3 Οκτωβρίου 2000


Στη χώρα μας πολλά πράγματα θεωρούνται αυτονόητα χωρίς αυτό να συμβαίνει σε διεθνές ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Ένα - δυστυχώς - από αυτά είναι και η εμμονή στην αρχή του κοινωνικού κράτους. Η χρονίζουσα δημοσιονομική κρίση του κοινωνικού κράτους και η βαθιά ιδεολογική αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου λόγω της κατίσχυσης των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων (ακόμα και σε πολιτικούς χώρους που ήταν παραδοσιακοί αντίπαλοί του) δεν μπόρεσε να μεταβάλει - στη χώρα μας - τις αντιλήψεις ως προς την συνταγματική κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους.


Άλλωστε μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, και ιδίως μετά τη σύνοδο κορυφής της Λισαβώνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την ιδεολογική και πολιτική της αμηχανία, δίνει κατ' ανάγκη έμφαση στο ζήτημα της απασχόλησης και των εγγυήσεων του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου κυρίως γιατί αυτό πηγάζει μέσα από τις ανησυχίες και τις αξιώσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών. 

Βέβαια, τα μεγάλα μέτωπα του ασφαλιστικού συστήματος και των εργασιακών σχέσεων είναι πάντοτε ανοικτά και κρίσιμα, όπως ανοικτή και κρίσιμη είναι η ευρύτερη συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική διεθνούς ανταγωνιστικότητας μετά την ΟΝΕ και την εφαρμογή του ευρώ, στο πλαίσιο δε αυτής για τις αντίστοιχες εθνικές στρατηγικές των κρατών - μελών. Για τη χώρα μας έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία το γεγονός πως συγκεντρώνεται εύκολα - επί της αρχής τουλάχιστον - ευρύτατη συναίνεση γύρω από την ανάγκη να ενισχυθεί η συνταγματική θεμελίωση και εγγύηση του κοινωνικού κράτους. Αυτό, πρώτον, είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για τον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ και, δεύτερον, συνδέεται με την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να προωθούνται ταυτόχρονα δύο ισότιμοι στόχοι: αυτός της συνολικής εθνικής ανταγωνιστικότητας μέσα στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας και της «νέας οικονομίας» και αυτός της κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας.

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι μεταβολές που επιφέρει ως προς τα θέματα αυτά η αναθεώρηση του Συντάγματος.

Η αρχή του κοινωνικού κράτους

Η πρώτη μεταβολή αφορά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 που καλύπτει το σύνολο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και θέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποκτούν το πλήρες κανονιστικό και ερμηνευτικό τους περιεχόμενο όλες οι επιμέρους διατάξεις. Με την αναθεώρηση δίπλα στην αρχή του κράτους δικαίου τίθεται και ρητά η αρχή του κοινωνικού κράτους, όχι φυσικά ως έμμεσος περιορισμός αλλά ως ευθεία ενίσχυση και του δικαιοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματός μας.

Κατά την αναθεωρημένη μορφή της διάταξης υπό την εγγύηση του κράτους τελούν τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Η λιτή αυτή διατύπωση μπορεί να αποκτήσει απροσδόκητα μεγάλο κανονιστικό περιεχόμενο σε συνδυασμό με τις επιμέρους συνταγματικές διατάξεις και ανάλογα βέβαια με τις πρωτοβουλίες και τις επιλογές του εκάστοτε κοινού νομοθέτη.

Η δημογραφική πολιτική

Το πρώτο εδάφιο της (νέας) παραγράφου 5 του άρθρου 21 είναι αφιερωμένο στην υποχρέωση του κράτους να σχεδιάζει και να εφαρμόζει μια δημογραφική πολιτική και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα. Το Σύνταγμα επιβάλλει έτσι την ενεργό αντιμετώπιση ενός μείζονος εθνικού θέματος. Η ερμηνευτική εναρμόνιση της διάταξης αυτής με το άρθρο 4 παρ. 1 και με την αρχή της αναλογικής ισότητας μπορεί να της προσδώσει κρίσιμο κανονιστικό περιεχόμενο, παρότι διά γυμνού οφθαλμού κάποιοι θα σπεύσουν να την χαρακτηρίσουν ως «κατευθυντήρια» ακολουθώντας μια θεωρητική προσέγγιση που είναι μάλλον ξεπερασμένη πια.

ΑΜΕΑ


Ακόμη ίσως πιο σημαντικό είναι το δεύτερο εδάφιο της νέας αυτής παραγράφου που αφορά τη συνταγματική μεταχείριση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στα οποία αφιερώνεται πλέον ειδική διάταξη. Η προσθήκη της διάταξης αυτής κρίθηκε αναγκαία καθώς η ισχύουσα παράγραφος 2 του άρθρου 21 αναφέρεται σε όσους «πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο», δηλαδή σε κύκλο προσώπων πολύ στενότερο από το εύρος της έννοιας του ατόμου με ειδικές ανάγκες. Βέβαια, ερμηνευτικά και από το άρθρο 21 παρ. 2 και από αυτήν την ίδια την αρχή της διαφοροποιητικής ισότητας συνάγεται η συνταγματική προστασία των ΑΜΕΑ.

