14 Απριλίου 2004


Όπως είδαμε χθες το ερώτημα δεν είναι απλώς και μόνον αν το σχέδιο είναι αποδεκτό ή όχι, αλλά ποιες είναι οι θετικές και ποιες είναι οι αρνητικές επιπτώσεις της απόρριψής του, σε αντιδιαστολή προς το status quo με την προσθήκη του νέου στοιχείου της ένταξης. Διαμορφώνονται έτσι τρεις στήλες στοιχείων. Στην πρώτη περιλαμβάνονται τα θετικά της αποδοχής του σχεδίου, στη δεύτερη καταγράφω τα αρνητικά της αποδοχής του σχεδίου και στην τρίτη τα δεδομένα του status quo μετά την προσθήκη της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


H εικόνα είναι, κατά τη γνώμη μου, η εξής:

1.
Στο εδαφικό το θετικό της αποδοχής είναι η επιστροφή ενός τμήματος των κατεχόμενων εδαφών, με κύρια σημεία την Αμμόχωστο και τη Μόρφου. Στα αρνητικά της αποδοχής του σχεδίου καταγράφεται η αναγνώριση του τουρκοκυπριακού ελέγχου στα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη. Το status quo είναι η κατοχή όλου του βορείου τμήματος, η δε ένταξη προσθέτει το νομικό και μόνο στοιχείο ότι όλο το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας θεωρείται κοινοτικό. H εφαρμογή όμως του κοινοτικού δικαίου αναστέλλεται ως προς τα κατεχόμενα.

2. Ως προς την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων, το θετικό της αποδοχής είναι η σταδιακή μείωσή τους, ενώ το αρνητικό της αποδοχής είναι η αναγνώριση πλέον της παρουσίας ενός αριθμού Τούρκων στρατιωτών. Το status quo στηρίζεται στην παρουσία όλου του όγκου των τουρκικών στρατευμάτων, η δε ένταξη δεν φαίνεται να έχει κάποια άμεση επίπτωση στο κρίσιμο αυτό στοιχείο. Κατά την ίδια λογική, είναι απολύτως εσφαλμένο να ερμηνεύουμε τη συνθήκη εγγυήσεως και το ανύπαρκτο μονομερές δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης σύμφωνα με τις τουρκικές απόψεις, ενώ από το 1974 έως σήμερα δίνουμε μία επίμονη και αγωνιώδη μάχη διεθνώς, προβάλλοντας το τελείως αντίθετο επιχείρημα.

3. Στο ζήτημα των εποίκων τα θετικά της αποδοχής του σχεδίου είναι η θέσπιση μηχανισμού ελέγχου και ο περιορισμός του αριθμού τους. Το αρνητικό της αποδοχής είναι η αναγνώριση ενός σημαντικού αριθμού εποίκων ως πολιτών της Κύπρου. Το δε status quo είναι η ανεξέλεγκτη ροή και παραμονή εποίκων, χωρίς η ένταξη να φαίνεται να ασκεί κάποια άμεση θετική επιρροή στο ζήτημα αυτό.

4. Στο ζήτημα της επιστροφής των προσφύγων, η αποδοχή διασφαλίζει τη σταδιακή επιστροφή ενός σημαντικού αριθμού, το αρνητικό δε της αποδοχής του σχεδίου είναι ότι γίνεται πλέον αποδεκτή η μη επιστροφή των υπολοίπων. Το status quo είναι η συνεχιζόμενη απομάκρυνση του συνόλου των προσφύγων από τις εστίες τους, χωρίς η ένταξη να ασκεί και εδώ κάποια άμεση επιρροή, τουλάχιστον σε προβλεπτό χρονικό ορίζοντα.

5. Στο ζήτημα της επιστροφής των περιουσιών και της ελεύθερης εγκατάστασης το θετικό της αποδοχής του σχεδίου είναι η μερική επιστροφή των περιουσιών και η υπό όρους και περιορισμούς άσκηση του δικαιώματος της εγκατάστασης. Το αρνητικό της αποδοχής του σχεδίου συνίσταται στην αναγνώριση των περιορισμών αυτών, μέσα όμως στο γενικότερο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου που λειτουργεί ως ένα είδος τεκμηρίου ερμηνείας. Το status quo είναι η πλήρης αδυναμία πραγματικής απόλαυσης των περιουσιακών δικαιωμάτων και η πλήρης αδυναμία άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης, χωρίς η ένταξη ως νομικό γεγονός να φαίνεται να αλλάζει από μόνη της κάτι από τα πραγματικά αυτά δεδομένα.

