20 Σεπτεμβρίου 2020 

Προδημοσίευση στο ΒΗΜΑ της Κυριακής
 

Ευάγγελος Βενιζέλος

Αιχμάλωτοι της γεωγραφίας;

 

Με αφορμή τις αλλεπάλληλες τουρκικές προκλήσεις των τελευταίων μηνών η Ελλάδα έχει δείξει τη στρατιωτική της ετοιμότητα και αποφασιστικότητα. Αλλά και την προσήλωσή της στο Διεθνές Δίκαιο και τις διπλωματικές διαδικασίες. Έχει συμβιβαστεί με την Αίγυπτο δυτικά του 28ου μεσημβρινού, μετριάζοντας τις βασικές της αρχές, που είναι καθοριστικές στην περιοχή νότια της Κρήτης και ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη τουρκική πρόκληση. Πρέπει τώρα να ανατρέψει το σκηνικό που συντηρεί η Τουρκία με τις διαρκείς προκλήσεις μέσω ερευνητικών σκαφών που κάνουν όχι επιστημονικές αλλά πολιτικές «έρευνες» συνοδευόμενα από τουρκικά πολεμικά πλοία, αναλαμβάνοντας την πολιτική πρωτοβουλία να προτείνει: 

Πρώτον, την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών μόνο για την οριοθέτηση, με παύση προφανώς των μονομερών ενεργειών και αποχή από αυτές. 

Δεύτερον, την επανάληψη των συναντήσεων για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ).

Και, τρίτον, τη διαμόρφωση σχήματος υπό την εγγύηση της ΕΕ για τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στα μελλοντικά κέρδη από την κυπριακή ΑΟΖ με πλήρη διαφύλαξη της διεθνούς νομικής προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. 


Η προσέγγιση αυτή ως προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο προστατεύει την εθνική κυριαρχία, ενεργοποιεί τα κυριαρχικά δικαιώματα επί των ζωνών αυτών, εναρμονίζεται με τη θεμελιώδη ελληνική θέση περί της ανάγκης σεβασμού και εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου. Η Ελλάδα προφανώς και  πρέπει παραλλήλως να ενθαρρύνει τον πολυμερή διάλογο στη Μεσόγειο ( στο μέτρο που είναι εφικτός) και κυρίως  τον διάλογο ΕΕ - Τουρκίας ή τον πολυμερή. Αυτός δεν υποκαθιστά τον διάλογο των δυο χωρών, αλλά μπορεί να ωθήσει την Τουρκία να αντιληφθεί ότι είναι προς το συμφέρον της μια δομημένη, καλή και παραγωγική σχέση με την ΕΕ.

Αυτοί οι τρεις δίαυλοι μπορούν να λειτουργήσουν είτε γιατί τυποποιούνται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (οριοθέτηση), είτε γιατί λειτούργησαν και στο παρελθόν (ΜΟΕ), είτε γιατί παρεμβάλλεται η εγγύηση της ΕΕ ως προς κάποιο πολύ συγκεκριμένο ζήτημα  (τρόπος συμμετοχή των Τουρκοκύπριων στη διανομή των πόρων από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ ).

Η «άλλη λύση» θα ήταν η περαιτέρω παράταση της εκκρεμότητας ως προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εν αναμονή είτε της βελτίωσης της τουρκικής στάσης είτε της σύγκρουσης. Ας το επαναλάβουμε, λοιπόν: Η παράταση της εκκρεμότητας αυτής, ενώ προβλέπονται οι συγκεκριμένες διαδικασίες της ΔΣΔΘ  και ενώ η χώρα μας θεωρεί ότι αυτή είναι η μόνη νομική διαφορά με την Τουρκία που πρέπει να επιλυθεί όπως προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, δεν επιτρέπει την πλήρη και ουσιαστική άσκηση των σχετικών ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Επιπλέον το φυσικό αντικείμενο, με την πάροδο του χρόνου,  μπορεί να απαξιωθεί. Η εκκρεμότητα δε αυτή εντασσόμενη στο όλο κλίμα των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, σε συνδυασμό με το Κυπριακό, συνθέτει μια κατάσταση την οποία «κανοναρχεί» συνήθως εκείνος  που δεν θεωρεί ότι περιορίζεται από το Διεθνές Δίκαιο και την ευρωπαϊκή  «πολιτική ορθότητα», δηλαδή η Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για την κατάσταση που γνωρίζουμε τα 46 τελευταία χρόνια.

