24 Iανουαρίου 2001

1. Η πρόταση για τη θέσπιση ασυμβιβάστου μεταξύ της βουλευτικής ιδιότητας και της άσκησης επαγγέλματος προέκυψε κατά τη φάση της επεξεργασίας των υπό αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος στην Επιτροπή Αναθεώρησης και ετέθη από πολλούς βουλευτές του ΠΑΣΟΚ στις συνεδριάσεις του Κοινοβουλευτικού Τομέα Εργασίας.

Δύο είναι οι λόγοι που καθιστούν κρίσιμη την παρέμβαση αυτή. Ο πρώτος αφορά γενικότερα τον θεσμικό και πολιτικό ρόλο του βουλευτή, ενώ ο δεύτερος αφορά γενικότερα τις εγγυήσεις διαφάνειας που οφείλει να προσθέσει σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου η Αναθεώρηση του Συντάγματος. Άλλωστε η αρχή της διαφάνειας διέπει μαζί με την αρχή της ασφάλειας του ατόμου, της συμμετοχής του πολίτη και της συναίνεσης των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων όλη την αναθεωρητική πρωτοβουλία.

2. Ο βουλευτής μέσα σε ένα σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα που αναδεικνύει αυτοδύναμες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και αντίστοιχες κυβερνήσεις, μέσα σε μια σύγχρονη «ψηφιακή» κοινωνία γεμάτη αποχρώσεις και μονοθεματικά ενδιαφέροντα που προωθούνται από αντίστοιχες «μη κυβερνητικές οργανώσεις», μέσα σε ένα αποκεντρωτικό και περιφερειακό σύστημα οργάνωσης του κράτους στο οποίο ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού πρέπει να είναι ισχυρός και μέσα σε ένα σύστημα ενημέρωσης που εύκολα μπορεί να σαρώσει τα πάντα, είναι πολύ δύσκολο να βρει ένα θεσμικά διακριτό και κατοχυρωμένο ρόλο. 

Παρ' όλ' αυτά ο βουλευτής γίνεται πολύ συχνά ο «αίρων τας αμαρτίας» όλου του πολιτικού συστήματος ή μάλλον όλου του δημόσιου βίου. Γίνεται αντικείμενο έντονης και πολλές φορές αφοριστικής και απαξιωτικής κριτικής. Η ιδιότητα του βουλευτή, αντί να γίνεται από τους πολίτες αντιληπτή ως η υψίστη δημοκρατική τιμή, γίνεται αντιληπτή ως κάτι το υστερόβουλο και ύποπτο. Ο βουλευτής συνοδεύεται δυστυχώς από ένα δυσβάσταχτο και άδικο τεκμήριο ενοχής για τα πάντα. Ένα τεκμήριο ενοχής που αναπαράγεται με ισοπεδωτική ευκολία από δημοσιογράφους, απλούς πολίτες, καλλιτέχνες, διανοουμένους, οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες και εν τέλει και από τους ίδιους τους πολιτικούς.

Αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχιστεί. Η θωράκιση και η ιδεολογική, πολιτική και ηθική επαναθεμελίωση της δημοκρατίας απαιτεί μια σειρά από μέτρα που αφορούν κυρίως τη σχέση και τα όρια μεταξύ της πολιτικής, της οικονομικής, της επικοινωνιακής και της δικαστικής εξουσίας.

Ένα τέτοιο μέτρο είναι και η εισαγωγή του κοινοβουλευτικού ασυμβιβάστου ως προς την άσκηση επαγγέλματος σε συνδυασμό με το γενικότερο status του βουλευτή και τη δυνατότητά του να ασκεί απερίσπαστος τον θεσμικό του ρόλο τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, διαθέτοντας, βέβαια, όλη την αναγκαία υποδομή και στήριξη.

3. Δυστυχώς η προβολή κάποιων βιαστικών αντιρρήσεων και μάλιστα με εσφαλμένη επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται μέσα στα απαξιωτικά για τον βουλευτή συμφραζόμενα που είδαμε παραπάνω, κινδυνεύει να καταστήσει και πάλι τους βουλευτές αντικείμενο αυστηρής κριτικής και δημόσιας παρεξήγησης ως προς τις προθέσεις και τη λειτουργία τους.

