Αθήνα, 15 Ιουνίου 2012

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, στην πλατεία του δημαρχείου Αχαρνών

left-red-arrowΦίλες και φίλοι, χαίρομαι γιατί σήμερα, τελευταία μέρα αυτής της μακράς διπλής προεκλογικής εκστρατείας, βρισκόμαστε μαζί εδώ, στο Δήμο των Αχαρνών, στο νομό της Αττικής. Χαίρομαι γιατί από εδώ μαζί σας, από αυτή τη δυναμική συγκέντρωση, στέλνουμε μήνυμα σε όλη την Ελλάδα, στις Ελληνίδες και στους Έλληνες: Έφτασε η κρίσιμη ώρα για την πατρίδα.

Την Κυριακή, σε λίγες ώρες από τώρα, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες καλούνται να πάρουν μια ιστορική απόφαση. Καλούνται με την ψήφο τους να δώσουν εντολή σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις για μια κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης, μια κυβέρνηση που θα διαχειριστεί την κρίση και θα βγάλει την Ελλάδα ξανά στο ξέφωτο της αυτοδυναμίας, της ανεξαρτησίας, της περηφάνιας.

Φίλες και φίλοι, φτάσαμε έως εδώ με πάρα πολύ μεγάλες δυσκολίες. Οι Έλληνες πολίτες έκαναν βαριές θυσίες, έχουν δει το εισόδημά τους να μειώνεται, την ανεργία να αυξάνει, την κίνηση στην αγορά να πέφτει. Έχουν ζήσει και ζουν καθημερινά όλες οι οικογένειες την κρίση στο πετσί τους.

Κρατήσαμε τη χώρα όρθια, έχουμε διαμορφώσει, χάρη στις θυσίες του ελληνικού λαού, ένα πολύ σοβαρό κεκτημένο με τη μείωση του χρέους, με τη μείωση των τόκων και των επιτοκίων, με τη στήριξη των τραπεζών, δηλαδή των καταθέσεων των Ελλήνων πολιτών, με τα λεφτά που είναι έτοιμα να έρθουν από το δάνειο για να στηρίξουν τη ρευστότητα, την κίνηση στην αγορά, τις επενδύσεις, τις επιχειρήσεις, τις θέσεις εργασίας.

Με τις διαδικασίες που έχουμε ήδη διαμορφώσει για να ξεμπλοκάρουμε τα μεγάλα έργα, τα εργοτάξια, με τα προγράμματα κοινωνικής προστασίας που δίνουν συγκεκριμένες, χειροπιαστές ευκαιρίες απασχόλησης στα παιδιά που βιώνουν ένα απάνθρωπο ποσοστό ανεργίας στις νέες ηλικίες. Μια ανεργία, που φτάνει έως και το 55%.

Αυτά όλα δεν έγιναν τυχαία. Έγιναν με την προσπάθεια που έκαναν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, αλλά και με το πολιτικό κόστος που πλήρωσε πανάκριβα το ΠΑΣΟΚ, η Δημοκρατική Παράταξη. Δεν ήταν όλα αυτά εύκολα, δεν συμβιβάζονταν ούτε με τις προεκλογικές μας εξαγγελίες, ούτε με τη βαθιά μας πίστη για το πώς πρέπει να λειτουργεί η Ελλάδα ως κράτος, για το πώς πρέπει να είναι η Ελλάδα μια κοινωνία Δικαιοσύνης και αλληλεγγύης.

Αλλά μην ξεχνάτε, φίλες και φίλοι, ότι όλα αυτά γίνονται μέσα σε μια Ευρώπη συντηρητική, δεξιά στη μεγάλη της πλειοψηφία, μέσα σε μια Ευρώπη νεοφιλελεύθερη. Διαπραγματευτήκαμε επί μήνες και διαπραγματευτήκαμε σκληρά για να φτάσουμε έως εδώ μέσα από δυσκολίες, μέσα από τεράστια εμπόδια. Συζητούσαμε και διαπραγματευόμασταν με τους ομογάλακτους αδελφούς του κ. Σαμαρά και της ΝΔ.

