16 Απριλίου 2004


Αυτά που προέκυψαν από τη χθεσινή συνάντηση των πολιτικών αρχηγών επιδέχονται δύο αναγνώσεις. Είναι σίγουρα πολύ ικανοποιητικό το γεγονός ότι έστω και αργά, έστω και με διαμορφωμένες ήδη τις τάσεις της κοινής γνώμης στην Κύπρο, σχηματίζεται στην Ελλάδα, έπειτα από προσεχτική και δύσκολη στάθμιση, ένα ευρύ μέτωπο συναίνεσης υπέρ της αποδοχής του σχεδίου Ανάν είτε αυτό διατυπώνεται ευθέως είτε αυτό διατυπώνεται εμμέσως πλην σαφώς. Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμός συμπίπτουν από την άποψη αυτή.

Από την άλλη όμως μεριά, προκαλεί βαθύ προβληματισμό και ανησυχία το γεγονός ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός αδυνατεί να διατυπώσει ευθέως τη θέση του, τάσσεται εμμέσως πλην σαφώς υπέρ του NAI όντας πλέον βέβαιος ότι θα υπερισχύσει το ΟΧΙ και δηλώνει ούτε λίγο ούτε πολύ ότι και το NAI και το ΟΧΙ ως αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι γι' αυτόν εξίσου καλά ή εξίσου αδιάφορα. H καθυστερημένη και ασαφής αυτή στάση εμφανίζεται ως ένδειξη σεβασμού προς τους Ελληνοκύπριους πολίτες και τα κυπριακά πολιτικά κόμματα, ενώ οι μετρήσεις δείχνουν ότι οι Ελληνοκύπριοι πολίτες ήθελαν σε ποσοστό 71% να γνωρίζουν τη θέση της Ελλάδος, τα δε μεγάλα κυπριακά πολιτικά κόμματα βρίσκονται σε προφανή αδυναμία διατύπωσης μιας σαφούς και ενιαίας θέσης.

Είναι προφανές ότι ο σημερινός Πρωθυπουργός διέπεται από το «σύνδρομο της Ζυρίχης». Δεν θέλει να αναλάβει βάρη και να υποστεί φθορές ανάλογες με αυτές που υπέστη ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1960. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός επιδιώκει να έχει τους πάντες ευχαριστημένους: και τον ΟΗΕ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον Πρόεδρο των οποίων συνομιλεί συχνά, και την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Κύπριο Πρόεδρο και τους οπαδούς του ΟΧΙ και τους οπαδούς του NAI. Το πιο κρίσιμο όμως είναι ότι θέλει να έχει ευχαριστημένη και την Τουρκία. Τονίζει διαρκώς ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα εξελιχθούν ομαλά, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. H απόρριψη όμως του σχεδίου Ανάν δεν συνιστά λύση. Αφήνει το Κυπριακό ανοιχτό, εκτός και αν κάποιοι φλερτάρουν με την ιδέα τής ντε φάκτο διχοτόμησης. H Τουρκία είναι ενεργός παράγων του κυπριακού προβλήματος. Στη Λουκέρνη ήταν ο κ. Ερντογάν και όχι ο κ. Ντενκτάς αυτός που διαπραγματεύτηκε και ίσως αυτό να είναι το κομβικό σημείο της όλης υπόθεσης. Ελπίζω συνεπώς ο κ. Καραμανλής να μην εξαγγέλλει με ευγενικό τρόπο μια δραματική αλλαγή του δόγματος που διέπει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θεωρώντας ότι αυτές δεν επηρεάζονται πλέον από το Κυπριακό. Αυτό δεν είναι συμπαράσταση σε μια Κύπρο που αποφασίζει μόνη της, αλλά μία εκ του πλαγίου απεμπλοκή που κινδυνεύει να αποδυναμώσει το εθνικό μέτωπο.

Στην πολιτική γενικά και ιδίως στην εξωτερική πολιτική είναι δύσκολο να αποφεύγεις το πολιτικό κόστος και να τους έχεις όλους ευχαριστημένους, γιατί έτσι κινδυνεύεις να αναλάβεις μεγάλο ιστορικό κόστος ακόμη και άθελά σου.

H στρατηγική της επόμενης μέρας, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ή μάλλον με συντριπτικά πιθανότερο ένα ΟΧΙ, απαιτεί μία σαφή και ενιαία ελλαδική και ελληνοκυπριακή στάση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας όσο και ως προς τα κρίσιμα σημεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το γεγονός ότι ο κ. Καραμανλής σήμερα δεν ασχολήθηκε καν με το ζήτημα της αναβολής του δημοψηφίσματος δείχνει, φοβούμαι, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι ακόμη προετοιμασμένη για τη στρατηγική της επόμενης μέρας. Την παρακαλούμε να το κάνει το ταχύτερο, συνεννοούμενη εκ των προτέρων και όχι εκ των υστέρων με την αντιπολίτευση. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 16 Απριλίου 2004 

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΆρθρα 2004