11 Μαϊου 2000

Δυστυχώς, όταν κάποια σοβαρά θέματα ανοίγουν με τρόπο πρόχειρο και ανοργάνωτο, είναι μοιραίο να κλείσουν αμέσως κατά τον ίδιο τρόπο. Δημιουργείται απλώς ένα ειδησεογραφικό επεισόδιο που διαρκεί λίγες ώρες ή λίγες ημέρες, αλλά χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίκρυσμα. Και χωρίς να γίνεται τελικώς ούτε βήμα προς τα μπρος, ούτε ουσιαστική συζήτηση. Μπορεί ενδεχομένως έτσι να αναγκαζόμαστε να κάνουμε είτε βήματα σημειωτόν, είτε βήματα προς τα πίσω.

Είναι, λοιπόν, μια ευκαιρία να επαναλάβω, ότι στη χώρα μας κακώς συγχέουμε το ζήτημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, δηλαδή το ζήτημα που ρυθμίζεται από το άρθρο 3 του Συντάγματος, με το πολύ μεγάλο ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, ένα ζήτημα που ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του Συντάγματος. Ανεξάρτητα από το ποιο είναι το κανονιστικό περιεχόμενο της συνταγματικής διάταξης για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, βέβαιον είναι ότι στη χώρα μας είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη πλήρως η θρησκευτική ελευθερία και ως ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και ως ελευθερία της λατρείας. Αυτό συνεπώς που οφείλουμε να κάνουμε είναι, όχι να αλλάξουμε το άρθρο 13, που ευτυχώς δεν είναι υπό αναθεώρηση, αλλά να εφαρμόσουμε το άρθρο 13 μέσα από την κοινή νομοθεσία, τη διοικητική πρακτική και τη νομολογία των δικαστηρίων.

 

Κάτω δε από το άρθρο 13 του Συντάγματος δεν υπάρχει απευθείας ο νόμος, αλλά το επίπεδο του Διεθνούς Δικαίου, το οποίο μάλιστα έχει και σχετικά αυξημένη νομική δύναμη, καθώς οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων υπερισχύουν των διατάξεων του κοινού νόμου. Υπάρχει, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Διεθνές Σύμφωνο των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων. Είναι χαρακτηριστικό δε το γεγονός πως μετά την αποδοχή εκ μέρους της χώρας μας, το 1986, της ατομικής προσφυγής ενώπιον των οργάνων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι πρώτες που προσέφυγαν ήταν ιερές μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος που θεώρησαν ότι ο νόμος 1700/85 για την εκκλησιαστική περιουσία, προσβάλλει όχι μόνο το δικαίωμά τους της ιδιοκτησίας, αλλά και τη θρησκευτική τους ελευθερία.

Όλα συνεπώς τα θέματα της προσωπικής κατάστασης του ατόμου αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του Συντάγματος, του Διεθνούς Δικαίου και βέβαια του νόμου. Υπάρχει για παράδειγμα νόμος για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως υπάρχει και μια αντίστοιχη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης κι αυτά συγκροτούν ένα πλήρες καθεστώς. Γνωστό, επίσης είναι, ότι ήδη από το 1983 έχει ρυθμιστεί με έναν ισορροπημένο τρόπο το ζήτημα του γάμου και ισχύει στη χώρα μας το καθεστώς της ισοκυρίας του θρησκευτικού και του πολιτικού τύπου του γάμου. Και για να πάρω ένα αθώο παράδειγμα, η ονοματοδοσία γίνεται με τη ληξιαρχική πράξη, με δήλωση δηλαδή των γονέων που ασκούν την γονική μέριμνα. Η βάπτιση του παιδιού είναι αποδοχή ενός θρησκευτικού μυστηρίου και οικειοθελής υπαγωγής στην κανονική τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι προβλήματα θρησκευτικής ελευθερίας εξακολουθούν να υπάρχουν στο επίπεδο της νομολογιακής αδράνειας, της νομοθετικής υστέρησης (καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν νόμοι που έχουν τεθεί σε ισχύ πολύ πριν το Σύνταγμα του 1975) και της διοικητικής πρακτικής. Η μεταχείριση των αντιρρησιών συνείδησης ακόμη και μετά τον νόμο 2510/97, οι δυσκολίες ως προς τον διορισμό ­ παλιότερα ­ μη ορθοδόξων ως εκπαιδευτικών λειτουργών, η διαδικασία χορήγησης αδειών για τη λειτουργία ευκτήριων οίκων και η οριοθέτηση της έννοιας του προσηλυτισμού στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου είναι τέσσερα θέματα που συχνά προκαλούν διεθνείς επικρίσεις, άδικες για το συνολικό συνταγματικό αλλά και πραγματικό επίπεδο προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στη χώρα μας. Γιατί η Ελλάδα κινείται σαφώς πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τις επικρίσεις αυτές με αυτοπεποίθηση και αξιοπρέπεια. Οφείλουμε, όμως, παραλλήλως να δίνουμε πρακτικές λύσεις σε ζητήματα που εξακολουθούν να τίθενται είτε από κεκτημένη ταχύτητα, είτε από αδράνεια, είτε από άχρηστο και βλαπτικό υπερβάλλοντα ζήλο.