Η διαφωνία μας, η σύγκρουσή μας με τους Ευρωπαίους εταίρους, είναι μια διαφωνία στην πραγματικότητα πολιτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα. Και είναι σημαντικό εδώ που φτάσαμε τώρα, με το κεκτημένο που έχουμε διαμορφώσει, να μπορούμε να συνεχίσουμε τη δεύτερη φάση της διαπραγμάτευσης, ενωμένοι ως Έλληνες, με τη βοήθεια όμως των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, των δικών μας φίλων, των δικών μας συμμάχων.

Έχει ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας στην Ευρώπη, πράγματι, με την εκλογή του Προέδρου Ολάντ στη Γαλλία και δεν είναι τυχαίες οι συναντήσεις που είχα και στο Παρίσι μαζί του και στη Ρώμη με τον Μάριο Μόντι. Τώρα που σε παγκόσμια κλίμακα οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις, οι μεγάλες χώρες της Ευρώπης διαμορφώνουν το νέο πλαίσιο διαπραγμάτευσης, το νέο συσχετισμό δυνάμεων, τώρα καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει η Ελλάδα να είναι μέσα στο παιχνίδι, καθισμένη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Όσοι προβάλλουν τη γνωστή ένσταση ότι αυτά τα λέμε μετά τις εκλογές του Μάη, μετά την ήττα, μετά τη μείωση της δύναμης του ΠΑΣΟΚ, λένε απροκάλυπτα ψέματα. Γιατί ξέρουν ότι αυτά που λέμε τώρα, τα είπαμε και πριν τις εκλογές του Μάη και τα λέγαμε καθημερινά συγκρουόμενοι στην Τρόικα, τους Ευρωπαίους εταίρους, όχι όμως από τα αποδυτήρια. Τα λέγαμε μέσα στο γήπεδο, παίζοντας σκληρή  μπάλα, έχοντας απέναντί μας αντιλήψεις μπετοναρισμένες που δεν μπορούσαν εύκολα να σπάσουν.

Αυτή η πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης μας εξοπλίζει τώρα με επιχειρήματα για το πώς πρέπει να αναθεωρήσουμε τη δανειακή σύμβαση, πώς μπορούμε να κρατήσουμε όλα τα θετικά και πώς μπορούμε να αλλάξουμε εκείνους τους όρους που θίγουν τον απλό πολίτη, το εισόδημα, το μισθό, τη σύνταξη, τα επιδόματα, επηρεάζουν την αγορά, μειώνουν τη ζήτηση.

Γιατί μπορούμε να τα λέμε αυτά; Γιατί μας καλούν στις πρωτεύουσες της Ευρώπης για να ακούσουν τη γνώμη μας. Γιατί έχουμε πρόσωπο να τα λέμε όλα αυτά διεθνώς. Γιατί ξέρουν ότι αυτά τα λέγαμε και πριν, ότι αυτά διεκδικούσαμε, ότι αυτή ήταν η πρόταση η δική μας, η προοδευτική, η εθνική.

Αλλά έπρεπε κάποια στιγμή να σταθμίσουμε τα πράγματα. Να δούμε αν έπρεπε να πάρουμε τη σύμβαση, τα πλεονεκτήματά της, να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα να σταθεροποιηθούμε και μετά έχοντας αυτή τη στέρεα βάση, το κεκτημένο, να κάνουμε την προσπάθεια της αναθεώρησης, δηλαδή να ξεκινήσουμε τη δεύτερη φάση της διαπραγμάτευσης.

Είναι τόσο απλό, τόσο καθαρό. Όσο καθαρό ήταν, φίλες και φίλοι των Αχαρνών, το σκηνικό ένα δύσκολο βράδυ στα τέλη του Αυγούστου του 2011, όταν η Τρόικα έφυγε από το γραφείο μου στο Υπουργείο Οικονομικών, γιατί δεν μπορούσα να δεχτώ μέτρα που πλήττουν τους εργαζόμενους, μέτρα που πλήττουν τους συνταξιούχους και τους μισθωτούς, μέτρα που φέρνουν ύφεση και ανεργία.

