18 Ιουλίου 2004


Με ανησυχεί, για να μην πω ότι με τρομάζει, η συζήτηση που γίνεται συχνά για το λεγόμενο «τέλος της Μεταπολίτευσης». Η συζήτηση αυτή φοβούμαι ότι δείχνει άγνοια για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι διάφορες ιστορικές περίοδοι, όχι ως άσκηση επιστημονικής μεθοδολογίας αλλά ως πραγματική κατάσταση. Αν η Μεταπολίτευση ορίζεται στην αφετηρία της από την πτώση της δικτατορίας, μπορεί να οριστεί στο τέλος της μόνον από ένα αντίστοιχης σημασίας γεγονός. Και τέτοιο ευτυχώς δεν έχει συμβεί.

Βιώνουμε συνεπώς ακόμη την περίοδο της Μεταπολίτευσης και πρέπει να επιδιώκουμε να τη βιώσουμε ως τόπος για όσο γίνεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα γιατί είναι μία περίοδος αδιατάρακτης θεσμικής, πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας αλλά και προόδου. Μέσα  μάλιστα σε έναν κόσμο που την ίδια περίοδο πέρασε από τις βεβαιότητες του διπολισμού στη διάχυτη ανασφάλεια, αρχικά μεν της «νέας τάξης πραγμάτων», στη συνέχεια δε της φάσης των λεγόμενων «ασύμμετρων απειλών».

Αυτή η βασική διαπίστωση ούτε αναιρεί, ούτε παραγνωρίζει τα προβλήματα, τις αντιθέσεις, τις ανισότητες, τις ανάγκες και τις διεκδικήσεις. Περιγράφει όμως, θέλω να πιστεύω δίκαια, το συλλογικό επίτευγμα των Ελλήνων όπως αυτό διαμορφώθηκε τα τριάντα τελευταία χρόνια. Στο επίπεδο μάλιστα των θεσμών, ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε μία συγκρίσιμη περίοδος από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους και μετά.

Έχει μ΄ άλλα λόγια, διαμορφωθεί ένα πλούσιο θεσμικό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης που λειτουργεί ως απόδειξη αλλά ταυτόχρονα και ως εγγύηση της πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας μέσα στο κέλυφος και στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού. Το θεσμικό αυτό κεκτημένο συγκροτείται κατά τη γνώμη μου από δέκα βασικές παραμέτρους:

Η πρώτη παράμετρος είναι η βαθιά και ευρεία συνταγματική συναίνεση που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας. Μετά τις δραματικές εμπειρίες της μεταεμφυλιακής περιόδου και της δικτατορίας, το Σύνταγμα του 1975, όπως αναθεωρήθηκε προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα καθαρό κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης το 1986 και όπως επιβεβαιώθηκε, εκσυγχρονίστηκε και συμπληρώθηκε με ευρύτατη αποδοχή στην αναθεώρηση του 2001, οδήγησε σ’ ένα συνταγματικό πλαίσιο- αυτό του 1975/1981/2001- που συγκεντρώνει μια πρωτοφανή κοινωνική και πολιτική αποδοχή και νομιμοποίηση.

Η Ελλάδα δεν διατυμπανίζει τον συνταγματικό της πατριωτισμό όπως κάνουν άλλες χώρες και οι Έλληνες δεν έχουν δυστυχώς υψηλό βαθμό συνταγματικής και θεσμικής αυτοεκτίμησης, επειδή είναι αιχμάλωτοι αυτουποτιμητικών στερεοτύπων του παρελθόντος. Η αλήθεια όμως είναι ότι η Ελλάδα είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τους υψηλότερους συντελεστές συνταγματικής συναίνεσης, ό,τι αυτό συνεπάγεται για την θεσμική και πολιτική σταθερότητα, αλλά και για την πολιτική και κοινωνική συνοχή της χώρας.

Η δεύτερη παράμετρος, συνέχεια της πρώτης, είναι κατ’ εξοχήν συμβολική αλλά αυτή η συμβολική λειτουργία είναι βαθύτατα πολιτική μέσα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Πρόκειται για τον απόλυτο μετασχηματισμό του Αρχηγού του Κράτους από πεδίο σύγκρουσης και κριτήριο διχασμού των Ελλήνων, όπως συνέβαινε επί βασιλείας, σε σύμβολο εθνικής ομοψυχίας και ενότητας.

Οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας από το 1974 έως σήμερα, με πλήρες παράδειγμα τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, υπηρέτησαν το θεσμό και οικοδόμησαν το πνεύμα της Μεταπολίτευσης ως πνεύμα θεσμικής και πολιτικής συναίνεσης. Σε αυτό συνέβαλε η οριστική αποσαφήνιση του ζητήματος των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας  το 1986 που δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση το 2001. Εκ του αντιθέτου δε και η οριστική επίλυση της υπόθεσης της λεγόμενης «βασιλικής περιουσίας» με όλους τους συμβολισμούς που αυτή εμπεριείχε.

Η τρίτη και πιο ουσιαστική παράμετρος είναι η ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης χωρίς αποκλίσεις και κάτω από διάφορες εκδοχές ( μονοκομματικές κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Νέας Δημοκρατίας, κυβέρνηση συνεργασίας του 1989, οικουμενική κυβέρνηση του 1990). Ποτέ άλλοτε η κοινοβουλευτική αρχή και η αρχή της δεδηλωμένης δεν είχαν λειτουργήσει τόσο καθαρά τόσο απλά και τόσο αποτελεσματικά στη χώρα μας.

Σ’ αυτό συνετέλεσε βέβαια και η τέταρτη παράμετρος που είναι η ουσιαστική σταθερότητα του εκλογικού συστήματος που έχει πλέον καταστεί και συνταγματική επιταγή. Μετά την αναθεώρηση του 2001, απαγορεύεται η αιφνιδιαστική και κατά το δοκούν μεταβολή του εκλογικού συστήματος και προβλέπεται ότι κάθε μεταβολή ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν γίνει δεκτή με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών.

Φτάσαμε έτσι στην πέμπτη παράμετρο που είναι η διασφάλιση της κυβερνητικής σταθερότητας η οποία έχει αναδειχθεί σταδιακά σε βασική αρχή του μεταπολιτευτικού κεκτημένου, ιδίως μετά την αρνητική εμπειρία της περιόδου 1989-1990 αλλά και την αρνητική εμπειρία άλλων χωρών όπως η Ιταλία.

Η έκτη παράμετρος αφορά τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Μέσα σε μία περίοδο ιδεολογικών και πολιτικών αμφισβητήσεων των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών στο όνομα της ασφάλειας, η Ελλάδα διαθέτει μία συνταγματική τάξη που κατοχυρώνει απόλυτα τα ατομικά, ομαδικά και πολιτικά δικαιώματα, κυρίως τα πιο ευαίσθητα από αυτά που είναι η ατομική ασφάλεια και η προστασία της σφαίρας του ιδιωτικού απορρήτου. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους πληρέστερους καταλόγους θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρώπη. Η συζήτηση που εστιάζεται στην προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας των μη ορθοδόξων και στη σχέση κράτους και εκκλησίας δεν πρέπει να μας κάνει να παραγνωρίζουμε το συνολικό επίπεδο προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων που ισχύει στη χώρα μας, επίπεδο σαφώς υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό δεν σημαίνει απουσία προβλημάτων ή απειλών. Κάθε άλλο. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένα από τα πιο σαφή και προστατευτικά συνταγματικά πλαίσια που λειτουργεί σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και σε λίγο – ελπίζω- διάστημα σε συνδυασμό με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η έβδομη παράμετρος αφορά την ενσωμάτωση στο θεσμικό κεκτημένο των δικαιωμάτων της λεγόμενης «τρίτης και τέταρτης γενιάς»: Της οικολογικής ευαισθησίας, του δικαιώματος στην προστασία του περιβάλλοντος, του δικαιώματος συμμετοχής στην Κοινωνία της πληροφορίας, της προστασίας της γενετικής ταυτότητας. Το ελληνικό Σύνταγμα, σε συνδυασμό με τη νομολογία, κυρίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, έχει διαμορφώσει ένα επίπεδο προστασίας από τα πληρέστερα στην Ευρώπη.

