23 Απριλίου 2000


Η συζήτηση που τελευταία εντείνεται σε σχέση με το λεγόμενο “μεσαίο χώρο”, μου φαίνεται μια συζήτηση για το γεωμετρικά και πολιτικά αυτονόητο: κάθε φάσμα – όπως το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων - έχει άκρα και μέσα, ενώ σε κάθε εκλογική αναμέτρηση υπάρχουν αναποφάσιστοι ή μετακινούμενοι ψηφοφόροι. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, ψηφοφόροι που συνιστούν το διακύβευμα των εκλογών και τους προνομιακούς αποδέκτες του πολιτικού λόγου και της προεκλογικής στρατηγικής όλων των κομμάτων ή έστω των δύο μεγάλων πολυσυλλεκτικών κομμάτων εξουσίας, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Αν, όμως, ο όρος “μεσαίος χώρος” αποδίδει αυτή την απλή, πρωτοβάθμια και αυτονόητη πραγματικότητα, δεν κομίζει τίποτα το καινούργιο ή το κρίσιμο στην πολιτική και επιστημονική συζήτηση για την ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος και το νόημα της ψήφου των πολιτών. Χρειάζονται, επομένως, κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις: Καταρχάς, πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι “μεσαίος χώρος” δεν είναι ο λεγόμενος “κεντρώος χώρος”. Ο κεντρώος χώρος, το Κέντρο, οριζόταν βέβαια σε αντιδιαστολή τόσο προς την παραδοσιακή (κομμουνιστική κατά βάση) Αριστερά όσο και προς την παραδοσιακή Δεξιά (με ό,τι σήμαινε και σημαίνει σε κάθε περίοδο ο όρος αυτός). Ο κεντρώος, όμως, χώρος δεν ήταν ο χώρος των αμήχανων, μετακινούμενων ή αναποφάσιστων ψηφοφόρων, αλλά ένας πολύ συγκεκριμένος και πολιτικά και ιδεολογικά οριοθετημένος χώρος που στην Ελλάδα προήλθε ιστορικά κατά βάση μέσα από τη μεγάλη μήτρα του πολιτικού φιλελευθερισμού και όχι του σύγχρονου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού), του βενιζελισμού, της αντιβασιλικής και σε μεγάλο βαθμό αντιδεξιάς συσπείρωσης.

Η γνώμη μου είναι ότι αυτός ο παραδοσιακός κεντρώος χώρος, μετά την εκλογική συρρίκνωση και την πολιτική έκπτωση της ΕΔΗΚ (αρχικά ΕΚNΔ), το 1977 ενσωματώθηκε κατά βάση στο ΠΑΣΟΚ συμβάλλοντας στην εκτίναξή του, το 1981, στο 48% των ψήφων.

Είναι, βέβαια, προφανές ότι σημαντικές προσωπικότητες “κεντρώας” καταγωγής ενσωματώθηκαν και στη ΝΔ ιδίως εν όψει της εκλογής του Κ. Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας το 1980. Η συνήθης αναφορά στον “κεντροαριστερό” ή αντίστροφα στον “κεντροδεξιό” χώρο νομίζω ότι κυρίως συμπυκνώνει και συμβολίζει τη φυσική ανάγκη των δύο μεγάλων πολυσυλλεκτικών κομμάτων εξουσίας να διευρύνουν τα ακραία όριά τους ένθεν και ένθεν και να υποδηλώσουν την ευρύτητα του φάσματος που επιθυμούν και επιδιώκουν να εκπροσωπούν. Η αναφορά αυτή παραπέμπει, βεβαίως, και κάπου αλλού. Παραπέμπει στην ανάγκη των πολυσυλλεκτικών κομμάτων εξουσίας να προβάλουν ένα μετριοπαθές πρόσωπο. Υπό την έννοια αυτή τόσο η έννοια της “κεντροαριστεράς” όσο και η ομόλογη έννοια της “κεντροδεξιάς” σημαίνουν τελικά αυτή καθεαυτή την πλειοψηφική και πολυσυλλεκτική ροπή των δύο μεγάλων κομμάτων. Το ερώτημα άρα για το τι σημαίνει η έννοια του “μεσαίου χώρου” είναι πιο πολύπλοκο και πιο επίμονο απ’ ότι φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Αν ο “μεσαίος χώρος” δεν ταυτίζεται με τον “κεντρώο χώρο” και αν ο “μεσαίος χώρος” δεν σημαίνει μόνο διάθεση για μετριοπάθεια και διάθεση για πολυσυλλεκτικότητα, τότε πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που μπορεί να σβήσει το μεσαίο χώρο.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο “μεσαίος χώρος” είναι ένας χώρος πολιτικά και ιδεολογικά απροκατάληπτος και εν πολλοίς ουδέτερος. Ένας χώρος που δεν θεωρεί τον εαυτό του ταυτισμένο με ένα κόμμα ή μια μεγάλη πολιτική οικογένεια μια “παράταξη”. Ένας χώρος που σχηματίζεται από πολίτες οι οποίοι δεν θεωρούν ότι η κοινωνική και επαγγελματική τους θέση ή η προσωπική ή οικογενειακή τους παράδοση δεν προσδιορίζει κατά τρόπο αυτόματο και μονοσήμαντο την πολιτική τους στάση και την εκλογική τους προτίμηση.

Πράγματι, το ποσοστό αυτών που θεωρούν πως έχουν μια μόνιμη και δεδομένη σχέση “ταύτισης” με ένα κόμμα ή με ένα πολιτικό χώρο βαίνει μειούμενο, σύμφωνα με όλες τις σχετικές έρευνες. Εξακολουθεί να κινείται γύρω στο 50%, αλλά είναι μικρότερο απ’ ότι λίγα χρόνια πριν.