Αλλά, είχαμε ένα υπονομευμένο εσωτερικό μέτωπο. Είχαμε τον κ. Σαμαρά να έχει τροφοδοτήσει το κόμμα του με την αντιμνημονιακή του, όπως λέγεται, ρητορεία, να έχει διαπαιδαγωγήσει εκατοντάδες στελεχών του, που τώρα τον έχουν εγκαταλείψει και τον καταγγέλλουν. Και όταν αποφάσισε να σοβαρευτεί, να έρθει αντιμέτωπος με την ουσία των πραγμάτων, μπήκε με το ένα πόδι μέσα, έμεινε με το άλλο πόδι έξω, συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση και αντιπολιτευόμενη συμπολίτευση, ζητώντας εκλογές επιτακτικά, την ώρα που διαπραγματευόμασταν και έπρεπε να δείχνουμε ότι έχουμε ορίζοντα, ενότητα, προοπτική.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, άλλες πολιτικές δυνάμεις ασκώντας την αντιπολίτευσή τους στο δρόμο πιεστικά, δεν μας άφηναν να διατυπώσουμε ένα ενιαίο εθνικό λόγο. Να διαπραγματευτούμε με κύρος, με ισχύ και οι εταίροι μας βλέποντας την κατάσταση πίεζαν ακόμη περισσότερο.

Φτάσαμε μάλιστα στο ακραίο σημείο, λίγο πριν τη συμφωνία του Φεβρουαρίου, στο αμήν, όταν ξέραμε ότι έπρεπε να επιταχύνουμε γιατί ερχόταν η Ισπανία από πίσω μας και θα άλλαζε όλα τα δεδομένα στην Ευρώπη, που μας ζήτησαν τις υπογραφές και τις δεσμεύσεις όλων των πολιτικών αρχηγών και του κ. Τσίπρα και του ΚΚΕ και του κ. Καρατζαφέρη που είχε φύγει από τη Κυβέρνηση. Και έπρεπε να μπούμε εμείς μπροστά να πούμε «μη φέρνετε τη χώρα μας σε δύσκολη θέση, μη μας αναγκάζετε να οδηγηθούμε στο αδιέξοδο επειδή όλα αυτά θα γίνουν αντικείμενο μιας φθηνής προεκλογικής εκμετάλλευσης». Και πήραμε εμείς το βάρος.

Μας λένε «γιατί υπογράψατε»; Μα υπογράψαμε για να φέρουμε στην Ελλάδα τη μείωση του χρέους κατά 110 δισ. ευρώ. Υπάρχει ένας Έλληνας που δεν θέλει να φύγει το βάρος αυτό πάνω από το έθνος, πάνω από τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας; Όχι.

Υπογράψαμε, ναι υπογράψαμε. Για να μειώσουμε τα επιτόκια και να πληρώνει η Ελλάδα σήμερα επιτόκιο 2% όταν η Ισπανία πληρώνει για τον δικό της δανεισμό 7%.

Ναι, υπογράψαμε, γιατί τώρα πληρώνουμε κάθε χρόνο για το χρέος 7,5 δισ. ευρώ τόκους λιγότερα, 7,5 δισ. ευρώ έχουν φύγει από την καμπούρα του ελληνικού λαού κάθε χρόνο. Είναι κανείς πού διαφωνεί;

Ναι, υπογράψαμε να πάρουμε 50 δισ. ευρώ για τις τράπεζες, όταν η Ισπανία με πενταπλάσια οικονομία παίρνει 100 δισ. ευρώ. Παίρνει το 9% του ΑΕΠ, ενώ εμείς πήραμε το 25%. Και τι τα πήραμε αυτά να τα κάνουμε; Να τα δώσουμε στους τραπεζίτες για τις τσέπες τους; Όχι. Για να στηρίξουμε τον ιδρώτα και την αποταμίευση του ελληνικού λαού. Τις καταθέσεις, όλο αυτό που έχει φτιάξει ο ελληνικός λαός με τη δουλειά του.

Γιατί πρέπει να μπορεί ο Έλληνας να πάει στην τράπεζα, στον γκισέ και να πάρει πίσω με τόκο την κατάθεσή του, γιατί έτσι λειτουργεί η οικονομία, πάνω στην πίστη, πάνω στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Είναι κανείς που δεν το θέλει;

Είναι κανείς που δεν θέλει τα 150 δισ. ευρώ που πήραμε; Αυτά που έρχονται προκειμένου να δώσουμε δουλειά στον κόσμο; Προκειμένου να πέσουν τα λεφτά στις επιχειρήσεις για επενδύσεις, για κεφάλαιο κίνησης, για θέσεις εργασίας;

Είναι κανείς που δεν θέλει τα κοινοτικά κονδύλια για τους αγρότες, για τους νέους, για τις επενδύσεις, για τα εργοτάξια; Ας βγει να το πει.