6. Στο ζήτημα του κόστους της οικονομικής και αναπτυξιακής σύγκλισης των δύο πλευρών, η αποδοχή του σχεδίου οδηγεί αναμφίβολα στην ανάληψη ενός σημαντικού μέρους του βάρους από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Το αντιστάθμισμα είναι οι νέες επενδυτικές ευκαιρίες που ανοίγονται. Σε περίπτωση απόρριψης, το πρόβλημα εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό. Είναι δε όρος συνύπαρξης στο νησί η σταδιακή οικονομική σύγκλιση, προς όφελος πρωτίστως της ελληνοκυπριακής πλευράς. ʼρα, ούτως ή άλλως, ένα σημαντικό τμήμα του κόστους πρέπει να καταβληθεί ουσιαστικά για λόγους ασφάλειας. Το status quo μετά την ένταξη θα οδηγεί σημαντικά κοινοτικά κονδύλια στο βόρειο τμήμα.

7. Στο μείζον ζήτημα της ενότητας και της λειτουργικότητας του κυπριακού κράτους, το θετικό της αποδοχής είναι η διασφάλιση της ενότητας στο επίπεδο του κοινού κράτους, υπό το κέλυφος του οποίου λειτουργούν τα δύο ομόσπονδα κράτη. Το αρνητικό είναι το ενδεχόμενο να εμφανιστούν δυσλειτουργίες που μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο καλόπιστα και με ευρωπαϊκό πνεύμα, αλλιώς μπορεί να οδηγήσουν σε κρίση, με ακραία ίσως επίπτωση τον διαχωρισμό των δύο ομόσπονδων κρατών, στα νέα όμως εδαφικά τους δεδομένα. Αν ως αρνητικό θεωρηθεί το γεγονός ότι αναγνωρίζεται η τουρκοκυπριακή οντότητα με τη μορφή συνιστώντος κράτους, τότε θετικό πρέπει να θεωρηθεί ο περιορισμός της οντότητας αυτής σε αυτό το επίπεδο και όχι στο επίπεδο του κράτους που είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου και μέλος του ΟΗΕ. Το status quo, ακόμα και μετά την ένταξη, συνίσταται στην ύπαρξη συνόρων στο νησί, στην ύπαρξη δύο κρατικών οντοτήτων, μίας νόμιμης και αναγνωρισμένης και μίας παράνομης και μη αναγνωρισμένης αλλά υπαρκτής, η οποία γίνεται εκ των πραγμάτων αποδεκτή ως διεθνής συνομιλητής και παράγων, ως η «άλλη πλευρά».

8.
Κατά την ίδια λογική, τέλος, στο κεντρικό ζήτημα της εφαρμογής και της επιρροής του κοινοτικού δικαίου, το θετικό της αποδοχής του σχεδίου είναι η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, πλην των σοβαρών αλλά συγκεκριμένων παρεκκλίσεων. Το αρνητικό είναι η αποδοχή των παρεκκλίσεων αυτών με τη μορφή μεταβατικών διατάξεων. Το status quo, ακόμη και μετά την ένταξη, οδηγεί στην κατ' όνομα εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου σε όλο το νησί, αλλά στην εν τοις πράγμασι εφαρμογή του μόνο στο ελεύθερο τμήμα, καθώς προβλέπεται η αναστολή του στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού. Πλην της ροής αναπτυξιακών κεφαλαίων που θα κατευθύνονται και στο βόρειο τμήμα.

H διαχείριση της επόμενης ημέρας


H καταγραφή αυτή είναι πιστεύω εύγλωττη. H στάθμιση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Το δίλημμα είναι ιστορικό. Πρέπει όμως να απαντηθεί. Και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την επόμενη ημέρα, η οποία θα είναι ούτως ή άλλως εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική, είτε γίνει αποδεκτό είτε απορριφθεί το σχέδιο Ανάν. H διαχείριση της επόμενης ημέρας απαιτεί ενότητα, ικανότητα και αξιοπιστία, τόσο της κυπριακής όσο και της ελληνικής πλευράς. Οι προϋποθέσεις αυτής της ενότητας, της ικανότητας και της αξιοπιστίας διαμορφώνονται τώρα, με βασικό κριτήριο τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το δίλημμα. Γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία να διατυπώνουμε με αλληλοσεβασμό, ειλικρίνεια, σαφήνεια και πληρότητα τον συλλογισμό μας και τη θέση μας ενώπιον των πολιτών, αλλά και ενώπιον της Ιστορίας. H δύσκολη αυτή στάθμιση καταλήγει, κατά την άποψη που διετύπωσε ήδη το ΠΑΣΟΚ, στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή του σχεδίου Ανάν, παρά τα προφανή και έντονα προβλήματά της, περιέχει περισσότερα θετικά από αρνητικά στοιχεία και εξοπλίζει με περισσότερες δυνατότητες, μέσα στον υφιστάμενο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, τον κυπριακό Ελληνισμό, την Ελλάδα και τον Ελληνισμό στο σύνολό του. Και η αντίθετη στάθμιση έχει βέβαια τα ισχυρά επιχειρήματά της που έπρεπε όμως να διατυπωθούν νωρίτερα και να οδηγήσουν σε άρνηση αποδοχής της συμφωνίας της Νέας Υόρκης και της διαδικασίας της Λουκέρνης. Άρνηση η οποία θα είχε πολύ μικρότερες αρνητικές επιπτώσεις από αυτό που φαίνεται ότι συμβαίνει τώρα.

Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες θα είμαστε πάντοτε μαζί. H θέση των Ελληνοκυπρίων πολιτών είναι εξ ορισμού απολύτως σεβαστή. Οφείλουμε όμως να θέσουμε με σαφήνεια το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε, χωρίς άλλα να λέμε και άλλα να εννοούμε και χωρίς να επαναλαμβάνουμε εύκολα στερεότυπα.

Αν είναι πολλοί πλέον στην Κύπρο αυτοί που προβληματίζονται, μέχρι του σημείου της άρνησης, με την προοπτική μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδιακής λύσης, καλό είναι να το πουν ευθέως για να δούμε πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε μια ανάλογη, ασφαλή και αποτελεσματική στρατηγική.

Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη ημέρα πρέπει να βρει ενωμένο τον ελληνοκυπριακό λαό, σε στενή συνεργασία με την Ελλάδα και τους πολιτικούς εκπροσώπους της.

Σε περίπτωση αποδοχής του σχεδίου, το πρώτο ζήτημα που τίθεται επιτακτικά, είναι η ερμηνεία και η εφαρμογή των ρυθμίσεων της συνθήκης εγκαθίδρυσης και του Συντάγματος, με τρόπο που διασφαλίζει ισονομία, ισορροπία και λειτουργικότητα, δηλαδή με τον ορθό τρόπο και όχι με αυτόν που χρησιμοποιούν τώρα οι υποστηρικτές της απορριπτικής θέσης γα να ενισχύσουν τα επιχειρήματά τους, τα οποία αύριο μπορεί να λειτουργήσουν αντίστροφα.

Σε περίπτωση απόρριψης του σχεδίου, το επείγον και κρίσιμο ζήτημα είναι η διαμόρφωση μίας στρατηγικής που να αξιοποιεί τη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι όμως με την ψευδαίσθηση της αυτόματης, ενεργού και αποτελεσματικής ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, αλλά με τη ρεαλιστική αίσθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα πεδίο διαρκούς και σκληρής διαπραγμάτευσης. Διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο της οποίας το καθοριστικό στοιχείο είναι ο συσχετισμός των δυνάμεων, οι συμβιβασμοί, οι ανταλλακτικές σχέσεις, οι πιέσεις μέσω της κατανομής κονδυλίων και του ελέγχου της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας. Θα ήταν επίσης προφανές λάθος η εγκατάλειψη του πεδίου του ΟΗΕ και ο αυτοπεριορισμός στο πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρκεί βέβαια να αποσαφηνίσουμε εάν στρατηγικός μας στόχος παραμένει η διζωνική, δικοινοτική, ομοσπονδιακή λύση και βασικός μοχλός η ανάγκη της Τουρκίας για μια όσο γίνεται καλύτερη και στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

H Ιστορία δεν έχει τέλος, έχει όμως κρίσιμες καμπές που αξιολογούνται πολύ αργότερα. H αποδοχή λύσεων συνεπάγεται ανάληψη ευθυνών που προσωποποιούνται και καταλογίζονται εύκολα. H απόρριψη λύσεων, στο όνομα καλύτερων λύσεων που θα έλθουν αργά ή γρήγορα, μπορεί να προσωποποιείται αλλά δεν καταλογίζεται εύκολα, γιατί πάντοτε υπάρχει το επιχείρημα ότι ο χρόνος, όπως κυλά, φέρνει κάποτε νέες δυνατότητες και ευκαιρίες. Το ζήτημα είναι σε τελική ανάλυση ζήτημα ειλικρίνειας με την Ιστορία και τον εαυτό μας και ζήτημα αντοχής και υπομονής που σίγουρα ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης ζωής και μετριέται με μέτρα ιστορικά, τα οποία είναι πολύ σοβαρά, αλλά συνήθως αόριστα.

Ας γράψουμε λοιπόν αυτό το κεφάλαιο της Ιστορίας όπως θέλουμε, ως Ελληνισμός, χωρίς να μεταθέτουμε όμως τις ευθύνες σε άλλους



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 14 Απριλίου 2004

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΆρθρα 2004