Η ίδια η μετάβαση από τη βιομηχανική στη μεταβιομηχανική κοινωνία των αποχρώσεων εντείνει το φαινόμενο που έχω ονομάσει πολιτική “a la carte”, στο πλαίσιο της οποίας ο πολίτης παρά τη θετική ή αρνητική προδιάθεσή του για κάθε κόμμα, διαμορφώνει τη στάση του ανά περίπτωση και κατά θέμα λαμβανομένης υπόψη και της επιρροής των προσώπων που δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ευκαταφρόνητη.

Υπό την έννοια αυτή το κάθε κόμμα και ιδίως το κάθε κόμμα εξουσίας δεν απευθύνεται μόνον στους όμορους χώρους του και στο διεκδικούμενο “μεσαίο χώρο”, αλλά καταρχάς στον ίδιο τον κορμό των οπαδών και ψηφοφόρων του, η “πίστη” των οποίων χρειάζεται καθημερινή ή έστω διαρκή στήριξη, τροφοδοσία και επιβεβαίωση. Αυτό βέβαια ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους αναποφάσιστους, αμήχανους ή μετακινούμενους ψηφοφόρους, οι οποίοι δεν υπάρχουν ως “φαινόμενο” ή ως “κατηγορία” πολιτών μόνον προεκλογικά, αλλά διαρκώς. Απλώς προεκλογικά η κατηγορία αυτή γίνεται η αριθμητικά και εκλογικά κρίσιμη κατηγορία.

Είναι, άρα, προφανές ότι το πολιτικό διακύβευμα δεν είναι ο “μεσαίος χώρος”, αλλά η εκλογική και κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Για το ΠΑΣΟΚ αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επιδιώξει την πολιτική εκπροσώπηση - σε επίπεδο κυβερνητικών χειρισμών και αποφάσεων – των δύο μεγάλων κοινωνικών ρευμάτων που αναδείχθηκαν στις εκλογές και δεν συγκρούονται αλλά τέμνονται: Πρόκειται για το μεγάλο ρεύμα υπέρ της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, υπέρ των κοινωνικών πολιτικών, υπέρ της αναβαθμισμένης και αποτελεσματικής δημόσιας παροχής στους τομείς της υγείας, της πρόνοιας, της ασφάλισης. Και για το μεγάλο ρεύμα υπέρ της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας μέσα στην ΟΝΕ και τη νέα παγκόσμια οικονομία, χάριν όμως όχι μόνον των μεγάλων αλλά και των μικρών επιχειρήσεων. Χάριν όχι μόνο του κέρδους αλλά και της απασχόλησης, μέσω της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Από τη δική της πλευρά η ΝΔ έκανε και στις εκλογές αυτές – όπως το 1996 – την επιλογή να εμφανιστεί ως κόμμα της λαϊκής Δεξιάς, ως εκφραστής της κοινωνικής δυσαρέσκειας και ανασφάλειας. Επιχείρησε με τον τρόπο αυτό να εμβολίσει την κοινωνική βάση και του ΠΑΣΟΚ και των μικρών κομμάτων και εν μέρει αυτό είχε κάποιο αποτέλεσμα. Προκαλεί όμως και μια σοβαρή αυτοδέσμευση της ΝΔ ως προς την αντιπολιτευτική της τακτική. Μια αυτοδέσμευση που μπορεί να διευκολύνει το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση σε κινήσεις που στοχεύουν στη διαμόρφωση συναινετικού κλίματος γύρω από πρωτοβουλίες σχετικές τόσο με τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης όσο και της ανταγωνιστικής πορείας της χώρας μέσα στο περιβάλλον της νέας οικονομίας.

Αυτό πιστεύω πως είναι το στοίχημα της νέας περιόδου. Ένα στοίχημα που μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να κερδίσει το ΠΑΣΟΚ καθώς η νίκη του στις εκλογές το εξοπλίζει με το σοβαρό πλεονέκτημα της πολιτικής πρωτοβουλίας.
Αντίθετα, η ηγεσία της ΝΔ μπορεί ίσως να πιστεύει ότι έχει μεγάλο περιθώριο ευελιξίας ως προς την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος και της συντηρητικής παράταξης ως τέτοιας.

Αυτή όμως η “ευελιξία” γίνεται εύκολα δεκτή από τον κορμό της συντηρητικής παράταξης και ιδίως από τα ακραία όριά της προεκλογικά, επειδή προεκλογικά υπερισχύει η οφθαλμοφανής σκοπιμότητα της εκλογικής νίκης. Τα κόμματα, όμως, και ιδίως οι πολιτικές παρατάξεις δεν αποκτούν τη φυσιογνωμία τους με βάση τις δηλώσεις και τη ρητορική της εκάστοτε ηγεσίας τους. Και αυτό παίζει σίγουρα το ρόλο του. Το καθοριστικό όμως στοιχείο είναι η συλλογική ιδεολογική και πολιτική αυτοσυνειδησία που έχουν οι οπαδοί ενός χώρου για τον ίδιο το χώρο τους, την παράδοση και τη θέση του στο πολιτικό φάσμα. Δεν θεωρώ ότι η ΝΔ είναι εύκολο να ξεπεράσει όλα αυτά τα προβλήματα ταυτότητας. Η εξέλιξη θα δείξει. Και οι πολίτες είναι αυτοί που κρίνουν τους πάντες καθημερινά. Αυτό είναι το νόημα της Δημοκρατίας.



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής

Tags: Κομματικό Φαινόμενο | Κομματικό ΣύστημαΆρθρα 2000