Απρίλιος 2016

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στο περιοδικό Crash 

Η πολιτική αλλαγή προϋπόθεση για την εθνική ανάκαμψη 

Δεκαέξι μήνες μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 η ελληνική κοινωνία θέτει κάθε ημέρα στον εαυτό της περισσότερα και σκληρότερα ερωτήματα από ό,τι το Δεκέμβριο του 2014. Ας δούμε την εικόνα:

Μια αξιολόγηση που δεν κλείνει και μόλις κλείσει ξανανοίγει, τα σενάρια του Grexit να επανέρχονται, νέες φορολογικές επιβαρύνσεις να επαπειλούνται και νέες μειώσεις στις συντάξεις να θεωρούνται βέβαιες. Με την μείωση των καταθέσεων και τη διόγκωση των κόκκινων δανείων να συνεχίζονται από μήνα σε μήνα.

Επιπλέον δε πενήντα χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες βρίσκονται επισήμως εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα χωρίς προοπτική ούτε επανόδου στην Τουρκία ούτε προώθησης προς την Γερμανία ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες της προτίμησής τους. Με τις ροές από τα τουρκικά παράλια προς τα ελληνικά νησιά να συνεχίζονται καθημερινά και παρά τις πρώτες επανεισδοχές προς την Τουρκία, να αυξάνεται ο συνολικός αριθμός όσων βρίσκονται στην Ελλάδα με ασαφές νομικό καθεστώς και αβέβαιη έως καμία προοπτική.

Άνοιξε όμως και άλλο μέτωπο με αφορμή την συμμετοχή του ΝΑΤΟ στην επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων Ελλάδας - Τουρκίας. Αυτό των μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο που αναζωπυρώθηκαν με συστηματικό και συχνά απροκάλυπτο τρόπο.

Η πρόσφατη δε κρίση στις σχέσεις με το ΔΝΤ τοποθετήθηκε στα χειρότερα δυνατά συμφραζόμενα. Αυτά των παράνομων τηλεφωνικών παρακολουθήσεων που έδωσαν την δυνατότητα στη Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ να προσβάλει ευθέως τη χώρα αποδίδοντάς της την ευθύνη με επιστολή προς τον Πρωθυπουργό που έμεινε αναπάντητη και επί της ουσίας και επί του ύφους. Ακολούθησαν άλλωστε οι δηλώσεις Μέρκελ – Λαγκάρντ  από το Βερολίνο που δεν άφησαν περιθώριο για ψευδαισθήσεις και φτηνές δημαγωγίες βασισμένες σε επιλεγμένους  εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς

Μάθαμε έτσι ξαφνικά από αρμόδια υπουργικά  χείλη ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι «βιώσιμο» έως το 2022 και όλες οι «λεβέντικες» ανευθυνότητες περί χρέους που κυριάρχησαν την περίοδο 2011-2015 στη ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρύτερης αντιμνημονιακής δεξιάς περί μονομερών επεμβάσεων και διεθνών διασκέψεων, συρρικνώθηκαν στην αποδοχή της παρέμβασης του 2012 ( PSI /OSI ) που προβλέπει από τότε συμπληρωματική μείωση μόλις επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτό άλλωστε υπέγραψε ο κ. Τσίπρας στις 12.7.2015.  Εκεί που έφτυναν γλείφουν χωρίς αιδώ.

Όμως δεν σταματά εδώ του κακού κακού η σκάλα. Μια ετερόκλητη κυβέρνηση που χάνει και τους δυο πυλώνες της αφήγησής της - την δήθεν  ύπαρξη μιας άλλης οικονομικής πολιτικής χωρίς σκληρά μνημονιακά μέτρα και την δήθεν εθνικά υπερήφανη και υπερπατριωτική διαπραγμάτευση  - μένει πολιτικά έκθετη και γυμνή έναντι των βουλευτών και της κοινής γνώμης. Χωρίς προσχήματα. Με την κρίση νομιμοποίησης να υποσκάπτει τα πάντα. 

Καταφεύγει συνεπώς στο πιο επικίνδυνο και ολισθηρό μέσο που είναι το παιχνίδι με τους θεσμούς στο όνομα του δήθεν αγώνα κατά της διαπλοκής. Ο αγώνας όμως αυτός βλέπουμε να περιορίζεται τελικά σε ένα συμβολικό πρόσωπο του εκδοτικού χώρου. Όχι το πιο ισχυρό οικονομικά ή  επιχειρηματικά. Όλα τα άλλα εμβληματικά πρόσωπα χάνονται σιγά σιγά από το στόχαστρο μιας κυβέρνησης που είναι πλέον προφανές ότι ταυτοχρόνως  απειλεί αλλά και συναλλάσσεται πολιτικά.

Οι ανεξάρτητες αρχές έπαυσαν να λειτουργούν. Τα ΜΜΕ τελούν υπό την διπλή απειλή της οικονομικής δυσπραγίας και της μη αδειοδότησης. Οι νέοι παράγοντες του μιντιακού τοπίου χάνονται από αυτό πριν καν εμφανιστούν επισήμως.

