30 Οκτωβρίου 2000


Αξίζει τον κόπο να δούμε τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας με ­ θέλω να ελπίζω ­ ψύχραιμο και συστηματικό τρόπο, και όχι κάτω από συγκυριακές φορτίσεις. Στη μελέτη μου αυτή υποστηρίζω μία σειρά από θέσεις, που θέλω να συνοψίσω με επιγραμματικό αλλά και σαφή τρόπο.

1. Το ζήτημα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας είναι μία ουσιαστική και κρίσιμη εκδοχή του ευρύτερου ζητήματος των σχέσεων κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Οι θρησκευτικές συσσωματώσεις ήταν και είναι βασικό συστατικό της κοινωνίας των πολιτών.

 

2.Το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ ελληνικού κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μπορεί να υποταχθεί σε θεωρητικά σχήματα και τυπολογίες που συγκροτήθηκαν για να ερμηνεύσουν ή να οργανώσουν νομικά τη σχέση κράτους και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ή κράτους και διαφόρων προτεσταντικών δογμάτων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

3.Το σύστημα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας που ισχύει στην Ελλάδα δεν είναι ούτε αυτό της «νόμω κρατούσης πολιτείας» ούτε αυτό της συναλληλίας ή, πολύ περισσότερο, της ομοταξίας. Είναι το σύστημα των συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, κάτι που σημαίνει, πρώτον, ότι τίθενται εκ του Συντάγματος όρια στην παρέμβαση του νομοθέτη και των άλλων κρατικών οργάνων στα της Εκκλησίας και, δεύτερον, ότι η Εκκλησία περιβάλλεται με συνταγματικές εγγυήσεις ως υποκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας.

4.Με διαφορετικό τρόπο τίθεται το ειδικότερο ζήτημα των σχέσεων κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το Σύνταγμα αναγνωρίζει μια σχέση ομοταξίας μεταξύ του ελληνικού κράτους και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως προκύπτει κυρίως από τα άρθρα 3 και 105, και ιδίως από την ιστορική τους ερμηνεία και καταγωγή.

5.Το ζήτημα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας είναι διαφορετικό από το ζήτημα της πλήρους προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας για όλα τα ατομικά και συλλογικά υποκείμενά της. Η υποχρέωση σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και αντιμετώπισης όλων των εκκρεμών ζητημάτων (προσηλυτισμός, ίδρυση ναών και ευκτηρίων οίκων, δυνατότητα αποχής από το μάθημα των Θρησκευτικών κ.λπ.) βαρύνει ως υποχρέωση το κράτος και τίθεται ως θέμα σεβασμού και εφαρμογής και όχι αναθεώρησης του Συντάγματος. Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος είναι θεμελιώδης και μη υποκείμενη σε αναθεώρηση. Αν αυτή παραβιάζεται από τον νομοθέτη, τη διοίκηση ή τη δικαιοσύνη, η ευθύνη ανήκει στο κράτος, στο οποίο ανήκει και η αρμοδιότητα, και όχι στην Εκκλησία.

6. Το συνταγματικό και διεθνές πλαίσιο προστασίας της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι πλέον σαφές, εφόσον βασική μας παραδοχή κατά την αντιμετώπιση όλων των σχετικών θεμάτων είναι η αποδοχή της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο πλαίσιο αυτό είναι αναγκαίο να συζητηθεί και να συμφωνηθεί μια ρύθμιση που θα προσλάβει στη συνέχεια το κύρος του νόμου. Η προσπάθεια εισαγωγής του ν. 1700/87, συμφωνία μεταξύ των 149 μονών και του Ελληνικού Δημοσίου, που κυρώθηκε με τον ν. 1811/88, η σχετική απόφαση του ΕυρΔΔΑ του 1994 αλλά και η απόφασή του σε σχέση με την καθολική επισκοπή των Χανίων και εμμέσως για την προστασία της ιδιοκτησίας της, καθώς και οι νομοθετικές ρυθμίσεις που έγιναν ως προσπάθεια συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις αυτές έχουν διαμορφώσει ένα χαλαρό και πολύπλοκο πλαίσιο, που πρέπει να αντικατασταθεί με ένα άλλο, συμφωνημένο, απλό και σαφές. Μόνον που η προσέγγιση των θεμάτων αυτών πρέπει να γίνει όχι με μία παρωχημένη πολιτειοκρατική αντίληψη, αλλά με σεβασμό στη θρησκευτική ελευθερία όλων.

7.Το ζήτημα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας δεν είναι αντικείμενο της ανοιχτής διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος. Το μεν άρθρο 3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων, οι δε σχέσεις θα είναι, ούτως ή άλλως, συνταγματικώς ρυθμισμένες, εφόσον το Σύνταγμα εγγυάται (και μάλιστα με θεμελιώδεις διατάξεις του, όπως το άρθρο 13 παρ. 1) τη θρησκευτική ελευθερία, υποκείμενο της οποίας ­ και μάλιστα το πιο μαζικό συλλογικό υποκείμενό της ­ είναι και η Ορθόδοξη Εκκλησία.