Η αναθεωρητική, όμως, Βουλή εφόσον έχει τη δυνατότητα να προσθέσει ειδικότερη και ρητή διάταξη, οφείλει να το πράξει αποστέλλοντας και το αντίστοιχο μήνυμα στο νομοθέτη, τη διοίκηση και την κοινωνία.

Και το δεύτερο αυτό εδάφιο της νέας παραγράφου 5 του άρθρου 21 αποκτά το πλήρες κανονιστικό του περιεχόμενο σε σχέση με το άρθρο 4 παρ. 1 και σε συνάρτηση με τη στάση της κοινής νομοθεσίας που σε κάθε περίπτωση πρέπει να σέβεται και να ενισχύει τη νομική θέση των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Η ευαισθησία του αναθεωρητικού νομοθέτη δεν έχει μόνον κανονιστική αλλά και συμβολική και «παιδαγωγική» λειτουργία, η οποία σε τελική ανάλυση έχει πάντοτε και ουσιαστικές νομικές / ερμηνευτικές επιπτώσεις.

Θετικά μέτρα υπέρ των γυναικών

Στην ίδια δέσμη διατάξεων είναι ίσως προτιμότερο να καταταχθεί και η νέα διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 116 που αναφέρεται στην ισότητα ανδρών και γυναικών.

Η ισχύουσα διάταξη επιτρέπει αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 (που προβλέπει ότι «Έλληνες και Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις») «μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος».

Με τη νέα διατύπωση το περιεχόμενο και η φορά της διάταξης αντιστρέφεται καθώς τώρα προβλέπεται ότι «επιτρέπεται η λήψη, με νόμο, θετικών μέτρων μεταβατικού (δηλαδή προσωρινού) χαρακτήρα, που είναι απολύτως αναγκαία για την προώθηση (δηλαδή για την εφαρμογή στην πράξη) της ισότητας ανδρών και γυναικών». Με τη νέα αυτή διάταξη το ελληνικό Σύνταγμα αποδέχεται και κατοχυρώνει ρητά τη «θετική ενέργεια» (affirmative action) με την ψήφιση αντίρροπων μέτρων που έχουν ως στόχο να αποκαταστήσουν υφιστάμενες πραγματικές ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών (εις βάρος συνηθέστατα των γυναικών). Τέτοιες οργανωτικές ανισότητες είναι π.χ. εμφανείς σε πολλούς εργασιακούς χώρους τόσο στο δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα.

Κατά τον τρόπο αυτό ένας κανόνας που διέπλασε κατ' αρχήν η νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου των ΗΠΑ αλλά και η πρόσφατη νομολογία του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας μετατρέπεται σε ρητή συνταγματική διάταξη.

Τα μέτρα αυτά ανεξάρτητα από την πραγματική διάρκειά τους που μπορεί να είναι και μακρά εισάγονται νομικώς ως μεταβατικά (δηλαδή προσωρινά) ακριβώς γιατί στοχεύουν στη διαμόρφωση μιας άλλης κατάστασης, μετά την οποία πρέπει να παύσουν να ισχύουν. Επιλέχθηκε δε ο όρος «προώθηση» της ισότητας ανδρών και γυναικών ως όρος που αποτυπώνει τη δυναμική επιδίωξη της ισότητας αυτής η οποία ποτέ δεν «πραγματοποιείται» κατά κυριολεξία καθώς η ισότητα είναι πάντοτε μια διεκδίκηση που απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ισότητα στο ελληνικό Σύνταγμα γίνεται καθολικά δεκτό ότι περιλαμβάνει την ισότητα και «ενώπιον» άλλων και «εντός» του νόμου, δηλαδή την ουσιαστική ρύθμιση των καταστάσεων με βάση τους κανόνες της αναλογικής ή διαφοροποιητική ισότητας. Υπό την έννοια αυτή τυχόν χρήση επιθέτων όπως ο όρος «ουσιαστική» ή «πραγματική» ισότητα στο άρθρο 116 παρ. 2 θα κινδύνευε να προκαλέσει μια αρνητική ερμηνευτική αντιδιαστολή σε σχέση με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 όπου και χρησιμοποιείται μόνον ο όρος «ισότητα».

Τέλος, τα μέτρα αυτά στα οποία αναφέρεται η νέα παράγραφος 2 του άρθρου 116 πρέπει να είναι «απολύτως αναγκαία», να δικαιολογούνται δηλαδή από την αρχή της αναλογικότητας στο πλαίσιο του σκοπού της ρύθμισης που είναι η αποκατάσταση υφισταμένων ανισοτήτων εις βάρος - κυρίως - των γυναικών. Πρόκειται συνεπώς για μια σημαντική καινοτομία του αναθεωρημένου Συντάγματος με μεγάλο πρακτικό αντίκρυσμα.



* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 3 Οκτωβρίου 2000

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και ΕλευθερίεςΣυνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2000