Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Δευτερολογία του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου στην Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή του Συντακτικού Συνεδρίου

Φίλες και φίλοι, σας ευχαριστώ πραγματικά για την παρουσία σας και για τον πολιτικό σας λόγο. Θεωρώ ότι αυτή η 1η Συνεδρίαση της Κεντρικής Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου είναι ενθαρρυντική και ευοίωνη, είναι η καλύτερη δυνατή επίσημη έναρξη της προσυνεδριακής διαδικασίας που θα μας οδηγήσει το Φεβρουάριο στο Συντακτικό μας Συνέδριο.

Πιο κρίσιμη και από τις επιμέρους τοποθετήσεις ήταν αυτή καθεαυτή η πράξη της συμμετοχής σας. Η φυσική σας παρουσία, η δύναμη που εκπέμπετε με το πρόσωπό σας και ο λόγος όσων μίλησαν εκ μέρους και όσων δεν μίλησαν, δείχνουν ότι είναι ανθεκτικό το στελεχικό μας δυναμικό. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί όταν έχεις ένα ανθεκτικό στελεχικό δυναμικό, μπορείς να βρεις και την ανθεκτική κοινωνική σου βάση.

Όλες και όλοι είδα ότι έχετε βαθιά αίσθηση των δυσκολιών της πατρίδας και της παράταξης, αλλά και της προοπτικής που έχει η πατρίδα και άρα η παράταξη. Όλες και όλοι δείξατε μία διάθεση αντίδρασης απέναντι στο αδιέξοδο από το οποίο κινδυνεύει η ελληνική κοινωνία κι έχετε επίσης όλοι τη διάθεση να αντιδράσετε, να αντιδράσουμε, απέναντι στην αδικία, την ιστορική και ηθική αδικία που συντελείται σε βάρος της παράταξής μας.Έχετε, όλες και όλοι σας, έντονη συνείδηση παραταξιακής και εθνικής ευθύνης.

Άρα χαίρομαι γιατί συμφωνήσαμε πως βαδίζουμε οργανωμένα, συστηματικά, υπεύθυνα, προς το Συντακτικό Συνέδριο του Φεβρουαρίου, χωρίς αναβολές και αμηχανίες, χωρίς επιφυλάξεις για το αν το ΠΑΣΟΚ δικαιούται να οργανώσει αυτό το συνέδριο. Ως 1ο Συνέδριο της νέας εποχής και όχι ως τελευταίο συνέδριο του κόμματος. Πάμε για το 1ο Συνέδριο της νέας εποχής της παράταξης.

Όσοι παρακολουθούν- και δεν αναφέρομαι σε σας που σίγουρα παρακολουθείτε, αλλά στην κοινή γνώμη- τις τοποθετήσεις μας και τις προσωπικές μου ομιλίες στη Βουλή, στα κομματικά όργανα, στα μέσα ενημέρωσης, ξέρετε ότι όχι μόνο σήμερα, αλλά σε κάθε ευκαιρία θέτουμε τις διαχωριστικές γραμμές, ξεκινώντας από το πιο απλό και αυτονόητο, τον προσδιορισμό του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου», που σε άλλες χώρες, σε άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, είναι κάτι το αυτονόητο.

Εμείς είχαμε λησμονήσει τι σημαίνει να προσδιορίζεις το συνταγματικό τόξο των πολιτικών δυνάμεων. Η Χρυσή Αυγή είναι εκτός του συνταγματικού φάσματος της χώρας, είναι αντισυνταγματική οντότητα. Τη δευτέρα θα παρουσιάσουμε τις πρωτοβουλίες μας σε ειδική συνέντευξη τύπου και καλώ όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούνται στη Βουλή των Ελλήνων να συσπειρωθούμε ως κόμματα του συνταγματικού τόξου, εναντίον του αντισυνταγματικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής.