8.Παρ' όλα αυτά η εκκρεμής διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος δίνει την ευκαιρία ­ εφόσον αυτό κριθεί χρήσιμο και είναι ευρύτερα αποδεκτό ­ να προστεθεί στη δέσμη των διατάξεων περί δικαστικής εξουσίας που τελούν υπό αναθεώρηση και ιδίως στο άρθρο 94 (που κατανέμει τη δικαιοδοσία μεταξύ των επιμέρους κλάδων της δικαιοσύνης) διάταξη για τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, τη φύση και τον τρόπο ελέγχου των πράξεών τους. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι αντικείμενο της αναθεώρησης είναι η ρύθμιση του ζητήματος της αντίρρησης συνείδησης (άρθρο 4 παρ. 6 και ερμηνευτική δήλωση υπό αυτήν).

9.Ούτως ή άλλως, στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας μπορούν να ρυθμιστούν με πολύ πιο απλό, λειτουργικό και ευέλικτο τρόπο, προς εκατέρωθεν όφελος, με την ψήφιση, έκδοση και δημοσίευση ενός (τυπικού) νόμου, που θα θέτει τις βάσεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και θα παρέχει στα όργανα της Εκκλησίας τις αναγκαίες και τις ευρύτερες δυνατές νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις για τη ρύθμιση όλων των θεμάτων.

10.Στο πλαίσιο αυτό ο νομοθέτης, εφόσον το θέλει και εφόσον κριθεί ότι αυτό είναι πολιτικά σκόπιμο και αναγκαίο, μπορεί να ρυθμίσει διαφορετικά το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της Εκκλησίας, με συστηματικό όμως και συνολικό τρόπο και λαμβανομένου υπόψη του νομικού χαρακτηρισμού των συσσωματώσεων ή των λειτουργών άλλων δογμάτων ή θρησκειών. Θα ήταν, π.χ., παράδοξο ο νομικός χαρακτηρισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος να είναι υποβαθμισμένος σε σχέση με τον νομικό χαρακτηρισμό άλλων δογμάτων ή των λειτουργών άλλων θρησκειών.

11.Τα ζητήματα που συνήθως βλέπουν το φως της δημοσιότητας ως δείγματα ορθόδοξου «χρωματισμού» του κράτους μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από τη συστηματική και ιστορική ερμηνεία των αντίστοιχων συνταγματικών διατάξεων. Το Σύνταγμα δίνει από την άποψη αυτή λύσεις σε κάθε πιθανό πρόβλημα χωρίς να προσβάλλεται η θρησκευτική ελευθερία κανενός. Αυτό αφορά το ζήτημα του προοιμίου, τον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας κ.λπ. Κατά μείζονα λόγο τέτοιες απαντήσεις δίνονται από το Σύνταγμα, με γνώμονα πάντοτε τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας, σε ζητήματα όπως η διδασκαλία των Θρησκευτικών, οι ομαδικές εκδηλώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα κ.λπ. Είναι απολύτως εσφαλμένη η προσέγγιση που θέλει απλώς να αναδείξει την ύπαρξη τέτοιων προβλημάτων, τα οποία οφείλονται σε αδράνειες του κοινού νομοθέτη, της διοίκησης ή της δικαιοσύνης και όχι να αναδείξει τις συνταγματικά θεμελιωμένες λύσεις τους, που υπάρχουν.

12.Μέσα σε αυτό το ευρύτερο συνταγματικό πλαίσιο η κοινή νομοθεσία προβλέπει πολλές περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαία η δήλωση προς το κράτος των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ατόμου. Η δήλωση αυτή και συνήθως η αντίστοιχη καταγραφή σε αρχεία που τηρούνται από το κράτος για συγκεκριμένο κάθε φορά σκοπό είναι προϋπόθεση λογικά αναγκαία για την άσκηση δικαιωμάτων ή ευχερειών που συνδέονται με τη θρησκευτική ελευθερία (π.χ. αντίρρηση συνείδησης για στράτευση, αποχή από το μάθημα των Θρησκευτικών, τέλεση θρησκευτικού γάμου, αλλαγή ονόματος για θρησκευτικούς λόγους, ίδρυση ναού ή ευκτηρίου οίκου, σύσταση θρησκευτικού σωματείου). Η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες δεν είναι επομένως ούτε η μόνη ούτε η κύρια περίπτωση δήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων προς το κράτος. Σε όλες όμως τις άλλες περιπτώσεις, η δήλωση είναι προαιρετική και γίνεται γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί να ασκηθεί κάποιο δικαίωμα ή κάποια ευχέρεια.

