3 Σεπτεμβρίου 2000


Η Θεσσαλονίκη της ΔΕΘ και των βυζαντινών ‘’Δημητρίων’’ είναι μια ‘’πόλη των εκθέσεων’’ και οφείλει να διατηρήσει και να ‘’ανακαινίσει’’ το χαρακτήρα της αυτόν μέσα σε μια διεθνή εκθεσιακή αγορά εξαιρετικά δύσκολη, απαιτητική και ανταγωνιστική.

Σήμερα μία πόλη των εκθέσεων για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί οφείλει να έχει σοβαρές όχι μόνον εκθεσιακές αλλά και τουριστικές, πολιτιστικές και συνεδριακές υποδομές και λειτουργίες.

Όλα δε αυτά προϋποθέτουν την κινητοποίηση και τη συνέργια του δημόσιου τομέα, της τοπικής αυτοδιοίκησης και, βέβαια, της αγοράς που πρέπει να επενδύσει κεφάλαια και να αναλάβει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και κινδύνους.

Πώς ξεκίνησε

Το φθινόπωρο του 1998 είχα την ευκαιρία να διατυπώσω την πρότασή μου να διεκδικήσει και να αναλάβει η Θεσσαλονίκη τη διοργάνωση της Παγκόσμιας Έκθεσης της EXPO, για το 2007 ή το 2008.

Η EXPO είναι ο μείζων διεθνής εκθεσιακός θεσμός και η διοργάνωσή της ανατίθεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του αρμόδιου διεθνούς οργανισμού, του Διεθνούς Γραφείου Εκθέσεων (Β.Ι.Ε.) που εδρεύει στο Παρίσι.

Είχα μάλιστα εξαρχής προτείνει η Θεσσαλονίκη να διεκδικήσει τη διοργάνωση μιας EXPO που θα ανήκει στον πιο ‘’ευέλικτο’’ από τους δυο βασικούς τύπους παγκόσμιων εκθέσεων, να επιλέξει δε το 2007 ή το 2008, δηλαδή ένα χρονικό σημείο που βρίσκεται μεταξύ της EXPO του 2005, η οποία έχει ήδη αναληφθεί την Ιαπωνία, και του 2010, που ως ‘’στρογγυλό’’ έτος θα βρει πολλούς διεκδικητές. Επιπλέον, το 2007 ή 2008 βρίσκεται σε μια λογική απόσταση από το 2004 αλλά θα είναι μέσα στον απόηχο των ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας.

Διατύπωσα την πρότασή μου αυτή συνεκτιμώντας μια σειρά από κρίσιμα δεδομένα:

α. Η μεγάλη επένδυση που κατ’ ανάγκη πραγματοποιείται στην Αθήνα, εν όψει του 2004, θα διευρύνει εκ των πραγμάτων τις αναπτυξιακές ανισότητες με την περιφέρεια και την απόσταση που χωρίζει την Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη.

β. Η νέα πολιτιστική υποδομή που απέκτησε η Θεσσαλονίκη μετά το 1997 - και ιδίως με αφορμή το 1997- χρειάζεται μια προοπτική, προκειμένου να αποκτήσει κίνητρο και να δηλώσει μια προστιθέμενη αξία στην πόλη. Ιδίως, αν σκεφθούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της πολιτιστικής αυτής υποδομής μπορεί να λειτουργήσει και ως συνεδριακή και ότι ένα μεγάλο μέρος του κόστους υποδομών που συνεπάγεται η διοργάνωση μιας EXPO, αφορά στη δημιουργία νέων πολιτιστικών υποδομών, που στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν.

γ. Η ΔΕΘ (ανεξάρτητα από τη νομική της μορφή) δεν μπορεί να αναπτυχθεί με τη μορφή ενός σύγχρονου ανταγωνιστικού εκθεσιακού φορέα μέσα στο κέντρο της πόλης. Εκεί πρέπει να παραμένουν οι πολιτιστικές και συνεδριακές λειτουργίες, αλλά ο κατά κυριολεξία εκθεσιακός χώρος πρέπει να μετεγκατασταθεί στις παρυφές της πόλης και να οργανωθεί με τις πιο σύγχρονες προδιαγραφές. Είναι συνεπώς ευκαιρία το κόστος της μετεγκατάστασης να συμπέσει με το κόστος προετοιμασίας των υποδομών της EXPO.

δ. Έχει αποδειχθεί ότι μόνον όταν υπάρχουν διεθνούς χαρακτήρα διοργανώσεις, μπορεί να εφαρμοσθεί ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και να δοθεί ένας έντονος αναπτυξιακός ρυθμός. Έχοντας ζήσει την προετοιμασία της ελληνικής συμμετοχής στις EXPO της Λισσαβόνας και του Ανοβέρου και τη σοβαρότητα με την οποία οι Ιάπωνες διεκδίκησαν την EXPO του 2005, κατέληξα στο συμπέρασμα πως μόνον η EXPO μπορεί να δώσει στη Θεσσαλονίκη έναν εξωστρεφή αναπτυξιακό στόχο που να αντισταθμίζει εν μέρει και τις ετεροβαρείς επιπτώσεις του 2004, ως προς το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και ως προς το ρόλο της Θεσσαλονίκης.

Χαίρομαι επίσης, γιατί η πρότασή μου έγινε αμέσως αποδεκτή από τους παραγωγικούς φορείς της Θεσσαλονίκης, την τοπική αυτοδιοίκηση και τα πανεπιστημιακά της ιδρύματα.

Χαίρομαι επίσης, γιατί ένα χρόνο αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1999 ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε επίσημα πως η διεκδίκηση της EXPO για το 2007 ή 2008 και η διοργάνωσή της στη Θεσσαλονίκη είναι επίσημη κυβερνητική θέση και δέσμευση.

Αναγκαιότητες

Χρειάζεται, βέβαια, σοβαρή “επαγγελματική” προετοιμασία. Προς το σκοπό αυτόν είναι αναγκαίο:

α. Η βασική οργανωτική και συντονιστική ευθύνη να ανατεθεί στην ίδια τη ΔΕΘ (ανεξάρτητα από το ποια νομική μορφή θα επιλέγει).

β. Η στήριξη των συναρμόδιων υπουργείων Μακεδονίας-Θράκης και Εθνικής Οικονομίας (Γενική Γραμματεία Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων) να είναι πλήρης.

γ. Η παρακολούθηση των διεργασιών στο Διεθνές Γραφείο Εκθέσεων στο Παρίσι να είναι διαρκής και σε άμεση συνεργασία με το υπουργείο Εξωτερικών, προκειμένου να ενεργοποιηθούν όλες οι πρεσβείες μας και οι άλλες διπλωματικές μας αποστολές. Ο Έλληνας αντιπρόσωπος στο Διεθνές Γραφείο Εκθέσεων πρέπει να έχει το αναγκαίο κύρος και ευχέρεια χειρισμών.

δ. Οι παραγωγικές και επιστημονικές δυνάμεις της πόλης πρέπει να κινητοποιηθούν και να αναλάβουν το κύριο της προετοιμασίας. Πρώτο βήμα είναι η εκπόνηση σχετικής μελέτης με τ συνεργασία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο οποίο είχα –ήδη από το 1998– στείλει την πρώτη συμβολική χρηματοδότηση.

ε. Ο σχεδιασμός πρέπει να λάβει πλήρως υπόψη του τα θέματα και τα αρνητικά στοιχεία άλλων EXPO, να αποφύγει τους περιττούς μαξιμαλισμούς και να επιλέξει μια “θεματολογία” ελκτική για την ευρύτερη περιοχή, συναφή με τις πολιτιστικές περιφερειακές ταυτότητες της χώρας (ευρωπαϊκή, βαλκανική, μεσογειακή, παρευξείνια) και με την ιδιοπροσωπία της Θεσσαλονίκης ως πόλης του πολιτισμού, της τεχνολογίας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, των ενεργειακών και μεταφορικών διασυνδέσεων, της θάλασσας, της ιστορίας κ.ο.κ.

Τα δύο κρίσιμα ερωτήματα

Με ιδιαίτερη χαρά θα κατέθετα τις αναλυτικές μου προτάσεις ως προς τα θέματα αυτά. Κατά την άποψή μου το μέλλον της Διεθνούς Έκθεσης διασταυρώνεται με την προοπτική της EXPO και με το ζήτημα της μετεγκατάστασης. Είναι συνεπώς προφανές ότι όλες οι αποφάσεις σχετικά με την οργανωτική μορφή της Έκθεσης και τον τρόπο συνεργασίας και συμμετοχής του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα σ’ αυτήν πρέπει να δίνουν πριν από οτιδήποτε άλλο απάντηση δε δύο ερωτήματα:

Πρώτον, με ποιον τρόπο οτιδήποτε γίνεται συνδυάζεται με την προοπτική της EXPO και την ανάγκη μετεγκατάστασης των εκθεσιακών λειτουργιών (με τις συνεδριακές και πολιτιστικές λειτουργίες να παραμένουν στη σημερινή θέση της Έκθεσης).

Δεύτερον, πώς κατανέμεται το κόστος όλης αυτής της προσπάθειας, ποιος το αναλαμβάνει, με ποιες υποχρεώσεις και ποια δικαιώματα.

Πιστεύω ότι, αν απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά και γίνουν οι πέντε βασικές ενέργειες που σημείωσα παραπάνω, η EXPO μπορεί να γίνει το αναπτυξιακό εφαλτήριο της Θεσσαλονίκης για την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα.



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, 3 Σεπτεμβρίου 2000

Tags: ΘεσσαλονίκηΆρθρα 2000