Η όγδοη παράμετρος αφορά τη συνταγματική και γενικότερα θεσμική κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους, που έχει πλέον αναγορευτεί σε ρητή συνταγματική αρχή, μετά την αναθεώρηση του 2001. Αρχή που απορρέει όμως, κυρίως, μέσα από τη συνεπή πρακτική της νομολογίας που αξιοποιεί την αρχή της αναλογικής ισότητας και τον κατάλογο των κοινωνικών δικαιωμάτων, σε συνδυασμό πάντοτε με τις ανάγκες, τις διεκδικήσεις και τις αξιώσεις μίας κοινωνίας που θέλει να νοιώθει ασφαλής και να λειτουργεί ως κοινωνία αλληλεγγύης και συνοχής. Και αυτό δεν σημαίνει ότι λύθηκαν τα προβλήματα των μεγάλων κοινωνικών συστημάτων  υγείας, ασφάλισης, πρόνοιας, στέγασης, εκπαίδευσης, ούτε σημαίνει ότι εξαλείφθηκε η απόλυτη και περιορίστηκε η σχετική φτώχεια στη χώρα μας. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει μία αμετάκλητη συνταγματική κατοχύρωση της επιδίωξης του κοινωνικού κράτους και άρα η ολοκληρωμένη και πλήρης εφαρμογή του είναι όχι μόνο μία ανάγκη αλλά και ένα δικαίωμα των πολιτών.

Η δυνατότητα εφαρμογής θετικών μέτρων για την ενίσχυση της θέσης των γυναικών και την ανατροπή άνισων καταστάσεων που υφίστανται στην πράξη καθώς και το ρητά πλέον κατοχυρωμένο δικαίωμα συμμετοχής των αναπήρων στην κοινωνική, οικονομική, επαγγελματική πολιτιστική και πολιτική ζωή της χώρας είναι δύο χαρακτηριστικές καινοτομίες της αναθεώρησης του 2001.

9. Η συνταγματική υποχρέωση ανάληψης νομοθετικών, διοικητικών και δικαστικών μέτρων κατά της διαφθοράς και υπέρ της διαφάνειας είναι πλέον μία κρίσιμη παράμετρος- η ένατη - του θεσμικού κεκτημένου της χώρας. Μία παράμετρος που αποτυπώθηκε σε μία μεγάλη δέσμη διατάξεων του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001 με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατοχύρωση των ανεξάρτητων αρχών (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Επιτροπή Προστασίας Απορρήτου Επικοινωνιών, ΑΣΕΠ, Συνήγορος του Πολίτη)

10.  Η δέκατη, τέλος, παράμετρος είναι η συμμετοχή της χώρας στη διαμόρφωση του θεσμικού κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οριστική επιλογή συμμετοχής στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τελευταίο βήμα της οποίας είναι η αποδοχή του Ευρωπαϊκού Συντάγματος μετά την διεύρυνση της Ευρώπης και την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε αυτήν. Το άρθρο 28 του Συντάγματος αναγορεύτηκε πλέον και ρητά, μετά την αναθεώρηση του 2001, σε επαρκή συνταγματική βάση για την συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι πρόκειται για μία διαδικασία εύκολη ή ευθύγραμμη, αλλά για μία διαρκή και σκληρή διαπραγμάτευση μέσα σε ένα πεδίο συγκρουόμενων στρατηγικών που προωθούνται από διάφορες ομάδες κρατών –μελών. Το πλαίσιο όμως είναι και σαφές και σταθερό.

Αυτό το θεσμικό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης, κεκτημένο που έχει ως επίκεντρό του το δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος δικαίου, με κοινοβουλευτική, κυβερνητική και πολιτική σταθερότητα, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις συλλογικές και πολιτικές ελευθερίες είναι ένα κεκτημένο που εμπλουτίζεται με νέες ελευθερίες και νέα δικαιώματα που θωρακίζουν την κοινωνία και τον πολίτη απέναντι στη νέα γενιά απειλών και συνιστούν το εισιτήριο εισόδου της χώρας μας στον 21ο αιώνα. Είναι, μ’ άλλα λόγια μία εγγύηση και μία πρόκληση στην οποία ελπίζω να απαντήσουμε ως λαός. Απαιτείται όμως για αυτό γνώση και συνείδηση της ιστορίας, ένα σημαντικό κεφάλαιο της οποίας είναι η ίδια η Μεταπολίτευση.

 


*Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής

 

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και ΕλευθερίεςΆρθρα 2004