Στη δικαιοσύνη πρωτοφανείς καταστάσεις θέτουν με οξύ τρόπο ζήτημα εξωτερικής και εσωτερικής ανεξαρτησίας. Η λειτουργία της Βουλής συνεχώς υποβαθμίζεται. Ακόμη και το επαγγελματικό όργανο  των δημοσιογράφων τιμωρεί την διαφορετική πολιτική άποψη με ώμο  αυταρχισμό στο όνομα ενός δήθεν υπερήφανου «όχι» που έγινε μέσα σε λίγες ώρες «ναι» στο τρίτο μνημόνιο. Μωραίνει κύριος όν βούλεται απολέσαι. 

Πού και πώς πορεύεται λοιπόν μια χώρα με δημοσιονομική και οικονομική αβεβαιότητα, με μια κοινωνία κουρασμένη και φοβισμένη, με κρίση ανασφάλειας στους ίδιους τους  θεσμούς, με απώλεια πολλών βαθμών εθνικής ισχύος;

Ποιο μπορεί να είναι το αισιόδοξο και θετικό σενάριο για την οικονομία, το προσφυγικό, τα εθνικά θέματα, τους θεσμούς της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου;

Μόνο η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών. Το πρόβλημα της χώρας είναι πρωτίστως και κυρίως πολιτικό. Οι άλλες χώρες κατάφεραν να βγουν από το μνημόνιο επειδή οι αντίστοιχες κοινωνίες ξεπέρασαν την αμφιθυμία και άφησαν το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα να ολοκληρώσει την προσπάθεια. Οι κυβερνητικές αλλαγές στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία ήρθαν μετά την έξοδο από το μνημόνιο. Στην Κύπρο το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε εντυπωσιακά σταθερό.

Στην Ελλάδα με μια ακροδεξιοαριστερή κυβέρνηση που φλερτάρει  εμφανώς με την ανιστόρητη αντιμνημονιακή δεξιά ( η οποία, χωρίς παραταξιακούς φραγμούς, συμπράττει ουσιαστικά  με το ΣΥΡΙΖΑ και δεν έχει ούτε καν τώρα συνείδηση της ευθύνης της για το πώς έφτασε η χώρα στην γκιλοτίνα του 2009), δεν υπάρχει  προοπτική.

Εδώ προκύπτει και πάλι η ανάγκη του μεσαίου χώρου που εκφράζει τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και καλύπτει το ευρύτατο προοδευτικό κέντρο, την σοσιαλδημοκρατία, την κεντροαριστερά, τον προοδευτικό πολιτικό και κοινωνικό φιλελευθερισμό, τις φιλοευρωπαϊκές, φιλοεπενδυτικές και φιλοαναπτυξιακές δυνάμεις της παραγωγικής Ελλάδας που έχει δικαίωμα στο μέλλον.

Ο μεσαίος χώρος μπορεί να είναι ο μοχλός των εξελίξεων που θα οδηγήσει στη υπέρβαση των σχηματικών αντιλήψεων και των αγκυλώσεων και θα ξανά τοποθετήσει τους πάντες στα πραγματικά τους μεγέθη ενεργοποιώντας τα εθνικά ανακλαστικά.

Ο τόπος χρειάζεται κοινωνική ειρήνη και εθνική συναίνεση  και αντί για αυτό βλέπει να εκλύονται καθημερινά μεγάλες ποσότητες πολιτικής μικρότητας που λειτουργούν ως θερμοκήπιο της πολιτικής τύφλωσης και της συμβολικής και συχνά υλικής κοινωνικής και πολιτικής βίας.

Χωρίς συνεπώς πολιτική αλλαγή δεν πρόκειται να αντιμετωπισθεί η λερναία ύδρα της κρίσης που δεν είναι μόνο οικονομική και κοινωνική, αλλά έχει καταστεί και θεσμική και εθνική.

Τώρα πια ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν παραδέχονται ότι η χώρα βρισκόταν το Δεκέμβριο του 2014 σε μια κατάσταση ασύγκριτα καλύτερη από τη σημερινή και ότι η οπισθοχώρηση σε όλους τους τομείς που συντελέσθηκε τους τελευταίους δεκαέξι μήνες πρέπει να ανακοπεί.

Για να επιτευχθεί όμως αυτό απαιτείται να εκπληρωθεί μια θεμελιώδης προϋπόθεση. Να αποκατασταθεί στοιχειωδώς η δύσκολη σχέση αλήθειας, δημοκρατίας και ιστορίας. Δεν έχει μέλλον μια κοινωνία που δεν έχει μέτρο αλήθειας και στοιχειώδη μνήμη. Δεν πορεύεται με ελπίδα και αισιοδοξία μια χώρα στην οποία δεν έχει σημασία το ποιος και πότε έλεγε αλήθεια με υπευθυνότητα ή ψέμματα με ανευθυνότητα. Όταν λειτουργήσουν επιτέλους αυτοί οι βασικοί κανόνες της Δημοκρατίας και της Ιστορίας, θα έχει η Πατρίδα μας αποκτήσει ξανά επαφή με το μέλλον.