Καμία όμως σοβαρή επίκριση δεν αφορά αυτό καθεαυτό το ζήτημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Πρέπει βέβαια πάντοτε να τονίζουμε, ότι η διάταξη του άρθρου 3 δεν χαρακτηρίζει την Ορθόδοξη Εκκλησία ούτε επίσημη, ούτε κρατική, τη χαρακτηρίζει επικρατούσα, δηλαδή θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Υπάρχουν άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία, στις οποίες υπάρχει επίσημη «κρατική» θρησκεία και στις οποίες είτε η πλειοψηφία της Βουλής (αυτό συνέβαινε σε ορισμένες σκανδιναβικές χώρες μέχρι σχετικά πρόσφατα) είτε ο αρχηγός του κράτους πρέπει να έχουν το επίσημο θρήσκευμα του κράτους. Και αναφέρομαι σε χώρες, οι οποίες συνήθως θεωρούνται υπόδειγμα φιλελευθερισμού και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Πρέπει επίσης να πω εδώ, ότι αυτό το περιβόητο άρθρο 3, πρώτον, δεν συνιστά περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας ούτε των ορθοδόξων ούτε των μη ορθοδόξων και, δεύτερον, ότι όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο αλλά και από την ιστορική του καταγωγή, δεν είναι κρίσιμο τόσο για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, όσο και για τις ενδοεκκλησιαστικές σχέσεις. Είναι δηλαδή κρίσιμο ιδίως για τη σχέση της Ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και για το ειδικό εκκλησιαστικό καθεστώς που ισχύει σε κάποιες περιοχές της χώρας, όπως η Κρήτη, οι νέες χώρες, η Δωδεκάνησος και το Άγιον Όρος.

Το ζήτημα της ενδεχόμενης αναθεώρησης του άρθρου 3 συζητήθηκε στην προηγούμενη αλλά και στην προ-προηγούμενη Βουλή και αποφασίστηκε με ευρύτατη συναίνεση να μην τεθεί τελικώς θέμα αναθεώρησης. Όχι γιατί εμφανίζεται διεθνώς μια άνθιση, μια αναβίωση του θρησκευτικού αισθήματος η οποία συνδέεται με ένα σωρό ζητήματα που αφορούν τη μεταβιομηχανική κοινωνία και τον μεταβιομηχανικό άνθρωπο. Αυτά είναι φιλοσοφικές, θεολογικές και κοινωνιολογικές προσεγγίσεις και όχι προσεγγίσεις στο επίπεδο του Συντάγματος και του συνταγματικού δικαίου. Αλλά γιατί κρίθηκε ότι η ολοκλήρωση και ο εκσυγχρονισμός του κοινωνικού κράτους δικαίου δεν παρεμποδίζεται από το ισχύον άρθρο 3 του Συντάγματος. Το ερώτημα είναι τι έχουν στο νου τους όσοι ­ ενίοτε ­ θέτουν θέμα χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας. Αυτό που θέλουν είναι να μην τελούνται αγιασμοί και δοξολογίες στις εθνικές επετείους και τις επίσημες τελετές, να μην μισθοδοτείται ο κλήρος με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, να μη θεωρούνται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα και να μην δικάζονται οι σχετικές υποθέσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ή απλώς θέλουν να ολοκληρωθεί στην πράξη η θρησκευτική ελευθερία των μη ορθοδόξων.