Ναι, είμαστε, φίλες και φίλοι, υπερήφανοι  για τις υπογραφές που βάλαμε και το έχω πει πολλές φορές. Οι υπογραφές μας αυτές έχουν μπει κάτω από τις υπογραφές του Καποδίστρια, του Τρικούπη, του Βενιζέλου, κάτω από την υπογραφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή που έβαλε τη χώρα στην ΕΟΚ, κάτω από την  υπογραφή του Ανδρέα Παπανδρέου που έφερε τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα.

Και θεωρώ αθλιότητα προσωπική, πολιτική αθλιότητα του κ. Τσίπρα να λέει ότι οι κυβερνήσεις μας δεν μπορούσαν να διαπραγματευθούν με την κα Μέρκελ γιατί η γερμανική κυβέρνηση μας κρατούσε στο χέρι λόγω της Siemens και των καταστάσεων που είχε στα χέρια της για ενισχύσεις κομμάτων και πολιτικών.

Ποιοι ήταν στις καταστάσεις αυτές; Ο Λουκάς Παπαδήμος; Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος; Ή μήπως εγώ; Είναι θρασύς όταν λέει αυτά τα πράγματα, απαράδεκτος, προσβλητικός, ταπεινώνει τη χώρα. Γιατί τα λόγια του μεταδίδονται στο εξωτερικό. Πώς θα πάει να διαπραγματευθεί αφού θέλει να κυβερνήσει τον τόπο; Και του λέω, ο τόπος κυβερνιέται με υπογραφές και δεσμεύσεις.

Φίλες και φίλοι, οι Έλληνες πολίτες, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες έχουμε δυο μέρες μπροστά μας να σκεφθούμε ψύχραιμα και να δούμε ποιο είναι το πραγματικό σκηνικό. Το πραγματικό σκηνικό δεν είναι το σκηνικό μιας τεχνητής πόλωσης, ενός δήθεν δικομματισμού. Όποιος νομίζει ότι ψηφίζοντας ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ δίνει λύση στη χώρα δυστυχώς σφάλει και απατάται.

Όποιος δίνει μια τέτοια ψήφο, μια ψήφο που πέφτει θυσία στο βωμό μιας τεχνητής πόλωσης,  δεν βοηθάει να βρεθεί λύση για την διακυβέρνηση της χώρας και για την ουσιαστική αναθεώρηση της δανειακής σύμβασης προς όφελος της οικονομίας και του ελληνικού λαού.


Ναι, αυτό που λέω πρέπει να το σκεφθεί κάθε πολίτης. Μήπως πρόκειται να προκύψει το βράδυ της Κυριακής μονοκομματική πλειοψηφία; Αυτοδύναμη κυβέρνηση; Πιστεύει κανείς ότι πρόκειται να προκύψει μια κυβέρνηση της ΝΔ, ή του ΣΥΡΙΖΑ; Ούτε κατά διάνοια. Πρέπει να έχεις πλήρη απώλεια της σχέσης σου με την απλή αριθμητική, να μην έχεις καμιά επαφή με την πραγματικότητα.

Άρα πώς θα κυβερνηθεί ο τόπος; Θα κυβερνηθεί ο τόπος από μια κυβέρνηση της ΝΔ, με το ΠΑΣΟΚ, άντε και την ΔΗΜΑΡ του κ. Κουβέλη που του είχαμε προτείνει να μπει μπροστά και να δώσει προοδευτικό πρόσημο σε μια κυβέρνηση την προηγούμενη φορά; Και πώς θα κυβερνηθεί; Επειδή θα έχει 151 βουλευτές στη Βουλή; Το ζήτημα είναι τεχνικό, τυπικό; Με ποια κοινωνική συνοχή; Με ποια εθνική ενότητα;

Έχοντας απέναντι μια αντιπολίτευση χωρίς ευθύνες, έτοιμη να δει τη χώρα να οδηγείται σε αδιέξοδο για να αντλήσει τα δικά της κομματικά οφέλη; Και ας αφήσουμε το εσωτερικό μέτωπο. Με ποια αξιοπιστία στο εξωτερικό; Η χώρα από ποιον θα εκφράζεται και γιατί δεσμεύεται το κράτος όταν με τόση ευκολία αμφισβητούν τις υπογραφές και τη συνέχεια του κράτους;

Άρα, αν θέλουμε αξιοπιστία, δύναμη πυρός, ισχύ, αποτέλεσμα, πρέπει να διαπραγματευθούμε όλοι μαζί, να δεσμευθούμε όλοι μαζί, να υπογράψουμε όλοι μαζί.