Κατ' αρχάς το Σύνταγμα είναι από τη φύση του συνοπτικό. Θέτει το γενικό πλαίσιο και ρυθμίζει τον πυρήνα των θεμάτων αναθέτοντας όλα τα υπόλοιπα στον κοινό νόμο. Η εισαγωγή του ασυμβιβάστου προϋποθέτει ένα νόμο που θα ρυθμίζει πλήθος αναγκαίων λεπτομερειών, όπως τα ασφαλιστικά και τα συνταξιοδοτικά θέματα, τον τρόπο της ομαλής επανόδου ενός βουλευτή στον επαγγελματικό του βίο όταν χάνει τη βουλευτική του ιδιότητα, τον τρόπο με τον οποίο ένας επιστήμονας (π.χ. γιατρός) θα μπορεί να παρακολουθεί την ταχεία εξέλιξη της επιστήμης του, τις εξαιρέσεις που είναι πολιτικά αναγκαίες (όπως η συμμετοχή ενός δικηγόρου-βουλευτή σε μια δίκη με πολιτικό χαρακτήρα), τις εξαιρέσεις που είναι αναγκαίες για τη συμμετοχή των καλλιτεχνών-βουλευτών σε ορισμένες πολιτιστικές δραστηριότητες κ.ο.κ.

4. Αυτό όμως που πρέπει να λεχθεί πριν από όλα αυτά είναι ότι το ασυμβίβαστο αυτό ούτως ή άλλως ισχύει ήδη για πάρα πολλές περιπτώσεις, ενώ στο πόρισμα της Επιτροπής Αναθεώρησης προτείνεται να επεκταθεί και σε πολλές άλλες:

α'. Το ασυμβίβαστο ως προς την άσκηση επαγγέλματος ισχύει ήδη για τους βουλευτές-υπουργούς ή υφυπουργούς. Τέτοιοι είναι σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα αρκετοί βουλευτές, ενώ όλοι οι άλλοι φιλοδοξούν να καταστούν και να παραμείνουν όσο γίνεται περισσότερο υπουργοί. Κατά ποια λογική ένας βουλευτής-υπουργός (που παίρνει την ίδια αποζημίωση με τον μη υπουργό-βουλευτή) εμπίπτει στα ασυμβίβαστα με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ενώ κάτι τέτοιο θεωρείται προβληματικό για τους υπόλοιπους βουλευτές; Ένας βουλευτής-καθηγητής Ιατρικής π.χ. είναι λογικό να προσβλέπει στο να καταστεί υπουργός Υγείας, θέση που συνεπάγεται πλήρες και απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο.

β'. Το ασυμβίβαστο ισχύει ήδη για τους δημοσίους υπαλλήλους, τους υπαλλήλους των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ, των κρατικών ΝΠΙΔ, των δημόσιων και δημοτικών επιχειρήσεων, για τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, τους συμβολαιογράφους και υποθηκοφύλακες κ.λπ. Όλες αυτές οι κατηγορίες εμπίπτουν στα κωλύματα του άρθρου 56, άρα και στα κοινοβουλευτικά ασυμβίβαστα του άρθρου 57. Παρ' όλη δε την ελάφρυνση των κωλυμάτων που γίνεται με την Αναθεώρηση, η παραίτηση από τις θέσεις αυτές εξακολουθεί να είναι προϋπόθεση για την ανακήρυξή τους ως υποψήφιων βουλευτών.

γ'. Η αναστολή του πανεπιστημιακού λειτουργήματος προβλέπεται ήδη για τους καθηγητές των ΑΕΙ που εκλέγονται βουλευτές.

δ'. Το ασυμβίβαστο ισχύει επίσης ήδη για τους διοικητές ή γενικούς διευθυντές κ.λπ. αλλά και για τους υπαλλήλους εμπορικών εταιρειών ή επιχειρήσεων που απολαμβάνουν ειδικά προνόμια ή κρατική επιχορήγηση ή προς τις οποίες παραχωρείται δημόσια επιχείρηση, καθώς και για όσους (ή όσες επιχειρήσεις) αναλαμβάνουν έργα, προμήθειες ή μελέτες του κράτους, των ΟΤΑ ή άλλων ΝΠΔΔ ή δημόσιων ή δημοτικών επιχειρήσεων κ.λπ.

ε'. Με τη διατύπωση μάλιστα του άρθρου 57, που με συντριπτική πλειοψηφία διαμορφώθηκε στην Επιτροπή Αναθεώρησης, τα οικονομικά αυτά ασυμβίβαστα ούτως ή άλλως επεκτείνονται σε όσους έχουν οποιαδήποτε σχέση (π.χ. σχέση νομικού, τεχνικού ή οικονομικού συμβούλου) με επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με οποιονδήποτε τρόπο με το Δημόσιο και τους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

στ'. Τα ίδια ασυμβίβαστα προτείνονται από την Επιτροπή Αναθεώρησης και για όσους έχουν οποιαδήποτε τέτοια σχέση με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, οι οποίες εμπίπτουν ούτως ή άλλως στις ρήτρες διαφάνειας που προστίθενται στα άρθρα 14 και 15.