Έχω πει κατ΄ επανάληψη, το είπα και σήμερα, ότι στους κόλπους μιας Κυβέρνησης εθνικής ανάγκης, συνεργαζόμαστε καλόπιστα και δημιουργικά με τη Νέα Δημοκρατία, που είναι μία φιλοευρωπαϊκή δύναμη. Και τώρα μετά τις εκλογές είναι και μία υπεύθυνη δύναμη, γιατί έχει υιοθετήσει με καθυστέρηση τις στρατηγικές μας επιλογές.

Αλλά δεν ταυτιζόμαστε. Είναι πολλά που χωρίζουν τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά δημοκρατικά κόμματα από τα συντηρητικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Είναι πολλά που χωρίζουν το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και την Κοινοβουλευτική Ομάδα των Ευρωπαίων Δημοκρατών και Σοσιαλιστών, από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.

Πολλές φορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι πιο ευανάγνωστες οι διαφορές αυτές, γιατί έχουν εντονότερα αξιακό περιεχόμενο. Αυτό αφορά την αντίληψή μας για το μοντέλο ανάπτυξης, για την αναδιανομή και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφορά  το φορολογικό σύστημα, το κοινωνικό κράτος, τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, την πολυφωνία, τον πλουραλισμό, την ποιότητα, τη συνείδηση της ιστορίας, την αισθητική που έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Η πολιτική αισθητική έχει τεράστια σημασία, υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν είναι κάτι αόριστο, δεν είναι αέρας.

Οριοθετήσαμε, νομίζω, με τον πιο καθαρό και σαφή τρόπο τη δική μας θέση, τη δική μας θέαση της ιστορίας και της κοινωνίας, σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το δικό μας παραδοσιακό κοινωνικό ακροατήριο. Ούτε τους βρήκε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τους έπεισε εκλογικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ τελευταία στιγμή χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για να εκφραστεί εκλογικά μία απορριπτική επιλογή, μία αρνητικού χαρακτήρα επιλογή σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ.

Είχαν φλερτάρει τα στρώματα αυτά με την ιδέα να χρησιμοποιηθεί ως όχημα η ΔΗΜΑΡ και εάν σκεφθούμε τα πράγματα ψύχραιμα και διορατικά θα δούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ που προσπαθεί τώρα να μετασχηματιστεί σε ενιαίο κόμμα και να αποκτήσει ταυτότητα, μέσα από τις αντιφάσεις των συνιστωσών του, σε πάρα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έχασε τη δυναμική του, έπαψε να είναι της μόδας.

Γιατί δυστυχώς ,όπως τους έχω πει ,το trendy πολιτικό φαινόμενο, το φαινόμενο της μόδας είναι δυστυχώς για την ελληνική κοινωνία και τη δημοκρατία μας η Χρυσή Αυγή. Και η στρατηγική της μετωπικής εκλογικής εφόδου, της εξ εφόδου κατάληψης της εξουσίας του Ιουνίου, δεν επανέρχεται ως momentum, γιατί αυτό κατασκευάστηκε από το εκλογικό σύστημα και από αυτούς που ήθελαν να στήσουν τον τεχνητό διπολισμό.

Γιατί η βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος αποτυπώθηκε στα εκλογικά ποσοστά του Μαΐου, με μια Νέα Δημοκρατία  που διεκδικούσε την αυτοδυναμία έχοντας μείνει έξω από τη φθορά της διακυβέρνησης με 18%, τον ανερχόμενο ΣΥΡΙΖΑ που υιοθέτησαν τα δικά μας φιλικά κοινωνικά στρώματα, τα εθισμένα στη δική μας παλιά πολιτική που έφτασε στο 16,5% και σε ένα ΠΑΣΟΚ με 13,5%. Πέντε μονάδες διαφορά χώριζε το πρώτο από το τρίτο Κόμμα, που αντιμετώπισε, αντιμετωπίσαμε δηλαδή ως ΠΑΣΟΚ, την πλήρη ανάπτυξη της ιστορίας Τσοχατζόπουλου προεκλογικά με ό,τι αυτό σήμαινε. Και φυσικά μια γιγαντιαία εσωτερική και επικοινωνιακή υπονόμευση.

