16 Σεπτεμβρίου 2000


Από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα υπήρξαν ορισμένες λέξεις που σηματοδότησαν επιμέρους φάσεις και έδωσαν τον τόνο στον δημόσιο βίο και στον πολιτικό ανταγωνισμό που είναι η ουσία της ίδιας της δημοκρατίας: ο εκδημοκρατισμός, η ένταξη στις (τότε) Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η αλλαγή, η «κάθαρση», ο εκσυγχρονισμός και η ένταξη στην ΟΝΕ είναι οι μεγάλοι στόχοι της περιόδου αυτής.

Ακριβέστερο είναι, ίσως, να πούμε ότι όλα αυτά τα μεγάλα θέματα που επηρέασαν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο την πορεία της ελληνικής κοινωνίας και τη διαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων και των αντιλήψεων στο εσωτερικό της λειτουργούν συμπληρωματικά και συνθετικά. Τα πράγματα εξελίσσονται, ενίοτε παλινδρομούν, αλλά τελικά γίνονται βήματα προς το καλύτερο. Η Ελλάδα του 2000 έχει βελτιώσει τη θέση της σε όλα σχεδόν τα ζητήματα σε σύγκριση με την Ελλάδα του 1974, ενώ είναι προφανές ότι έχει μειωθεί η απόσταση που τη χωρίζει από το δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης, ιδίως μετά την επικράτηση των μεταβιομηχανικών αντιλήψεων.

Το ερώτημα λοιπόν είναι ποια λέξη, ποιος στόχος, ποια συλλογική κινητήρια ιδέα είναι αυτή που μπορεί να εκφράσει και να συνοψίσει όχι μόνο το επόμενο βήμα αλλά και το γενικό συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας τώρα: στην αρχή του νέου αιώνα, μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, μέσα στις λίγο ή πολύ γνωστές συνθήκες της «παγκοσμιοποίησης», της ψηφιακής οικονομίας, μέσα σε μία Ευρώπη που αναζητεί τρόπους να πείσει τους πολίτες της και να υπερβεί τη θεσμική και πολιτική της αμηχανία. 

Οι δύο στόχοι

Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας συνολικά (από το εκπαιδευτικό σύστημα και τον πρωτογενή τομέα μέχρι τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τις επιχειρήσεις της νέας οικονομίας) όπως και η διατηρησιμότητα των μακροοικονομικών μεγεθών και ισορροπιών που επέτρεψαν την ένταξη στην ΟΝΕ, είναι σίγουρα δύο βασικοί και επιβεβλημένοι στόχοι. Στόχοι όμως ενδιάμεσοι και ετεροβαρείς, καθώς δεν δίνουν μία πλήρη απάντηση στα ερωτήματα και τις αγωνίες όλων των πολιτών και ιδίως αυτών που νιώθουν πιο έντονα το αίσθημα της ανασφάλειας - ο καθένας στο δικό του επίπεδο και με τα δικά του προσωπικά και οικογενειακά κριτήρια.

Η ενεργός συμμετοχή της χώρας στην προοπτική της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης - και μάλιστα στην «πρώτη ταχύτητα» - μαζί με την πίστη σε ένα ευρωπαϊκό φεντεραλισμό που ωθεί στην πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης είναι ένας στόχος θεμιτός και ευρύτατα αποδεκτός στην Ελλάδα. Ούτε όμως αυτός δίνει πλήρη και επαρκή απάντηση καθώς αφορά το θεσμικό κέλυφος και όχι τον ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα άλλωστε αυτά πολύ δύσκολα εξατομικεύονται. Αντίθετα, στόχοι όπως η «αλλαγή» ή ακόμη και η ένταξη στην ΟΝΕ είχαν έντονο προσωπικό χαρακτήρα στον βαθμό που συνδέονταν με την προοπτική βελτίωσης - έστω και έμμεσης - του προσωπικού και οικογενειακού εισοδήματος (π.χ. πτώση του πληθωρισμού και αποκλιμάκωση των επιτοκίων).

Φραγμός στην ανάπτυξη

Η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 ως ευκαιρία, ως πρόκληση, ως δοκιμασία και ιδίως ως συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα συναντά έναν προφανή φραγμό: η αναγκαία επένδυση επικεντρώνεται εκ των πραγμάτων στην Αττική και αυτό για τα πληθυσμιακά και αναπτυξιακά δεδομένα της χώρας είναι από μόνο του προβληματικό.

Τώρα, λοιπόν, που ο στόχος της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ επιτεύχθηκε, που η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και η διατηρησιμότητα των ισορροπιών της πρέπει να εξειδικευθούν ως στόχοι, τώρα που η προετοιμασία του 2004 και η αξιοποίηση των μεγάλων κονδυλίων του Γ' ΚΠΣ θέτουν ξανά επί τάπητος το ζήτημα του μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης της χώρας, τώρα που το ζήτημα της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής έχει καταλάβει εκ των πραγμάτων την πρώτη θέση, αυτό που κατ' ουσίαν τίθεται ως πρόβλημα είναι η ανακατανομή του πλεονάσματος και η θέσπιση ορίων στα φαινόμενα υπερβολικής συγκέντρωσης (και άρα ανισοκατανομής) του πλούτου που παράγεται στη χώρα.

