερη αποδοχή της ως μιας πραγματικότητας, αποδοχή που, ούτως ή άλλως, έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό δυστυχώς γίνει, καθώς εδώ και χρόνια εμφανίζεται σε όλες τις διαδικασίες, τις συζητήσεις και τις συμφωνίες ως το «άλλο μέρος».

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 13 Απριλίου 2004

 

Tags: Άρθρα 2004