Ας δούμε, φίλες και φίλοι, και το άλλο σενάριο. Το άλλο σενάριο ποιο είναι; Μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με ποιον; Με το ΚΚΕ που δεν θέλει; Με το ΚΚΕ που έχει ανοιχτό μέτωπο με τον ΣΥΡΙΖΑ; Που απορρίπτει κάθε ιδέα έστω και συζήτησης; Και με την ΔΗΜΑΡ; Μα η ΔΗΜΑΡ υποτίθεται ότι είναι μια καθαρά ευρωπαϊκή δύναμη η οποία θέλει η χώρα να είναι πάση θυσία μέσα στο ευρώ. Άρα, τζίφος, δεν υπάρχει τίποτα. Υπάρχει μόνο το αδιέξοδο, η περιπέτεια, το χάσιμο χρόνου.

Έρχεται λοιπόν το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ που δεν έχει κανένα λόγο να συνεχίσει να κουβαλάει εθνικές ευθύνες που δεν του αναλογούν. Το ΠΑΣΟΚ που έχει βεβαίως πάντα ως πρόταγμα και προτεραιότητά του το συμφέρον του τόπου. Το ΠΑΣΟΚ που είναι υπεύθυνο και έχει πληρώσει την υπευθυνότητά του πανάκριβα. Μαζί βεβαίως με λάθη, με εσφαλμένες εκτιμήσεις, με καθυστερήσεις. Αλλά ο άξονας ήταν καθαρός, ήταν και είναι σταθερός, είναι το συμφέρον της πατρίδας, το συμφέρον των Ελλήνων.

Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν που δεν θέλει να είναι δέσμιο του κυβερνητισμού, που δεν θέλει να έχει σχέση με τους καρεκλοκένταυρους καμιάς κυβέρνησης, το ΠΑΣΟΚ έρχεται και λέει «μόνο εμείς, μόνο εμείς λόγω της θέσης μας μέσα στο πολιτικό σύστημα της εμπειρίας, της γνώσης, είμαστε αυτοί που μπορούμε να λειτουργήσουμε ως καταλύτης και εγγυητής για την διακυβέρνηση εθνικής συνευθύνης. Και ο λαός πρέπει να μας δώσει τη δύναμη, την ισχύ να το επιβάλουμε αυτό στο όνομά του, στο όνομα του εθνικού συμφέροντος».

Εάν δεν υπάρξει ένα ισχυρό ΠΑΣΟΚ την Κυριακή, εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα να επιβάλουμε στο όνομα του ελληνικού λαού την μόνη λογική και υπεύθυνη λύση της εθνικής συνευθύνης, τότε η χώρα -λυπάμαι που το λέω- αλλά οδηγείται σε πολιτικό αδιέξοδο. Και είμαι βέβαιος ότι οι πολίτες δεν θέλουν να προσθέσουν στην οικονομική και κοινωνική κρίση μια πολιτική κρίση που θα μας αφήσει έξω από τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς.

Φίλες και φίλοι, ήρθε η ώρα πραγματικά της περίσκεψης. Γιατί η ευθύνη είναι ιστορική, γιατί σπάνια στην ελληνική ιστορία μια εκλογική αναμέτρηση όπως αυτή η τωρινή της Κυριακής έχει τέτοιες επιπτώσεις. Τέτοιες επιπτώσεις στην πορεία του έθνους, στην ταυτότητα της Ελλάδας, στο αν η Ελλάδα θα είναι ευρωπαϊκή, σταθερή, ασφαλής ή αν θα γυρίσουμε δεκαετίες πίσω.