Και  αυτή η διασπορά δυνάμεων  θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια Κυβέρνηση συνεργασίας εκλογικά αδύναμη και κοινοβουλευτικά οριακή, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει, εάν συμφωνούσαμε από τότε οι τρεις δυνάμεις και μπορούσαμε να συμφωνήσουμε, αλλά δεν αρκούσε το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία. Δεν θα είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με τα τεχνητά διλήμματα και τους τεχνητούς διπολισμούς του Ιουνίου.

Και τα ποσοστά του Ιουνίου ως ποσοστά εφόδου, είναι πάρα πολύ μικρά για τον ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά είναι και πάρα πολύ μικρά για τη Νέα Δημοκρατία, η οποία εξ αντικειμένου επωφελήθηκε από τον τεχνητό διπολισμό και την ´´απειλητική ´´λειτουργία του εκλογικού συστήματος με το bonus των 50 Εδρών στο πρώτο Κόμμα.

Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να έχουμε αίσθηση των διαφορών και των ταυτοτήτων. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει εσείς, τα στελέχη της Παράταξης ,να ενεργοποιηθείτε γιατί εσείς είστε το μεγάλο πλεονέκτημά μας. Είναι παράδοξο η Παράταξη να έχει χάσει τα ¾ του εκλογικού της Σώματος στη χειρότερη στιγμή της, αλλά να διατηρεί αλώβητη σχεδόν την ισχύ της στο στελεχικό δυναμικό και αυτό σημαίνει ότι έχουμε στην πραγματικότητα μια αντεστραμμένη πυραμίδα, ένα πληθωρισμό στελεχών.

Αυτό το παράταιρο φαινομενικά φαινόμενο, πρέπει να το μετατρέψουμε τώρα σε  πλεονέκτημα και πρέπει εσείς να συγκροτήσετε αμέσως, ξανά τα δίκτυα επιρροής και παρουσίας του ΠΑΣΟΚ, σε όλη τη χώρα σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις επαγγελματικές δυνάμεις της χώρας.

Έτσι θα ενεργοποιήσουμε τις Οργανώσεις μας, θα θυμηθούμε τα πολιτικά μας αντανακλαστικά και τη σημασία του πολιτικού λόγου, χωρίς ενοχές και φοβίες. Χωρίς απολογητικό τόνο, με ειλικρίνεια, με αυτοκριτική, αλλά όταν ασκείς αυτοκριτική, έχεις και το δικαίωμα της κριτικής απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που δεν διατυπώνει αυτοκριτικό λόγο, παρά μόνο στο επίπεδο το δικό μας. Κανείς , μα κανείς άλλος  δεν διατυπώνει κανέναν αυτοκριτικό λόγο, μέσα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Ενεργοποιούμε το σύνολο των στελεχών μας, τους βουλευτές μας, τους ευρωβουλευτές, την ηρωική Κοινοβουλευτική Ομάδα του 2009-2012, τους δυο βουλευτές μας του Μαΐου νέους, που δυστυχώς δεν είναι παρόντες στη Βουλή του 2012 του Ιουνίου λόγω εκλογικού συστήματος, όλα τα στελέχη μας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα στελέχη των κοινωνικών και παραγωγικών φορέων, τους νέους μας και τη Νεολαία μας και τους νέους επιστήμονες,τα ιστορικά μας στελέχη, το σύνολο των υποψηφίων μας στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου, τη στελέχωση του ΙΣΤΑΜΕ, τη Μονάδα ανάπτυξης πολιτικών, τους Γραμματείς και τις Γραμματείες φυσικά των Νομαρχιακών και Περιφερειακών Επιτροπών, το Εθνικό μας Συμβούλιο όπως ήταν στην τελευταία του συνεδρίαση χωρίς να υπολογίζουμε ανθρώπους που κάποτε υπήρξαν ΠΑΣΟΚ, αλλά έχουν βγει προ πολλού στο μεϊντάνι ως αντίπαλοι ιδεολογικοί και συχνά ηθικοί, του ΠΑΣΟΚ.