5. Είναι συνεπώς προφανές ότι το πλήρες επαγγελματικό ασυμβίβαστο πολύ λίγα προσθέτει στα παραπάνω. Θα ήταν άλλωστε εξαιρετικά δύσκολο να δεχτεί κανείς ότι τη στιγμή που προωθούμε ένα νέο Εθνικό Σύστημα Υγείας ο βουλευτής-γιατρός (που δεν μπορεί να είναι γιατρός του ΕΣΥ, γιατί αυτό είναι ήδη ασυμβίβαστο) θα μπορεί να παίζει ενεργό ρόλο στον ιδιωτικό τομέα υγείας. Το ίδιο ισχύει για τους μηχανικούς και τους δικηγόρους που είναι πολύ δύσκολο ως ενεργοί επαγγελματίες να μην εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα με επιχειρήσεις οι οποίες συναλλάσσονται με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

6. Υπάρχουν άλλωστε εκ των πραγμάτων σοβαρές ανισότητες μεταξύ των βουλευτών που πρέπει να αντιμετωπιστούν, καθώς ο βουλευτής της επαρχίας βρίσκεται υποχρεωτικά τέσσερις τουλάχιστον ημέρες της εβδομάδας στην Αθήνα και έχει πολύ μικρές δυνατότητες επαγγελματικής απασχόλησης στην ελεύθερη αγορά. Κατά την αντίστροφη λογική, βουλευτές με επιχειρηματικές δραστηριότητες στις οποίες δεν απαιτείται προσωπική συμμετοχή του ενδιαφερομένου έχουν ανεπίτρεπτα μεγάλη άνεση στη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους αυτών, ενώ ο βουλευτής-δημόσιος υπάλληλος υποχρεούται να παραιτηθεί.

Είναι βέβαια προφανές ότι ούτε το Σύνταγμα ούτε ο νόμος μπορεί να ρυθμίσει πλήρως τέτοια ζητήματα, στα οποία η δεοντολογία, η ευαισθησία και οι εντυπώσεις παίζουν πάντοτε πολύ μεγάλο ρόλο. Οι συνταγματικοί όμως κανόνες πρέπει να είναι σαφείς και να αποτρέπουν, στο μέτρο του δυνατού, τις καταστρατηγήσεις.

7. Το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης δεν συνδέεται με την Αναθεώρηση του Συντάγματος αλλά με την αυτονόητη ­ θέλω να πιστεύω ­ ανάγκη να διασφαλιστεί το στοιχειώδες κύρος του βουλευτικού αξιώματος. Για τον λόγο αυτό ο βουλευτής πρέπει να διαθέτει, πρώτον, τις δυνατότητες όχι πολυτελούς αλλά αξιοπρεπούς διαβίωσης στην περιφέρειά του αλλά και στην Αθήνα και, δεύτερον, τις υποδομές και τη βοήθεια που είναι αναγκαία για τη σοβαρή και τεκμηριωμένη άσκηση των καθηκόντων του σε σχέση με το νομοθετικό έργο και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

8. Το βασικό αντεπιχείρημα κατά του ασυμβιβάστου είναι πως κάτι τέτοιο θα αποτρέψει σοβαρούς και επαγγελματικά καταξιωμένους ανθρώπους να ασχοληθούν με την πολιτική. Ως καθηγητής και δικηγόρος αντιλαμβάνομαι πολύ καλά τη σημασία του επιχειρήματος και την ανάγκη αυτή. Φαντάζομαι όμως ότι αυτό ισχύει όχι μόνο για το βουλευτικό αξίωμα αλλά και για άλλες θέσεις, όπως οι θέσεις των υπουργών και υφυπουργών, των γενικών γραμματέων, των διοικητών τραπεζών ή μεγάλων οργανισμών κ.λπ., για τις οποίες είτε ισχύει είτε πάντως θα έπρεπε να ισχύει το επαγγελματικό ασυμβίβαστο.

Άλλωστε για έναν επιστήμονα, έναν δημοσιογράφο, έναν μάχιμο γιατρό, έναν καλλιτέχνη, όπως και για έναν ελεύθερο επαγγελματία, έναν υπάλληλο ή έναν αγρότη η συμμετοχή του στην πολιτική με την ιδιότητα του υποψήφιου βουλευτή και στη συνέχεια του βουλευτή συνεπάγεται μια στάθμιση αγαθών. Συνεπάγεται επομένως πολύ συχνά και οικονομικές απώλειες.

Όσο και αν ακούγεται ρομαντικό και εκτός εποχής, στην πολιτική εξακολουθεί να ισχύει (ή έστω πρέπει να ισχύει) η γνωστή ρήση «το χρήμα πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς». Μία ελαφρά έστω φιλοδοξία ή ακόμη και ματαιοδοξία είναι προϋπόθεση για την ενασχόληση με την πολιτική. Αν αυτή δεν υπάρχει, τότε ίσως είναι καλύτερα να λείπει και η ενασχόληση με την πολιτική.

 


* Άρθρο του Υπουργού Πολιτισμού και Γενικού Εισηγητή της Πλειοψηφίας για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, Ευάγγελου Βενιζέλου, στα ΝΕΑ.

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2001