Ήδη ο τρόπος με τον οποίο κατανεμήθηκε τελικώς το κόστος της συλλογικής προσπάθειας για την ένταξη στην ΟΝΕ δίνει μία σοβαρή ένδειξη ως προς την ένταση και το βάθος του ζητήματος, όπως και αν αξιολογήσει κανείς τα δεδομένα: η καμπύλη του κόστους εργασίας σε σύγκριση με την καμπύλη της συνολικής κερδοφορίας των επιχειρήσεων στη βιομηχανία, το εμπόριο και τις υπηρεσίες, αλλά και η εξέλιξη των εισοδηματικών μεριδίων του συντελεστή «κεφάλαιο» και του συντελεστή «εργασία», συνιστούν πολύ σοβαρές ενδείξεις από την άποψη αυτή.

Συμφωνία κατά της ανεργίας

Τώρα που πρέπει να επιτευχθεί μια νέα κοινωνική συμφωνία για την καταπολέμηση της ανεργίας και τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, η κατανομή του κόστους είναι το πρωτεύον και κρίσιμο ζήτημα. Κατανομή του κόστους σημαίνει όμως και ανακατανομή του πλεονάσματος.

Απάντηση στο ανυπέρβλητο αυτό ερώτημα μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να δώσει μόνο η εμμονή στο σύνθημα και τον στόχο του μη αποκλεισμού. Το σύγχρονο δημοκρατικό κοινωνικό κράτος δικαίου είναι ένα κράτος του μη αποκλεισμού. Η σύγχρονη μεταβιομηχανική και ψηφιακή οικονομία που βασίζεται στην πληροφορία και στο Διαδίκτυο είναι μία κοινωνία του μη αποκλεισμού.

Ο μη αποκλεισμός λειτουργεί πολιτικά σε σχέση με τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος σε εθνικό, τοπικό και περιφερειακό επίπεδο: σε σχέση με τη λειτουργία των κομμάτων, των μονοθεματικών οργανώσεων και των ομάδων πίεσης, σε σχέση με το Κοινοβούλιο, την Τοπική Αυτοδιοίκηση κ.ο.κ.

Ο μη αποκλεισμός λειτουργεί κοινωνικά σε σχέση με τους μηχανισμούς και τις εγγυήσεις του κοινωνικού κράτους που δεν μπορεί να αφήνει ακάλυπτο και ανασφαλή κανέναν.

Ο μη αποκλεισμός λειτουργεί οικονομικά σε σχέση με την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και την αγορά εργασίας, σε σχέση με τον πλήρη και ελεύθερο ανταγωνισμό, σε σχέση με τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους, τα δημόσια έργα, τις κρατικές προμήθειες, τις επιχορηγήσεις και τα κίνητρα.

Είναι συνεπώς προφανές ότι ο καθένας αναγνωρίζει τον εαυτό του, το μέγεθός του και τα προβλήματά του μέσα στο κοινό και επιτακτικό αίτημα του μη αποκλεισμού. Για τον μαθητή αυτό σημαίνει πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στην απόκτηση δεξιοτήτων• για τον άνεργο αυτό σημαίνει πρόσβαση στην αγορά εργασίας• για τον ανασφάλιστο σημαίνει πρόσβαση στο ασφαλιστικό σύστημα• για τον μικρό επιχειρηματία σημαίνει πρόσβαση στην αγορά χρήματος και κεφαλαίου• για τον δυναμικό και καινοτόμο επιχειρηματία της «νέας οικονομίας» σημαίνει πρόσβαση σε μία ανταγωνιστική, ψηφιακή αγορά• για τη μεγαλύτερη επιχείρηση αυτό σημαίνει σαφείς και διαφανείς όρους ανταγωνισμού κ.ο.κ.

Ο μη αποκλεισμός

Ο μη αποκλεισμός είναι συνεπώς πολύ πιο συγκεκριμένος σε σχέση με το χαλαρό και αόριστο αίτημα για «συμμετοχή». Ένας αρνητικός στη διατύπωσή του στόχος νομίζω ότι μπορεί να προσλάβει ισχυρό θετικό περιεχόμενο.
Με την έννοια αυτή ο μη αποκλεισμός εκφράζει το γενικό συμφέρον, δηλαδή το μόνο δυνατό σημείο ισορροπίας μιας κοινωνίας που μπορεί να εμφανίζεται ήρεμη και αδιάφορη, βιώνει όμως τις δικές της παλιές και νέες αντιθέσεις και ανασφάλειες.

Η κοινωνία (άρα και η πολιτική και η οικονομία) του μη αποκλεισμού μπορεί να είναι μία προοδευτική και ευαίσθητη ταυτόχρονα απάντηση στις απαιτήσεις της νέας οικονομίας που κινείται γύρω από έννοιες όπως η ανταγωνιστικότητα, η ευελιξία, η ποιότητα, η καινοτομία, δοκιμάζεται όμως πάντοτε γύρω από έννοιες όπως η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, η συνοχή. Όλα αυτά μπορούν να συμφιλιωθούν και να συλλειτουργήσουν με άξονα τον στόχο του μη αποκλεισμού. Και ο στόχος αυτός μπορεί, πιστεύω, να σηματοδοτήσει την αρχή του νέου αιώνα.



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 16 Σεπτεμβρίου 2000

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και ΕλευθερίεςΆρθρα 2000