Είναι προφανές ότι ούτως ή άλλως η Ελλάδα πρέπει να βελτιώνει συνεχώς όλους τους συντελεστές της εθνικής της ισχύος. Να ενισχύει την αποτρεπτική και γενικότερα την αμυντική της ικανότητα. Να είναι έτοιμη να προστατεύσει την εθνική της ασφάλεια και να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα. Να προωθεί τις διμερείς και πολυμερείς συνεργασίες και τις εταιρικές της σχέσεις.  Να  αξιοποιεί την ιδιότητά της ως κράτους μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Να έχει πλήρη αίσθηση του τι σημαίνει εθνική κυριαρχία και ποια είναι η θέση της τόσο στην Ιστορία όσο και στον διεθνή και περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό είναι το υπόβαθρο της εθνικής υπόστασης που όμως δεν υποκαθιστά ούτε ακυρώνει τις πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες, ιδίως όταν αυτές προβλέπονται ως υποχρεωτικές κατά το Διεθνές Δίκαιο, τον σεβασμό του οποίου θεωρούμε πυλώνα της εθνικής μας στρατηγικής.

Η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών είναι συνεπώς ζήτημα καθοριστικό για την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η προσέγγισή του γίνεται προφανώς με συνεχή αναγωγή στο στρατηγικό πλαίσιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, στις εσωτερικές πολιτικές και θεσμικές προϋποθέσεις χάραξης και άσκησης της εξωτερικής πολιτικής μέσα σε κλίμα εθνικής συναίνεσης, στην εμπειρία της άσκησης εξωτερικής πολιτικής εν μέσω κρίσεων όπως η οικονομική κρίση της περιόδου 2009-2019, η διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, η τρέχουσα κρίση της πανδημίας της COVID-19.

Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει προφανώς τη διαρκή συσχέτιση με τις εξελίξεις στο Κυπριακό, τη συνεχή επαφή με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η ΕΕ την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας και την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, τη συνεκτίμηση των συζητήσεων στο ΝΑΤΟ και των δράσεων της Συμμαχίας, την πολυπρισματική θέαση των κρίσιμων περιοχών, κυρίως της Μεσογείου και της ΝΑ Ευρώπης, την παρακολούθηση της καμπύλης των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ αλλά και τη Ρωσία και την όσο γίνεται πιο συστηματική  παρακολούθηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων στην Τουρκία και των κινήσεων της στην ευρύτερη περιοχή. Ό,τι όμως και να συμβεί τα γεωγραφικά δεδομένα δεν μεταβάλλονται. Δεν θα αναφερθώ στον Μπρωντέλ, αλλά σε νεότερους συγγραφείς. Για την «εκδίκηση της γεωγραφίας» γράφει ο Ρόμπερτ Κάπλαν. Είμαστε «αιχμάλωτοι της γεωγραφίας»,  λέει ο Τιμ Μάρσαλ  στο ομότιτλο βιβλίο του. Η Ιστορία μπορεί είτε να σε ρίξει πιο βαθειά στην «αιχμαλωσία» αυτή είτε να συντελέσει στη βελτίωση των καταστάσεων. Η εξωτερική πολιτική και η πολιτική ασφάλειας αγγίζουν την Ιστορία εν τω γίγνεσθαι. Η αίσθηση αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση του στρατηγικού σχεδιασμού.  

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση αποσπάσματος της εισαγωγής που περιλαμβάνεται στο νέο βιβλίο του Ευάγγελου Βενιζέλου, «Οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και ελληνοτουρκικές σχέσεις», εκδόσεις Παπαδόπουλος, που κυκλοφορεί στις 21 Σεπτεμβρίου 2020.   

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΆρθρα 2020