Τέρμα όμως τώρα στην εσωστρέφεια. Ναι, πράγματι αποδέχομαι την κριτική που μου άσκησαν αρκετοί φίλοι : και προσωπικές προσκλήσεις απευθύνω και διαγραφές δεν θέλω να κάνω.

Απευθύνω και ξανααπευθύνω τις προσωπικές προσκλήσεις σε όλες και όλους εκείνους που με βάση τα εμπειρικά, κοινωνικά και δημοσιογραφικά, δεδομένα μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο ,σημαίνουν κάτι, μπορούν να εκφράσουν πολιτικό λόγο, μπορούν να βοηθήσουν. Εάν το θέλουν. Εάν δεν το θέλουν, μπορούν να ακολουθήσουν τη διαδρομή τους.

Αυτό το ενδιάμεσο καθαρτήριο το purgatoriumτο «είμαι και δεν είμαι» ,αυτό το αμλετικό δίλημμα κοιτώντας τη νεκροκεφαλή της Παράταξης, αυτό πρέπει να σταματήσει. Το «Να ζει κανείς ή να μην ζει», τι θα κάνω στη ζωή μου, πώς θα πορευτώ, είναι ένα ερώτημα που το σέβομαι, αλλά δεν μπορώ να το αποδεχτώ πολιτικά.

Τους θέλουμε, τους θέλω όλους μέσα με τις ιδέες τους, τις προτάσεις τους, τις αντιρρήσεις τους, με τις κινήσεις και τις τάσεις, με τις φιλοδοξίες. Αποδέχομαι κάθε προσωπική αμφισβήτηση. Αλλά μέσα στην κοίτη της Παράταξης, την ενότητα της οποίας διαφύλαξα και το 2007 και το 2011 και το 2012 και δεν δέχομαι, από κανέναν, υποδείξεις.

Ποτέ άλλοτε το ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε τόσο συλλογικά, τόσο δημοκρατικά, τόσο απροκατάληπτα. Και ναι, θα συγκροτηθεί και νέα ηγετική ομάδα. Γιατί τα συλλογικά υποκείμενα έχουν ένστικτο επιβίωσης. Γιατί υπάρχουν θεσμικοί ρόλοι, γιατί υπάρχουν οι βουλευτές μας, γιατί υπάρχει η ανάγκη να εκφράζεται η Κυβέρνηση μέσα στη Βουλή, να παρακολουθούμε το κυβερνητικό έργο, γιατί υπάρχουν αυτοί που μπορούν να μιλήσουν ,γιατί υπάρχουν αυτοί οι οποίοι μπορούν να διατυπώσουν πολιτικό λόγο και βεβαίως δημιουργείται εκ των πραγμάτων, όχι μόνο θεσμικά, και νέα ηγετική ομάδα.

Αλλά θα παρατηρήσετε ότι ο τρόπος με τον οποίο σχηματίζεται, είναι ανοιχτός, αξιοκρατικός, δημοκρατικός, απροκατάληπτος και δεν είναι οι φίλοι μου. Είναι στελέχη μας που τα αγαπώ, που τα τιμώ, που τα ενθαρρύνω, που τα παρακολουθώ με καμάρι, ανεξαρτήτως του τι επιλογές έχουν κάνει και το 2007 και το 2012 το Μάρτιο σε σχέση με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Με ενδιαφέρει τίποτε άλλο; Έχω λόγο να με ενδιαφέρει τίποτε άλλο;

Βρίσκομαι εδώ σε εκτέλεση εθνικού και παραταξιακού καθήκοντος. Και προσέξτε, από τον Ιούνιο του 2011 έκανα μια επιλογή υποθηκεύοντας το πολιτικό μου κεφάλαιο στο σύνολό του. Είναι πολύ εύκολο να παραμείνεις αλώβητος και δημοφιλής, αλλά προσέξτε τον όρο «υποθηκεύοντας», όχι απεμπολώντας οριστικά το πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο ανήκει στην Παράταξη και το χρειάζεται η Παράταξη.

Δεν συνιστά ούτε για τους βουλευτές μας, ούτε για εμένα προσωπικά απόλαυση η άσκηση των καθηκόντων του βουλευτή στην παρούσα Βουλή, ή του μέλους ενός κομματικού οργάνου, πολύ περισσότερο αυτού που σηκώνει το βάρος ενός μονοπρόσωπου οργάνου, όπως είναι ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.

