7 Μαϊου 2000


Στη χώρα μας η συζήτηση για το εκλογικό σύστημα επανέρχεται κατά καιρούς στο προσκήνιο και αυτό δημιουργεί την εντύπωση μιας κινητικότητας και μιας συνεχούς εκκρεμότητας ως προς το μείζον αυτό θεσμικό και πολιτικό ζήτημα. Πρόκειται όμως για μια εντύπωση αβάσιμη και άδικη. Η αλήθεια είναι ότι από το 1974 έως σήμερα – καθ’ όλη δηλαδή τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου – με εξαίρεση το σύντομο διάστημα 1989-1990, ισχύει στη χώρα μας ένα, σε γενικές γραμμές, σταθερό εκλογικό σύστημα της λεγόμενης ενισχυμένης αναλογικής, που διασφαλίζει ταυτοχρόνως τόσο την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των υπαρκτών πολιτικών δυνάμεων όσο και το σχηματισμό επαρκών και αυτοδύναμων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών.

Αυτό, μάλιστα, ισχύει και για την προδικτατορική περίοδο και πιο συγκεκριμένα για την περίοδο 1958-1967. Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε, πρώτον, ότι για περισσότερα από σαράντα χρόνια ισχύει το ίδιο γενικό πλαίσιο ως προς το εκλογικό σύστημα. Και, δεύτερον, ότι το μεγάλο θεσμικό και πολιτικό κεκτημένο της μεταπολιτευτικής περιόδου είναι η κυβερνητική σταθερότητα και η ευκρινής διάκριση μεταξύ κυβερνητικής πλειοψηφίας και αντιπολιτευόμενης μειοψηφίας, πάνω στην οποία θεμελιώθηκε και η μορφή του κομματικού συστήματος που ισχύει στη χώρα μας από το 1977 και μετά. Θέτω ως όριο το 1977, γιατί τότε οριστικοποιούνται τα δύο μεγάλα πολιτικά μορφώματα, τα δύο μεγάλα πολυσυλλεκτικά και πλειοψηφικά ως προς τη ροπή τους κόμματα εξουσίας: το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ.

Δεν πρέπει, άλλωστε, να υποτιμούμε το γεγονός ότι στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες υπάρχει εν πολλοίς μια ουσιαστική σύγκλιση μεταξύ του προεδρικού και του κοινοβουλευτικού συστήματος, γιατί και στη μία και στην άλλη περίπτωση ο πολίτης εκφράζει ευθέως την προτίμησή του για το πρόσωπο που επωμίζεται την κύρια πολιτική ευθύνη και είναι ο βασικός φορέας της πολιτικής εξουσίας, είτε αυτός λέγεται πρόεδρος σε ένα προεδρικό σύστημα, είτε πρωθυπουργός σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα.

Το παράδοξο είναι ότι αμέσως μετά τις εκλογές της 9ης Απριλίου που ανέδειξαν ισχυρότερα τα δύο μεγάλα πλειοψηφικά κόμματα και καταγράφουν αύξηση του αθροίσματος των δυνάμεών τους με αντίστοιχη μείωση της επιρροής των μικρών κομμάτων, άνοιξε μία άκαιρη – κατά τη γνώμη μου – συζήτηση για το ενδεχόμενο μεταβολής του εκλογικού συστήματος. Άλλωστε και όταν ακόμη η συζήτηση αφορά στον “εκλογικό νόμο”, γενικά η σκέψη όλων κατευθύνεται στο λεγόμενο “εκλογικό σύστημα”, δηλαδή στον αριθμητικό τρόπο κατανομής των βουλευτικών εδρών, με βάση την εκλογική δύναμη των κομμάτων συνολικά στην επικράτεια και ανά περιφέρεια.

Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι η συγκυρία θέτει – και μάλιστα επιτακτικά – κάποιο ζήτημα μεταβολής του εκλογικού συστήματος και διαφοροποίησης από το βασικό κανόνα που διασφαλίζει τόσο την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση όσων κομμάτων συγκεντρώνουν τουλάχιστον το 3% του εκλογικού σώματος, όσο και τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης από το κόμμα της σχετικής πλειοψηφίας, εφόσον αυτή κινείται πάνω από ένα δημοκρατικά ανεκτό επίπεδο εκλογικού ποσοστού και τέτοιο είναι σίγουρα το επίπεδο στο οποίο κινήθηκε το πρώτο κόμμα και το 1993 και το 1996 και το 2000.

Αντίθετα έχει νόημα η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό του εκλογικού δικαίου, που στο σύνολό της σχεδόν διασταυρώνεται με τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία εισέρχεται τώρα στο τελικό της στάδιο. Μεταξύ των υπό αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος, συγκαταλέγονται και όλες οι διατάξεις που συγκροτούνται βάση του λεγόμενου εκλογικού και κοινοβουλευτικού δικαίου (άρθρα 51-58).

Πρόκειται για τις διατάξεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, στο σεβασμό των βασικών χαρακτηριστικών του αναλογικού συστήματος, τις χρονικές και άλλες διαδικαστικές προϋποθέσεις ψήφισης του εκλογικού νόμου (π.χ. αυτό να ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές), το μέγεθος και τις επιμέρους κατηγορίες των εκλογικών περιφερειών, την απογραφή του πληθυσμού και τον προσδιορισμό των εδρών κάθε περιφέρειας, τη δυνατότητα οργάνωσης της επιστολικής ψηφοφορίας για τους εκτός επικράτειας πολίτες, την υποχρεωτικότητα της ψήφου και το είδος των κυρώσεων, τις εκλογικές δαπάνες και γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων και των υποψηφίων, τα κωλύματα των υποψηφίων και τα ασυμβίβαστα των βουλευτών.

Σε όλα τα κρίσιμα αυτά ζητήματα η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί και οφείλει να παρέμβει ουσιαστικά, προσθέτοντας εγγυήσεις διαφάνειας και διευκολύνοντας την έκφραση της πολιτικής βούλησης των ψηφοφόρων με πιο υγιή και ισότιμο τρόπο.

Βεβαίως, όπως κάθε μεγάλη και μακροπρόθεσμη θεσμική αλλαγή και ιδίως κάθε συνταγματική αναθεώρηση, όλα αυτά προϋποθέτουν τη διαμόρφωση της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης. Το ΠΑΣΟΚ έχει τυπικά την αρμοδιότητα και τη δυνατότητα, με μόνη τη δική του κοινοβουλευτική πλειοψηφία, να διαμορφώσει το νέο θεσμικό πλαίσιο. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν πολιτικό, θεσμικό και ιστορικό σφάλμα. Για το λόγο αυτό, επιδίωξή μας είναι και πρέπει να είναι η σύναψη μιας ευρείας θεσμικής συμφωνίας που θα διασφαλίζει και την ανανέωση και τη συμπλήρωση και τη λειτουργικότητα των σχετικών ρυθμίσεων, που πρέπει να ανταποκρίνονται στη νοοτροπία και τις ανάγκες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας του εικοστού πρώτου αιώνα.



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, 7 Μαϊου 2000

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2000