Προσέξτε, μην δίνετε σημασία στα σοφίσματα που κυριαρχούν στον πολιτικό λόγο τους τελευταίους μήνες. Δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε την πορεία της Ελλάδας πάνω στο σόφισμα πως η ίδια η δανειακή σύμβαση -ό,τι πετύχαμε έως τώρα με τις θυσίες του ελληνικού λαού- είναι αυτή που μας οδηγεί εκτός ευρώ, στη δραχμή. Άρα τι έχουμε να χάσουμε αν παίξουμε με τη φωτιά; Αν καταγγείλουμε μονομερώς; Αν ακυρώσουμε χωρίς διαπραγμάτευση και συμφωνία με τους δανειστές μας, αυτό που έχει γίνει; Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε αφού οδεύαμε ούτως ή άλλως προς αυτή την καταστροφική κατεύθυνση.

Και καπάκι έρχεται το δεύτερο σόφισμα, το αντίστροφο, που λέει πως ό,τι και να κάνουμε, ό,τι και να ζητήσουμε, ό,τι και να αποφασίσουμε μόνοι μας, δεν θα τολμήσουν να μας βγάλουν από το ευρώ. Γιατί αυτό κοστίζει πολύ, γιατί έχουν επενδύσει πολλά σε εμάς και άρα δεν πρόκειται να μας αφήσουν να φύγουμε.

Είναι μια αφελής και ανιστόρητη προσέγγιση που δεν ξέρει τι σημαίνει Ευρώπη. Δεν ξέρει ότι η Ευρώπη δεν είναι ένα ενιαίο κέντρο που αποφασίζει γρήγορα, ορθολογικά, οριστικά και κοιτάζει μόνο ένα οικονομικό συμφέρον. Η Ευρώπη είναι πολύπλοκη: 27 Κυβερνήσεις, κοινοβούλια, κόμματα, μέσα ενημέρωσης, αντιπολιτεύσεις: Και οι αποφάσεις είναι δύσκολες, είναι αντιφατικές. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του τυχαίου και υπάρχει πάντα ένα πολιτικό κριτήριο, που μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα να γίνει η Ιφιγένεια που θα θυσιαστεί όχι στην Αυλίδα, αλλά στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη για να αποκτήσει ούριο άνεμο η Ευρωζώνη χωρίς εμάς.

Αυτό είναι ο τραγικός κίνδυνος που έχουμε και αυτό πρέπει να το λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας. Γιατί ας σκεφτούμε απλά, πρακτικά: Τι θα είχε συμβεί αν δεν είχαμε προλάβει να κατοχυρώσουμε όλο αυτό το κεκτημένο που κατοχυρώσαμε και είχε προηγηθεί το ξέσπασμα της κρίσης στην Ισπανία; Θα ήταν τόσο εύκολο να μας δώσουν 240 δισ. ευρώ από τα 700 δισ. ευρώ που έχει όλα κι όλα στη διάθεσή της η Ευρωζώνη για να αντιμετωπίσει την κρίση;

Θα ήταν εύκολο να μας δώσουν τόσο χαμηλά επιτόκια και τόσο γενναιόδωρο σχέδιο για τις ελληνικές τράπεζες, δηλαδή για τις καταθέσεις του ελληνικού λαού; Αυτό φοβόμασταν. Αυτό θέλαμε να προλάβουμε. Και είναι ευτύχημα ότι τώρα  μιλάμε από άλλη βάση. Γιατί είναι διαφορετικό να διαπραγματεύεσαι ενώ είσαι από κάτω και διαφορετικό να μπεις στη δεύτερη φάση της διαπραγμάτευσης όταν είσαι από πάνω και έχεις ένα κεκτημένο. Μα, τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβουν αυτό;

Φίλες και φίλοι, η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα, είναι μπροστά σε μεγάλα ιστορικά διλήμματα. Αλλά για τον κάθε πολίτη, για τον κάθε εργαζόμενο, τον κάθε μικρό και μεσαίο επιχειρηματία, για τον κάθε νέο, για την κάθε μόνη γυναίκα που αγωνίζεται να ζήσει την οικογένειά της, για τον κάθε συνταξιούχο, υπάρχουν τα δικά του υπαρξιακά προβλήματα, οι μεγάλες αγωνίες.