Δεν με δελεάζει τίποτε, φίλες και φίλοι ,που σχετίζεται με την κομματική ή κυβερνητική εξουσία. Το έχω πει πολλές φορές και όσοι με  ξέρετε το καταλαβαίνετε και όσοι με γνωρίζετε τώρα, το καταλαβαίνετε ακόμη περισσότερο και μπορεί και να εκπλήσσεστε. Γιατί υπάρχουν κάποια στερεότυπα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Η σχέση μου με την πολιτική από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είναι μια σχέση η οποία έχει συνειδησιακά και ιστορικά χαρακτηριστικά και δεν έχω αλλάξει απόψεις. Δεν θα με παρεμποδίσει τίποτε, από το να ανταποκριθώ στο εθνικό καθήκον αλήθειας, που θεωρώ ότι έχω.

Τα μεγάλα ερωτήματα είναι πάντα παρόντα και δεν μπορούμε να απαντήσουμε στα μεγάλα ερωτήματα για την χώρα και την Παράταξη, ρητορικά. Δεν  μπορούμε να απαντήσουμε λέγοντας ότι πρέπει να διατηρήσουμε τον αριστερό εαυτό μας, να μην απεμπολήσουμε τις αξίες μας. Ναι, αλλά πρέπει να μπορούμε να απαντήσουμε με συγκεκριμένο τρόπο στα συγκεκριμένα ερωτήματα.

Θέλουμε Κυβέρνηση τετραετίας, είμαστε υποχρεωμένοι να εγγυηθούμε την πολιτική σταθερότητα, άρα και την κοινωνική συνοχή και την οικονομική σταθερότητα και προοπτική της χώρας. Ναι, πιστεύουμε στην ανάγκη, την εθνική ανάγκη κυβερνητικής συνεργασίας των φιλοευρωπαϊκών και υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων.

Πρέπει να είμαστε σε θέση να δώσουμε μια απάντηση στο αν η χώρα έχει Κυβέρνηση, και προσέξτε, θα δώσουμε και μια απάντηση εγκαίρως στο ποια θα είναι η Κυβέρνηση της χώρας και μετά τις επόμενες εκλογές, που θέλουμε να γίνουν στην ώρα τους για να μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε την εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής.

Αλλά απαντήσεις που ακούω να δίνουν άλλοι του τύπου «εμάς δεν μας ενδιαφέρει τίποτε άλλο παρά μόνο το ποιος είναι πρώτο Κόμμα και θα συνεργαζόμαστε μαζί του», εμάς δεν μας εκφράζουν. Είμαστε πολύ υπεύθυνοι και πολύ δοκιμασμένοι για να δίνουμε τέτοιου τύπου απαντήσεις, εμείς.

Δεν συμβιβαζόμαστε με την τρίτη θέση ή με το δεύτερο ρόλο. Μπορεί αυτό να φαίνεται τώρα υπερβολικό γιατί βρισκόμαστε σε πολύ δύσκολη φάση του κύκλου της χώρας, του εθνικού κύκλου, αλλά χρειάζεται, όπως είπα και στην αρχική μου ομιλία, αίσθηση του ιστορικού χρόνου, υπομονή και επιμονή για να έχεις στρατηγική και παραταξιακή και εθνική.

Το κυριότερο είναι ότι πρέπει να αναδείξουμε με σαφήνεια τα προτάγματά μας, το τι θεωρούμε προοδευτικό. Προοδευτικός ,όπως είπα ,είναι ο μετασχηματισμός της χώρας σε μια κανονική χώρα και όχι, όπως ορθά είπε ο Χρήστος, σε μία χώρα του «παρά», της παραοικονομίας, της παραπολιτικής, της παραδημοσιογραφίας .  Οχι στη σύγκρουση μεταξύ τυπικών και άτυπων χαρακτηριστικών, που ταλάνισε τη ζωή του έθνους από τη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Σε λίγο κλείνουμε 200 χρόνια συμβίωσης με αυτή τη γενετική αντίφαση.