Αν εννοούν το δεύτερο, τότε αυτό αφορά τα όσα είπαμε για το άρθρο 13 και όχι το άρθρο 3. Αν εννοούν το πρώτο, τότε θα έπρεπε να λάβουν υπόψη τους ότι και η βασίλισσα της Αγγλίας στέφεται σε θρησκευτική τελετή και είναι επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας, χωρίς αυτό να προκαλέσει ποτέ αιτιάσεις προσβολής της θρησκευτικής ελευθερίας. Θα πρέπει επίσης να λάβουν υπόψη τους ότι παλιότερα, παρ' ότι ίσχυε το ίδιο καθεστώς ως προς τη σχέση Κράτους και Εκκλησίας, δεν υπήρχε κρατική μισθοδοσία του κλήρου (κάτι που ιστορικά συνδέεται με τη ρύθμιση περί εκκλησιαστικής περιουσίας). Και ότι αν τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα θεωρηθούν ιδιωτικού δικαίου (όπως συμβαίνει π.χ. με τους παλαιοημερολογίτες), το μόνο που αλλάζει είναι ότι οι σχετικές διαφορές και υποθέσεις θα δικάζονται από τα πολιτικά και όχι από τα διοικητικά δικαστήρια.

Το κρισιμότερο όμως είναι να θυμόμαστε πόσο σημαντική θεωρούμε κάθε συνάντηση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, πόσο καίριο είναι για εμάς να γίνεται δεκτή η ιδιαίτερη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά το Διεθνές Δίκαιο, πόσο σημαντική θεωρούμε την επίσημη κρατική αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των αντίστοιχων μητροπόλεως του οικουμενικού θρόνου στη Γερμανία, στην Αυστρία, τη Γαλλία, την Ελβετία κ.λπ. Αναγνώριση που σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται με την επιβολή σχετικής φορολογίας ή τη διάθεση κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό των χωρών αυτών.

Σε όλες, λοιπόν, τις χώρες το ζήτημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας τίθεται και αντιμετωπίζεται όχι με όρους αισθητικούς ή φορμαλιστικούς, αλλά βαθύτατα ιστορικούς. Αυτό εξηγεί τον χαρακτηρισμό της Γαλλίας ως κράτους «λαϊκού» σε σχέση με τη μνήμη των Ουγενότων και τη βαθύτατη σύγκρουση καθολικών και προτεσταντών. Αυτό εξηγεί το καθεστώς του κογκορδάτου στην Ιταλία και την Ισπανία. Αυτό εξηγεί την ύπαρξη της Αγγλικανικής Εκκλησίας κ.ο.κ. Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο στην προσέγγιση των θεσμών από την έλλειψη ιστορικής μνήμης και συγκριτικής γνώσης. Τίποτα δηλαδή δεν είναι χειρότερο από τον θεωρητικό ερασιτεχνισμό και τον πνευματικό επαρχιωτισμό που αδυνατεί να εκτιμήσει όλα τα δεδομένα μέσα στο βάθος του ιστορικού χρόνου.

Αυτό, άρα, που πρέπει να κάνουμε είναι να συζητούμε υπεύθυνα και τεκμηριωμένα, να μην έχουμε αδικαιολόγητα συμπλέγματα θεσμικής κατωτερότητας και να κάνουμε γρήγορα και αποτελεσματικά όλες τις ενέργειες που είναι αναγκαίες στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας και της πρακτικής. Έτσι η Ελλάδα όχι μόνο θα είναι, αλλά και θα φαίνεται μια χώρα πλήρους σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 11 Μαϊου 2000

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΆρθρα 2000