Όλα όσα λέμε, όλα όσα αγωνιστήκαμε και αγωνιζόμαστε να κάνουμε, συνδέονται άμεσα με το ατομικό πρόβλημα. Ναι, δεν είναι εύκολο να πεις στον άνεργο γιατί είναι άνεργος,. Είναι όμως δραματικό να του λες ότι το μόνο  που μπορείς να κάνεις γι' αυτόν, είναι να του αυξήσεις το επίδομα ανεργίας, ή να τον καλύπτεις από πλευράς υγειονομικής περίθαλψης χωρίς ελάχιστο αριθμό ενσήμων. Είναι σημαντικό αυτό. Αλλά είναι σαν να του λες ότι «δεν μπορώ να σου φέρω επενδύσεις, δεν μπορώ να σου φέρω ανάπτυξη, δεν μπορώ να σου φέρω έργα υποδομών, δεν μπορώ να σου φέρω προοπτική».

Εμείς κοιτάμε στα μάτια τον άνεργο, κοιτάμε στα μάτια τον επαγγελματία, τον επιχειρηματία, την κάθε οικογένεια και του λέμε: Το πρόβλημά μας δεν είναι αν το ταμείο του κράτους έχει λεφτά για τις συντάξεις του Ιουνίου και του Ιουλίου. Είναι ντροπή να ψάχνουν να δουν αν τα λεφτά φτάνουν μέχρι τον Ιούλιο. Ναι, έφυγα από το Υπουργείο Οικονομικών το Μάρτιο αφήνοντας πλεόνασμα 2,5 δισ. ευρώ. Όμως, το θέμα είναι να έχεις λεφτά στο ταμείο όχι για ένα ή δύο μήνες, αλλά διαρκώς. Να πάψει να υπάρχει η απειλή, η ανασφάλεια, ο φόβος. Έτσι φεύγει ο φόβος, όχι με μεγάλα και εύκολα λόγια. Με πράξεις και με λεφτά στο ταμείο της χώρας.

Κοιτάμε στα μάτια όλους αυτούς τους συμπολίτες μας, αυτούς που είναι στην πιο δύσκολη θέση, που βιώνουν στο πετσί τους την κρίση και τους λέμε: Ναι, η μέθοδος για να υπάρξει ξανά προοπτική, δουλειά, επένδυση, χρήμα είναι αυτή. Να μπορέσουμε να συνεχίσουμε, χωρίς βέβαια μειώσεις στα εισοδήματα, την προσπάθεια να βγούμε από τη δημοσιονομική περιδίνηση, να γίνουμε μια χώρα σταθερή, να υποτάξουμε τα ελλείμματα να κάνουμε το χρέος μας βιώσιμο. Εμείς να ελέγχουμε την κατάσταση αυτή και όχι αυτή η κατάσταση να μας οδηγεί ως χώρα ως έθνος εκτός ελέγχου.

Δεν υπάρχει τίποτα εύκολο. Και είναι κρίμα, πραγματικά κρίμα, να επικρατήσει στον τόπο μας μια αντίληψη ότι τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε, δεν έχουμε τη δυνατότητα ν’ αναπτύξουμε την οικονομία μας, δεν έχουμε τη δυνατότητα να δώσουμε εμείς λύσεις. Γιατί τα πάντα εξαρτώνται από μας. Εδώ μέσα υπάρχει η λύση στο πρόβλημα της Ελλάδας. Στο μυαλό και στα χέρια των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Στη δική μας δουλειά. Στη δική μας έμπνευση. Στο δικό μας αγώνα.

Παράλληλα, φίλες και φίλοι των Αχαρνών, τρέχουν φυσικά όλα τα άλλα προβλήματα. Κανείς δεν ενδιαφέρεται μήνες τώρα στη διάρκεια αυτής της προεκλογικής περιόδου για την εξωτερική πολιτική, για την ασφάλεια της χώρας, για την αμυντική πολιτική, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, για το τι γίνεται στη Κύπρο, γιατί η ένταξη της Κύπρου στο σύστημα προστασίας σημαίνει πολλά για τη μείωση της κυριαρχίας του νησιού.

Κανείς στη πραγματικότητα δεν σκέφτεται οργανωμένα και υπεύθυνα για το μεγάλο πρόβλημα ασφάλειας που έχει ο Έλληνας πολίτης σε όλες τις περιοχές και εδώ στην Αττική βεβαίως.