Και βεβαίως, κορυφαίο σημείο, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς:  πρέπει να απαντήσουμε καθαρά πώς βλέπουμε τη χώρα και άρα και τη δική μας θέση, σε σχέση με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Θα πορευθούμε μέσα στην Ευρώπη, μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και μέσα στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς;

Εάν η απάντηση είναι ναι-  γιατί η απάντηση όχι είναι τραγική, τραγική για το λαό, για το επίπεδο ζωής, για το εισόδημα, για την απασχόληση-εάν λοιπόν η απάντηση είναι ναι: μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, μέσα στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, τότε πρέπει να ξέρουμε να το κάνουμε αυτό και πρέπει να πούμε την αλήθεια:  ότι οι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί είναι αρνητικοί τώρα, είναι συντηρητικοί, είναι μυωπικοί, αλλά, προσέξτε, είναι δημοκρατικοί, διότι κάποιοι λαοί ψηφίζουν για να υπάρχουν οι συσχετισμοί αυτοί.

Επειδή όμως η Ευρώπη πρέπει να είναι Ευρώπη των λαών και Ευρώπη των εθνών και πρέπει να διασφαλίζεται το δημοκρατικό δικαίωμα έκφρασης και διακυβέρνησης και στους λαούς των μικρότερων ή δημοσιονομικά προβληματικών ή οικονομικά αδύναμων χωρών, η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πρέπει να λύσει και τέτοιου είδους προβλήματα θεσμικής αρχιτεκτονικής της Ευρώπης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ο προσυνεδριακός διάλογος που αρχίζει σήμερα επισήμως, πρέπει να είναι ουσιαστικός, δηλαδή νομίζω ότι στέλνουμε όλοι μαζί ένα μήνυμα: Όχι ίντριγκες, όχι μικροσυσχετισμοί, όχι μηχανάκια, όχι ξύλινος λόγος, όχι παραγοντισμοί, όχι προσωπικό άγχος. Αλλά ιδέες, προτάσεις, εξειδίκευση του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, ουσιαστική επαφή με τον κόσμο, διάλογος μαζί του, κοιτώντας στα μάτια τον κάθε πολίτη.

Κι αυτό θα γίνει σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η παράταξη πρέπει να θωρακιστεί με δική σας ευθύνη, απέναντι στην ευτέλεια, το παρασκήνιο, την παραπολιτική, την παραδημοσιογραφία, τον εξυπναδικισμό, τις προσωπικές πόζες και τον μικρομεγαλισμό.

Κοιτάξτε, το ΠΑΣΟΚ χρωστούσε ιστορικά στην πατρίδα, είχε ευθύνες. Είχε ευθύνες, γιατί οργάνωσε την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτεία της μεταπολιτευτικής περιόδου, σε βάσεις που δεν ήσαν στέρεες και ασφαλείς. Έπρεπε λοιπόν να αναλάβουμε την ευθύνη να ξαναγράψουμε τους όρους λειτουργίας του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας και να καλύψουμε με πραγματικό υλικό τα κενά που είχαν τα θεμέλια της εθνικής μας υπόστασης.

Και για την ύπαρξη των κενών αυτών ευθυνόμαστε κι εμείς ιστορικά πάρα πολύ. Ευθυνόμαστε περισσότερο από τους άλλους, όχι γιατί κυβερνήσαμε περισσότερα χρόνια, αλλά γιατί ασκήσαμε πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία και γιατί επιβάλλαμε το κυρίαρχο υπόδειγμα της μεταπολίτευσης και γιατί από ένα σημείο και μετά επηρεάσαμε τις συμπεριφορές και των άλλων μεγάλων πολιτικών οικογενειών και της Δεξιάς και της κομμουνιστικής και κομμουνιστογενούς Αριστεράς.

Αυτό είναι ένα επίτευγμα του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, αλλά ταυτόχρονα είναι και μία πρόσθετη ιστορική υποχρέωση της παράταξής μας.

