20 Μαϊου 2000


Το κρίσιμο σημείο είναι ακριβώς αυτό: πολλοί δείχνουν να πιστεύουν ότι η μη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τόσο των πολιτικών της οργάνων, όπως η Επιτροπή και το Συμβούλιο, όσο και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι μια πολιτική επιλογή που δείχνει εμπιστοσύνη στην αγορά και την αυτορρυθμιστική της ικανότητα. Μια πολιτική επιλογή που βασίζεται στη θέση ότι κάθε παρέμβαση μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες στρεβλώσεις.


Το πιθανότερο, όμως, είναι ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η έλλειψη σαφούς πολικής στάσης και προοπτικής ως προς την πορεία της Ευρώπης, της ευρωπαικής οικονομίας και του ευρώ είναι, αν όχι η μόνη, πάντως μία από τις πιο σημαντικές αιτίες για τις πιέσεις που υφίσταται το ευρωπαϊκό νόμισμα και για την αδυναμία του να ανταγωνιστεί το δολάριο ως διεθνές νόμισμα. Αλλά και για τη διαμόρφωση των μακροοικονομιών μεγεθών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επίπεδο σαφώς χειρότερο από αυτό της αμερικάνικής οικονομίας (π.χ. ρυθμοί ανάπτυξης, ανεργία).

Τίθεται έτσι και πάλι επί τάπητος – και μάλιστα με πολύ καθαρούς οικονομικούς όρους – το ζήτημα του πολιτικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι όμως τώρα η κλασική και συνεχής συζήτηση για το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε σχέση με το Συμβούλιο και την Επιτροπή, αλλά το πολικό έλλειμμα. Ένα έλλειμμα προσανατολισμού, επιλογών και στόχων σε σχέση με τη συνολική ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσα στη λεγόμενη “νέα οικονομία”, αλλά και με το πολιτιστικό κεκτημένο της Ευρώπης, τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης. Θέματα που συνδέονται άμεσα με τα μεγάλα προβλήματα της απασχόλησης και του κοινωνικού κράτους, αλλά και με το εξίσου μεγάλο ζήτημα των θεσμικών προοπτικών και της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό το πολιτικό έλλειμμα δεν βαρύνει αναλογικά εξίσου όλους τους εταίρους. Κάποιες χώρες, λόγω πληθυσμιακού και οικονομικού όγκου, παίζουν εκ των πραγμάτων (ενώ διεκδικούν και θεσμικά) ένα ρόλο πολύ πιο καθοριστικό από το ρόλο άλλων χωρών, παρά την αρχή της θεσμικής ισοτιμίας που υποτίθεται ότι διέπει τις σχέσεις των κρατών-μελών. Η στάση της Γερμανίας απέναντι στον ίδιο τον εαυτό της. Αλλά και την Ευρώπη και τις προοπτικές της, είναι εδώ το πιο κρίσιμο στοιχείο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Μ. Βρετανία δεν μετέχει στην ΟΝΕ και η στερλίνα ακολουθεί τη δικής της διαδρομή.

Η Ελλάδα επισημοποιεί σε λίγες εβδομάδες την ένταξή της στην ΟΝΕ. Το ενδιαφέρον μας όμως είναι προφανές ότι δεν εξαντλείται σ’ αυτό. Τώρα το ενδιαφέρον μας για την πορεία του ευρώ και γενικότερα της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι εκ των πραγμάτων πολύ πιο έντονο και άμεσο, αλλά και περισσότερο νομιμοποιημένο. Οφείλουμε και δικαιούμαστε να διατυπώνουμε την άποψή μας, όχι μόνο σε σχέση με τα δικά μας μικροοικονομικά μεγέθη, αλλά και για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας και του ευρώ συνολικά. Είναι για παράδειγμα, τελείως διαφορετικό ζήτημα η υποτίμηση του ευρώ σε σχέση με το δολάριο να λειτουργεί ως επιλογή υπέρ της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών βιομηχανικών προϊόντων υπέρ των ευρωπαϊκών εξαγωγών, και άρα, εμμέσως έστω, υπέρ της απασχόλησης. Και τελείως διαφορετικό ζήτημα να λειτουργεί ως ανεξέλεγκτη πληθωριστική πίεση μέσα από την αύξηση του ενεργειακού κόστους (το πετρέλαιο τιμολογείται σε δολάρια). Αν η δεύτερη εκδοχή “εξοντώνει” την πρώτη, απομένει η πίεση στο νόμισμα χωρίς αύξηση των προοπτικών απασχόλησης.