Όλα αυτά θέλουν προετοιμασία, θέλουν κοινωνική συναίνεση, στενή συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών, μια άλλη μέθοδο για την κινητοποίηση του πολίτη. Γιατί μόνον ο πολίτης, μόνον η κοινωνία, μπορεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα αυτά και να κάνει και το κράτος αποτελεσματικό, ένα πραγματικό κοινωνικό κράτος δικαίου.

Δεν μιλάμε για το πώς πρέπει να διαμορφώσουμε την δημόσια διοίκηση, για το πώς πρέπει να είναι το ελληνικό σχολείο, το ελληνικό πανεπιστήμιο. Για όλα αυτά πρέπει να ξαναμιλήσουμε επιτέλους. Πρέπει να μιλήσουμε με την σοβαρότητα, με την ηρεμία, με την υπευθυνότητα που απαιτείται.

Για να γίνουν όμως όλα αυτά πρέπει να υπάρχουμε ως χώρα. Πρέπει η Δευτέρα να βρει την Ελλάδα μια χώρα που λειτουργεί, μια κοινωνική ευρωπαϊκή χώρα που μπορεί να έχει κυβέρνηση, που μπορεί να έχει την κοινωνία της ενωμένη, το έθνος ενωμένο, που μπορεί να διεκδικήσει, που μπορεί να οργανωθεί, που μπορεί να πετύχει. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί από εσάς.

Από τη Κυριακή το βράδυ αρχίζουμε εμείς όμως, η δημοκρατική παράταξη και μια άλλη παράλληλη προσπάθεια. Την προσπάθεια για την αναγέννηση της παράταξης. Για την ανασύσταση του ΠΑΣΟΚ. Την προσπάθεια να γυρίσουμε στις ρίζες του Ανδρέα Παπανδρέου, να μπορέσουμε να ξανακάνουμε τις  ρίζες αυτές να ανθίσουν, να αποδώσουν καρπούς. Γιατί δεν συμβιβαζόμαστε με τα μικρά ποσοστά,  δεν συμβιβαζόμαστε με ρόλους που δεν είναι κεντρικοί. Γιατί το ΠΑΣΟΚ, η παράταξη που προέρχεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, από το Γέρο της Δημοκρατίας, το δημιούργημα του Ανδρέα Παπανδρέου δεν είναι ουραγός των εξελίξεων, δεν είναι συμπληρωματική δύναμη, είναι στο επίκεντρο των εξελίξεων, εγγυητής και καταλύτης της εθνικής μας πορείας.

Έχουμε όλοι και όλες, πολύ δουλειά μπροστά μας.  Γιατί σήμερα, αύριο, όλη μέρα την Κυριακή, πρέπει να πείσουμε τους πολίτες, μιλώντας πρόσωπο με πρόσωπο. Με ειλικρίνεια. Με ένα γνήσιο λόγο. Λέγοντας την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι δύσκολη. Αλλά τελικά λυτρωτική. Πρέπει να πείσουμε τους πολίτες ότι η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ είναι ψήφος για το εθνικό συμφέρον, είναι ψήφος για τη δημοκρατία, είναι ψήφος για την πρόοδο.

Και ταυτόχρονα εσείς η πραγματική κοινωνική βάση της Παράταξης είστε το εφαλτήριο από το οποίο θα κάνουμε ξανά την μεγάλη εκτίναξη. Θα κάνουμε ξανά την παράταξή μας σύγχρονη, μεγάλη, προοδευτική, δημοκρατική. Αυτό είναι το όραμά σας. Αυτό είναι η δική μου υποχρέωση. Αυτή την εντολή μου δώσατε στις 18 Μαρτίου. Αυτή την εντολή θα εκτελέσω στο όνομα των προοδευτικών πολιτών. Στο όνομα της Παράταξης, της ιστορίας της και της προοπτικής της.

Εμπρός λοιπόν, ας δώσουμε τη μάχη αυτή για να είναι το ΠΑΣΟΚ εγγυητής και καταλύτης των εξελίξεων. Για μια κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης. Για ένα αναγεννημένο ΠΑΣΟΚ. Για την ανασύσταση της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής Παράταξης.

Γεια σας και με την διπλή νίκη, για τον τόπο και την Παράταξη. Γεια σας.

Tags: Εκλογές 2012 ΟμιλίεςΕκλογές 2012