13.Εφόσον σκοπός του δελτίου ταυτότητας είναι απλώς και μόνον η αναγνώριση του εικονιζόμενου προσώπου ή του φέροντος το δελτίο, το θρήσκευμα δεν είναι στοιχείο πρόσφορο και αναγκαίο. Άρα δεν πρέπει να περιλαμβάνεται. Αυτό όμως προϋποθέτει ρητή νομοθετική ρύθμιση, καθώς άλλης φύσης ταυτότητα προβλέπει το εφαρμοζόμενο στην πράξη ν.δ. 197/69 και άλλο ο ισχύων αλλά μη εφαρμοσθείς ν. 1599/86, όπως τροποποιήθηκε. Το ζήτημα άρα των ταυτοτήτων θα έπρεπε να ρυθμιστεί με νεώτερο νόμο, που θα ρύθμιζε με σαφήνεια τον σκοπό και το περιεχόμενό τους. Αυτό επιβάλλει ο δημοκρατικός και κοινοβουλευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και η λογική της σύγχρονης συναινετικής δημοκρατίας που διέπει τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας των πολιτών.

Το ζήτημα των ταυτοτήτων ανήκει, όπως και όλα τα νομοθετικώς ρυθμιζόμενα θέματα, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους, αλλά για όλα τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του κράτους προηγείται συζήτηση και επαφή με την κοινωνία και τους φορείς της.

Διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα, αν το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί από τη δικαστική εξουσία στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Στην περίπτωση αυτή η δημοσιότητα των δικών και η αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων λειτουργούν ως νομιμοποιητικά θεμέλια των σχετικών πολιτειακών αποφάσεων. Παρ' όλα αυτά, θεωρώ ότι από πλευράς πολιτικών οργάνων του κράτους το ζήτημα έχει λήξει, γιατί έχουν κινηθεί και μορφοποιηθεί οι σχετικές διαδικασίες: εκδόθηκε μία σύσταση της Αρχής Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων, αυτή έγινε αποδεκτή από την κυβέρνηση και εφαρμόζεται στην πράξη, έχουν άρα εκδοθεί σχετικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, που προσβάλλονται (και προσβλήθηκαν) με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο επιλήφθηκε και θα κρίνει.

14.Απομένει όμως το ευρύτερο και κρισιμότερο ζήτημα των σχέσεων ως πρόβλημα θεσμικό αλλά και ως πρόβλημα κλίματος. Λύση σε αυτό είναι ο σοβαρός και ψύχραιμος διάλογος με πλήρη γνώση του ιστορικού και συνταγματικού πλαισίου μέσα στο οποίο κινούνται τόσο το κράτος όσο και η Εκκλησία.

Ελπίζω η μελέτη αυτή να συμβάλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων αυτού του διαλόγου από τη σκοπιά μιας «συνολικής» και «ανοιχτής» κοινωνίας των πολιτών που έχει συνείδηση των ευθυνών αλλά και των δυνατοτήτων της.

Όπως μου δόθηκε η ευκαιρία να γράψω μεσούσης της έντασης για το ζήτημα των ταυτοτήτων: «Κάποτε αριστερή άποψη απέναντι στην Εκκλησία αλλά και το θρησκευτικό φαινόμενο γενικότερα εθεωρείτο ο αντικληρικαλισμός ή ακόμα και η απαγόρευση της θρησκείας. Στη συνέχεια αριστερή άποψη θεωρήθηκε ­ ευτυχώς ­ η αποδοχή της πολυφωνίας και του πλουραλισμού και ο πλήρης σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας». Όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ρυθμίσει τη σχέση κράτους και Εκκλησίας μέσα στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας, με πλήρη σεβασμό στην ιστορική διεργασία συγκρότησης τόσο του κάθε κράτους όσο και της αντίστοιχης κοινωνίας των πολιτών, στην οποία το θρησκευτικό ζήτημα έπαιζε ιστορικά και παίζει κοινωνιολογικά σημαντικό ρόλο. Το ίδιο πλαίσιο νομίζω ότι πρέπει να ισχύσει και στη δική μας περίπτωση χωρίς αδικαιολόγητες ενοχές και ακόμη πιο αδικαιολόγητες άγνοιες ή νευρικότητες, που οφείλονται ίσως σε διάφορες μορφές πνευματικού επαρχιωτισμού.

 



* Προδημοσίευση στα ΝΕΑ τμήματος από την εισαγωγή του νέου βιβλίου του Ευάγγελου Βενιζέλου με τίτλο «Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παρατηρητής και παρουσιάζεται την Τετάρτη 1 Νοεμβρίου, ώρα 12.45', στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής από τον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Μ. Σταθόπουλο και τον Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο.

 

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΆρθρα 2000