Το πρώτο λοιπόν ζήτημα που οφείλουμε να θέσουμε είναι η επιτακτική ανάγκη να ξανασυζητηθεί πολιτικά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο και με τρόπο συνειδητό και υπεύθυνο, η γενική κατεύθυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας σε σχέση με τα έως τώρα αποτελέσματα σε μακροοικονομικό, αναπτυξιακό, αλλά και κοινωνικό επίπεδο. Και βέβαια σε αναφορά προς την πορεία και τις προοπτικές των άλλων μεγάλων πόλων της παγκόσμιας οικονομίας, και ιδίως της αμερικανικής οικονομίας.

Η εξήγηση πως εξελίσσεται ένας ανταγωνισμός μεταξύ της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής οικονομίας, τόσο στην αμερικανική και την ευρωπαική αγορα΄όσο και σε τρίτες αγορές, είναι μια εξήγηση μάλλον ανεπαρκής. Παραγνωρίζει την κινητικότητα και τη διαπλοκή των κεφαλαίων σε διεθνές επίπεδο. Άλλωστε αν το μείζον πρόβλημα της ευρωπαϊκής οικονομίας και του ευρώ είναι όντως το πολιτικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε πρέπει να θυμηθούμε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική στο πιο κρίσιμο πεδίο, που είναι η εξωτερική πολιτική και η πολιτική ασφάλειας, δεν νοείται χωρίς συμμετοχή και σύμπραξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό δείχνει η παλαιότερη, αλλά και η τρέχουσα ιστορία.

Το παράδειγμα της Τουρκίας και της ευρωπαϊκής της προοπτικής είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ποτέ δεν τέθηκε με αμιγώς οικονομικούς και αγοραίους όρους. Τίθεται πάντοτε με σύνθετο τρόπο και με βασικό επιχείρημα την ανάγκη να υποστηριχθούν τα δυτικότροπα στοιχεία της τουρκικής κοινωνίας και πολιτικής και την ανάγκη πλήρους ενσωμάτωσης του Τουρκίας στο δυτικό σύστημα ασφάλειας. Σ’ αυτά όμως τα σημεία είναι προφανές ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής προσέγγισης. Μάλιστα, είναι συνήθως πιο ταχύς και σαφής ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται οι αμερικανικές θέσεις ακολουθούμενες από τις ευρωπαϊκές.

Πιστεύω ότι αυτά τα θέματα – απολύτως συναφή και αλληλένδετα – πρέπει να τεθούν κατά απόλυτη προτεραιότητα στο επίκεντρο της προσοχής μας. Δεν αναφέρομαι σε κάποια μικρομέγαλη ή ελληνοκεντρική αντιμετώπιση, αλλά σε μια προσεκτική, υπεύθυνη και αξιοπρεπή ταυτόχρονα στάση που πρέπει να έχει η χώρα μας ως ενεργό και ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τώρα και της ΟΝΕ), αλλά και του ΝΑΤΟ. Άλλωστε τα θέματα αυτά τίθενται από τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Και από την ελληνική κοινωνία, όπως έδειξαν τα σημεία αιχμής της πρόσφατης προεκλογικής περιόδου. Η συνολική ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, η απασχόληση και η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης είναι πια ισότιμοι στόχοι, όπως δέχθηκε κατ’ ουσίαν και το έκτακτο Συμβούλιο Κορυφής της Λισσαβόνας. Το ζήτημα, συνεπώς, του πολιτικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης τίθεται πλέον μέσα από τον ήχο που βγάζει το ευρώ, όχι ως “κροτούν” νόμισμα, αλλά ως πεδίο των πιέσεων που υφίσταται η ίδια η πολιτική προοπτική της Ευρώπης.



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Ελευθεροτυπία, 20 Μαϊου 2000

Tags: Ευρωπαϊκή ΈνωσηΆρθρα 2000