Φίλες και φίλοι, είμαστε υπεύθυνοι και άτυχοι και η σημερινή Αντιπολίτευση είναι τυχερή, αλλά ανεύθυνη. Το δράμα και το μεγαλείο ταυτόχρονα του αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης, είναι ότι ταλαντεύεται ανάμεσα στη συγκυρία και την ιστορία, ταλαντεύεται ανάμεσα στο λαό της συγκεκριμένης στιγμής και το έθνος του μακρού ιστορικού χρόνου.

Και πρέπει να απαντάς όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης, όπως το δικό μας, με έναν τρόπο ο οποίος είναι συνεπής, θεσμικά συνεπής. Εφόσον κάναμε την επιλογή την άνοιξη του 2010 να μην πάμε ούτε σε αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ούτε σε διάλυση της Βουλής, ούτε σε δημοψήφισμα, αναλάβαμε την ευθύνη μιας κρίσης νομιμοποίησης.

Αυτό όμως έληξε τον Ιούνιο του 2012, η Βουλή αυτή εξελέγη, εν πλήρη συνειδήσει των πραττομένων όλων ,μόλις πριν από πέντε μήνες. Δεν δικαιολογείται να αμφισβητείται τόσο γρήγορα εκ του πλαγίου και να οδηγείται η χώρα σε μία κατάσταση στρατηγικής απόγνωσης χωρίς να υπάρχει καμία αντιπρόταση. Αυτό δεν μπορούμε να το δεχτούμε.

Ναι, έχουμε 12,2%. Η τρικομματική πλειοψηφία όμως έχει 47% του εκλογικού σώματος, έχει μια ισχυρή νωπή νομιμοποίηση, η οποία ακολουθεί το δικό μας στρατηγικό πλαίσιο. Άρα το ειδικό μας βάρος είναι πολύ μεγαλύτερο από το αριθμητικό στοιχείο του 12,2% και των 33 εκλεγέντων Βουλευτών που απέμειναν 26, κατά παράβαση της κοινοβουλευτικής και δημοκρατικής και κομματικής δεοντολογίας και αφού έφτασε το πράγμα στο αμήν.

Γιατί έφτασε το πράγμα στο αμήν; Το πράγμα έφτασε στο αμήν για λόγους εθνικής ευθύνης, γιατί κάθε Βουλευτής μετράει, γιατί χρειαζόμασταν τους 153 οι οποίοι έγιναν 151 στον προϋπολογισμό με μια περίεργη αντίστροφη πορεία και γιατί κάποιοι δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι από τη διαπίστωση ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ο στυλοβάτης της Κυβέρνησης και πήγαν να το θέσουν σε αμφισβήτηση αυτό. Είναι όμως, γιατί αυτή είναι η δεδηλωμένη πλειοψηφία στη Βουλή.

Είχα πει κάποτε στην Κοινοβουλευτική Ομάδα ότι ´´προσέξτε συνάδελφοι, εάν δεν έχει απώλειες η Νέα Δημοκρατία ,το ΠΑΣΟΚ πρέπει να μπορεί να παρατάξει τουλάχιστον 24 Βουλευτές για να μείνει η χώρα όρθια ´´. Και είχε απώλειες η Νέα Δημοκρατία, είχε απώλειες η ΔΗΜΑΡ.

Και δυστυχώς είχε απώλειες και το ΠΑΣΟΚ, διότι είναι δύσκολο να συνεννοηθούμε μεταξύ μας ακόμη και όταν όλα έχουν τεθεί με τον πιο σαφή, τον πιο απλό, τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, με ειλικρίνεια, με εντιμότητα απέναντι στο εκλογικό σώμα. Ποτέ κόμμα δεν έχει μιλήσει με τόσο ειλικρινή και ευθύ τρόπο προς το εκλογικό σώμα προεκλογικά.

Τη μοίρα των κομμάτων και των παρατάξεων κατά τρόπο σε πολύ μεγάλο βαθμό τυχαίο, την προσδιορίζουν οι εθνικοί εκλογικοί κύκλοι, είπα στην αρχική μου ομιλία. