2 Οκτωβρίου 2000


Το Σύνταγμα του 1975 συμπυκνώνει και εκφράζει τις αντιλήψεις και το κλίμα της μεταπολίτευσης ιδίως στις διατάξεις του περί συνταγματικών δικαιωμάτων που δεν τροποποιήθηκαν με την αναθεώρηση του 1986. Το Σύνταγμα του 1975 ναι μεν ψηφίσθηκε τελικά από μόνη την (συντηρητική) πλειοψηφία της λεγόμενης Ε' Αναθεωρητικής Βουλής, στην διαμόρφωσή του όμως και ιδίως στην κατάστρωση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων οι θέσεις τής τότε αντιπολίτευσης και οι δικαιοκρατικές ευαισθησίες της εποχής εκείνης ως αντίδραση στην εμπειρία της δικτατορίας αλλά και της μακράς μετεμφυλιακής περιόδου, άσκησαν καθοριστική επίδραση.

Το ισχύον συνεπώς Σύνταγμα της χώρας είναι ένα Σύνταγμα που κατοχυρώνει και προστατεύει σε ικανοποιητικό βαθμό τα ατομικά δικαιώματα αλλά και τα δικαιώματα ομαδικής δράσης διαμορφώνοντας ένα επαρκές συνταγματικό πλαίσιο κράτους δικαίου. Η νομική, ιδεολογική και πολιτική σημασία του Συντάγματος αναδεικνύεται, βέβαια, όταν πρέπει να ανακοπεί και να περιορισθεί ο κοινός νομοθέτης που παραβιάζει ευθέως ή εκ του πλαγίου τα ατομικά δικαιώματα. Στην περίπτωση αυτή το αντίβαρο είναι ο επιστημονικός λόγος, η κοινωνική ευαισθησία και η δικαστική εξουσία μέσα από τους μηχανισμούς του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ή του (απευθείας) ελέγχου της συνταγματικότητας διοικητικών πράξεων. Η δικαστική όμως εξουσία λειτουργεί - δυστυχώς - και αντίστροφα, όταν καλούμενη να εφαρμόσει το Σύνταγμα διαμορφώνει πρακτικές που παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα και μάλιστα αυτά που συγκροτούν τον πυρήνα της προσωπικής ασφάλειας. 

Ο αναθεωρητικός νομοθέτης στην προηγούμενη Βουλή έπρεπε να προβεί σε μία εξαιρετικά υπεύθυνη και λεπτή στάθμιση: Έπρεπε να διαπιστώσει την ανάγκη αναθεώρησης (από τη σημερινή Βουλή) όσων διατάξεων σχετικών με τα ατομικά δικαιώματα είχαν όντως ανάγκη τροποποίησης ή συμπλήρωσης προκειμένου να ενισχυθεί η συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου. Ταυτόχρονα όμως έπρεπε να προστατεύει το ισχύον - ικανοποιητικό σε γενικές γραμμές - επίπεδο προστασίας του κράτους δικαίου και να μην ανοίξει την οδό της τροποποίησης για εκείνες τις συνταγματικές διατάξεις που θα μπορούσαν να θιγούν (με αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των αντίστοιχων δικαιωμάτων) από μία διαφορετική πλειοψηφία της παρούσας Βουλής. 

Το ΠΑΣΟΚ είναι βέβαια η πλειοψηφία και της σημερινής Βουλής, αυτό όμως οριστικοποιήθηκε το βράδυ των βουλευτικών εκλογών της 9ης Απριλίου. Το αποτέλεσμα - θεωρητικά - θα μπορούσε να είναι αντίστροφο και άρα ο κίνδυνος να ασκηθούν πιέσεις αντιλήψεων λιγότερο ευαίσθητων από αυτές του 1974-75 ήταν υπαρκτός.

Ο πολιτικός (και όχι ο «εργαστηριακός») χαρακτήρας της αναθεωρητικής διαδικασίας και η καθοριστική σημασία του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων δεν γίνεται δυστυχώς αντιληπτή από όλους. Το ΠΑΣΟΚ διασφαλίζει με τις προτάσεις και τους χειρισμούς του την ευρύτερη δυνατή συναίνεση και φέρει ταυτόχρονα την τελική ευθύνη για τη διαφύλαξη και ενίσχυση του επιπέδου της συνολικής προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων. Δεν ήταν όμως ούτε δεδομένο ούτε αυτονόητο το ότι θα ήταν πλειοψηφία και στη σημερινή Βουλή.

Είναι πάντως ιδιαίτερα θετικό για τον βαθύτερο χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος αλλά και της ελληνικής κοινωνίας το γεγονός ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος έχει έντονο δικαιοκρατικό προσανατολισμό: ρατσιστικές, ξενόφοβες, περιοριστικές ή αυταρχικές αντιλήψεις, που είναι δυστυχώς συνηθισμένα φαινόμενα σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν φαίνεται να ευδοκιμούν στην ελληνική Βουλή.

Το άρθρο 25 παρ. 1

Η βασική ίσως μεταβολή που επέρχεται είναι η νέα διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 25 στο οποίο στεγάζονται οι γενικοί κανόνες ερμηνείας του κεφαλαίου περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Κατά την ισχύουσα ρύθμιση «τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη άσκησή τους».

Κατά τη νέα ρύθμιση «τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Όπως είναι προφανές με την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 25 παρ. 1:

Πρώτον, εισάγεται και ρητά η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου ως κανόνας αλλά και ως ερμηνευτικός προσανατολισμός όλων των σχετικών συνταγματικών διατάξεων.

Δεύτερον, εισάγεται η αρχή της ισχύος των συνταγματικών δικαιωμάτων και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν, εισάγεται δηλαδή η αρχή της τριτενέργειάς τους - κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στο εργασιακό και γενικότερο περιβάλλον της «νέας οικονομίας».

Τρίτον, αποσαφηνίζεται με κατηγορηματικό τρόπο ότι το άρθρο 25 παρ. 1 λειτουργεί ως συνολική εγγύηση και όχι ως πρόσθετος περιορισμός των συνταγματικών δικαιωμάτων.

Οι κάθε είδους περιορισμοί πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας (άρα ρητά) από το Σύνταγμα είτε, εφόσον υπάρχει σχετική επιφύλαξη του Συντάγματος υπέρ του νόμου, από το νόμο και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας που από νομολογιακός καθίσταται ρητός συνταγματικός κανόνας.

Με τη νέα αυτή διατύπωση το άρθρο 25 παρ. 1 ενισχύει το σύνολο του δικαιοκρατικού οπλισμού του Συντάγματος υπέρ του ατόμου είτε αυτό δρα μεμονωμένα και ιδιωτικά είτε δρα μέσα στις κοινωνικές του σχέσεις.

Κατά την ίδια λογική οι μεταβολές που επέρχονται στα άρθρα 4-25 ενισχύουν σε σημαντικό βαθμό την προσωπική ασφάλεια (άρθρο 6 παρ. 4 και 7 παρ. 3), το ιδιωτικό απόρρητο (άρθρο 9Α και 19), την προστασία της προσωπικότητας (άρθρα 4 παρ. 6, 5Α, 5Γ και 14), την δυνατότητα πολιτικής συμμετοχής (άρθρα 5Γ, 10 και 21 παρ. 5 εδ. β') αλλά και την προστασία της ιδιοκτησίας (άρθρο 17). Πιο συγκεκριμένα:

Προσωπική ασφάλεια

Στην παρ. 4 του άρθρου 6 που θεσπίζει τα ανώτατα όρια της προφυλάκισης (δώδεκα μήνες στα πλημμελήματα και δεκαοκτώ μήνες στα κακουργήματα - εκτός και αν ο νόμος προβλέψει μικρότερα όρια ή άλλα περιοριστικά μέτρα όπως ήδη συμβαίνει με τα πλημμελήματα) προστίθεται εδάφιο σύμφωνα με το οποίο «απαγορεύεται η υπέρβαση των ανωτάτων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επιμέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης». Απαγορεύεται δηλαδή η δικαστική καταστρατήγηση μιας εγγύησης που ενισχύει τον δικαιοκρατικό χαρακτήρα του ελληνικού Συντάγματος ενώ απουσιάζει από πολλά ευρωπαϊκά Συντάγματα.

Κατά την ίδια λογική καθίσταται ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 7 παρ. 3) η απαγόρευση της θανατικής ποινής που προβλέπεται ήδη σε επίπεδο κοινού νόμου. Εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνο για κακουργήματα που τελούνται σε καιρό πολέμου και σε σχέση μ' αυτόν.

Ιδιωτικό απόρρητο

Η σφαίρα του ιδιωτικού απορρήτου και του οικογενειακού και ιδιωτικού βίου υφίσταται τεράστιες πιέσεις και απειλές, εν πολλοίς λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, ιδίως στο πεδίο της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών. Τους νέους αυτούς κινδύνους επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν δύο νέες διατάξεις: Με το άρθρο 9Α θεσπίζεται ειδικό ατομικό δικαίωμα προστασίας έναντι της συλλογής επεξεργασίας και χρήσης - ιδίως με ηλεκτρονικά ή άλλα σαφή μέσα - των προσωπικών δεδομένων. Η προστασία διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή που συγκροτείται και λειτουργεί σύμφωνα με το, επίσης νέο, άρθρο 101 Α' που ρυθμίζει γενικά τα σχετικά με τις ανεξάρτητες αρχές.

Στο άρθρο 19 που εγγυάται το κλασικό δικαίωμα στο απόρρητο των τηλεπικοινωνιών και γενικά των ανταποκρίσεων προστίθενται δύο νέες εγγυήσεις: Η συγκρότηση ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο των επικοινωνιών (άρθρο 19 παρ. 2) και η εκ του Συντάγματος απαγόρευση της χρήσης αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 (ιδιωτικό απόρρητο) και 9 Α.

Προστασία της προσωπικότητας

Στο πλαίσιο της γενικής συνταγματικής προστασίας του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1) αλλά και της αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1) εισάγονται δύο νέες εγγυήσεις και μία πρόσθετη ευχέρεια.

Η πρώτη εγγύηση είναι η ρητή εισαγωγή (άρθρο 5Γ) του ατομικού δικαιώματος στην προστασία της υγείας (ως προϋπόθεση του κοινωνικού δικαιώματος άρθρο 21 παρ. 3 για παροχή από το κράτος επαρκών υπηρεσιών υγείας) αλλά και στην προστασία της γενετικής ταυτότητας κάθε ανθρώπου. Προβλέπεται επίσης να ορισθούν με νόμο τα σχετικά με την προστασία κάθε προσώπου έναντι των (κάθε είδους) βιοϊατρικών παρεμβάσεων (και όχι μόνον των χειρουργικών επεμβάσεων). Θα ήταν φυσικά συνταγματικός επαρχιωτισμός να θεωρηθεί ότι ένα εθνικό Σύνταγμα, όπως το ελληνικό, μπορεί να προβλέψει ή να οριοθετήσει τις διεθνείς εξελίξεις στο πεδίο της βιοϊατρικής. Τίθεται όμως το γενικό αλλά σαφές πλαίσιο προστασίας του ατόμου, πλαίσιο που συμπληρώνεται από τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις και την εθνική κοινή νομοθεσία. Αυτό γίνεται με μία λιτή και οικονομημένη διατύπωση που δεν εισάγει ηθικά, φιλοσοφικά ή επιστημονικά αμφίβολες έννοιες, αλλά ορίζει με σαφήνεια το αντικείμενο και τον σκοπό της προστασίας.

Η δεύτερη εγγύηση αφορά το δικαίωμα του καθενός που θίγεται από ανακριβές ή υβριστικό ή δυσφημιστικό δημοσίευμα ή ραδιοτηλεοπτική εκπομπή να απαντά (δικαίωμα απάντησης) καθώς και την αντίστοιχη υποχρέωση του μέσου ενημέρωσης να επανορθώνει σε περίπτωση ανακρίβειας ή έστω να δημοσιεύει ή να μεταδίδει την απάντηση (υποχρέωση επανόρθωσης). Η νέα διατύπωση της παρ. 5 του άρθρου 14 που ισχύει για όλα τα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα ενημέρωσης προστατεύει συνεπώς την προσωπικότητα και το δικαίωμα του ιδιωτικού βίου κάθε ατόμου χωρίς να παρακωλύει την ελευθερία του Τύπου, η άσκηση της οποίας συνιστά ταυτοχρόνως και άσκηση σημαντικής - επικοινωνιακής και άρα κοινωνικής και πολιτικής - εξουσίας. Η πρόσθετη αυτή εγγύηση έχει άλλωστε σημασία για τον ανώνυμο πολίτη που δεν έχει διασφαλισμένη πρόσβαση στο μηχανισμό ενημέρωσης.

Η νέα ευχέρεια προστίθεται ως ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 4 παρ. 6 και αφορά τη ρητή συνταγματική πρόβλεψη για τη δυνατότητα του νόμου να οργανώνει εναλλακτική θητεία, εντός ή και εκτός της δομής των Ενόπλων Δυνάμεων, για όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης στο να προσφέρουν ένοπλη ή και γενικά στρατιωτική υπηρεσία. Επιστεγάζεται έτσι συνταγματικά ο σχετικά πρόσφατος νόμος 2510/97 ενώ η προϋπόθεση της ύπαρξης «τεκμηριωμένης» αντίρρησης επιτρέπει διαχωρισμό των πραγματικών αντιρρησιών συνείδησης από αυτούς που για λόγους φυγοπονίας ή ελλιπούς πατριωτικού φρονήματος θέλουν να αποφύγουν τη στρατιωτική θητεία. Άλλωστε η εναλλακτική θητεία δεν είναι χωρίς κόπο και χρονικό κόστος για όσους την επιλέγουν συνειδητά.

Δικαίωμα συμμετοχής

Εξίσου σημαντική είναι η δέσμη των νέων συνταγματικών διατάξεων που σχετίζονται με τις δυνατότητες συμμετοχής στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας στο πλαίσιο της γενικής διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1.

Με τη νέα διάταξη του άρθρου 5 Γ εισάγεται το ατομικό δικαίωμα στην πληροφόρηση, ο δε νόμος έχει την υποχρέωση να ρυθμίσει τα σχετικά με την πρόσβαση στις κάθε είδους (δημόσιες ή ιδιωτικές) πηγές πληροφόρησης. Οι περιορισμοί στην πρόσβαση αυτή πρέπει να προβλέπονται με νόμο, να είναι απολύτως αναγκαίοι και να δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων ή συμφερόντων τρίτων (πνευματικά δικαιώματα, εμπιστευτικότητα εμπορικών πληροφοριών κ.λπ.).

Με την παρ. 2 του νέου αυτού άρθρου 5 Γ θεσπίζεται ρητά και το ειδικότερο ατομικό δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας, ως σύνθετο τεχνολογικό, οικονομικό, πολιτιστικό και πολιτικό φαινόμενο. Στο πλαίσιο αυτό η διευκόλυνση της πρόσβασης (π.χ. με τις αναγκαίες υποδομές και με τη διαμόρφωση προσιτού κόστους στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά καθώς και στην παραγωγή, ανταλλαγή και διάδοσής τους), αναγορεύεται σε υποχρέωση του κράτους. Όλα όμως αυτά πρέπει να γίνονται με απόλυτο σεβασμό του ιδιωτικού απορρήτου (άρθρα 9, 9Α και 19).

Πέρα από την προφανή συμβολική και προτρεπτική λειτουργία της νέας αυτής διάταξης που δείχνει, αν μη τι άλλο, ότι το Σύνταγμα παρακολουθεί τις εξελίξεις, δεν είναι καθόλου αμελητέο και το κανονιστικό της περιεχόμενο όχι τόσο έναντι του κράτους όσο στις ιδιωτικές σχέσεις (ιδίως μετά τη νέα σχετική ρήτρα του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. γ'). Άλλωστε όλες αυτές οι διατάξεις προσλαμβάνουν το πλήρες περιεχόμενό τους σε συνδυασμό και με τη γενική αρχή της αναλογικής ή διαφοροποιητικής ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1).

Στη θέση αυτή πρέπει συνεπώς να μνημονευθεί και το δεύτερο εδάφιο της νέας παρ. 5 του άρθρου 21 που επιβάλλει στο κράτος να λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την συμμετοχή των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην επαγγελματική, κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Πρόκειται για μία καινοτομική διάταξη που είμαι βέβαιος ότι θα αναπτύξει μεγάλη ερμηνευτική δυναμική και η οποία βρίσκεται, βέβαια, στο κοινό πεδίο τόσο του κράτους δικαίου όσο και του κοινωνικού κράτους.

Προστασία της ιδιοκτησίας

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία βρίσκεται ιστορικά στην οικονομική και ιδεολογική μήτρα του κράτους δικαίου. Με την αναθεώρηση προστίθενται στο άρθρο 17 νέες σημαντικές εγγυητικές ρήτρες ως προς την προστασία της ιδιοκτησίας και την οργάνωση του θεσμού της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, από τη σκοπιά του ιδιοκτήτη.

Με τη νέα διατύπωση των παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 επιβάλλεται, πρώτον, η ειδική αιτιολόγηση του τρόπου κάλυψης της δαπάνης σε κάθε πράξη κήρυξης απαλλοτρίωσης. Προβλέπεται, δεύτερον, ότι όταν μεταξύ του προσωρινού και του οριστικού καθορισμού τιμής μονάδας μεσολαβεί διάστημα μεγαλύτερο του έτους, τότε λαμβάνεται υπόψη ως κρίσιμος χρόνος ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό καθορισμό. Εισάγεται, τρίτον, η δυνατότητα καταβολής της αποζημίωσης σε είδος (με την παραχώρηση της κυριότητας άλλου ακινήτου ή με την παραχώρηση δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου), εφόσον όμως συναινεί ο δικαιούχος της αποζημίωσης (προκειμένου να μη δεσμεύεται άμεσα ή έμμεσα, χωρίς αποζημίωση, το ακίνητό του). Η ευχέρεια αυτή αφορά θεσμούς όπως η «τράπεζα γης» που θα διευκολύνει την εκκαθάριση μεγάλων και χρόνιων εκκρεμοτήτων. Θεσπίζεται, τέταρτον, η δυνατότητα να λειτουργήσουν δικονομικοί μηχανισμοί που θα οδηγήσουν στην επιτάχυνση των σχετικών δικών και στην διευκόλυνση των δικαιούχων.

Συναινετικές λύσεις


Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι όλες αυτές οι συνταγματικές μεταβολές διαμορφώθηκαν στην Επιτροπή Αναθεώρησης με ευρύτατη συναίνεση. Κάτι που προοιωνίζεται - ελπίζω - και την εφαρμογή τους στην πράξη υπέρ των πολιτών.



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 2 Οκτωβρίου 2000

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και ΕλευθερίεςΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2000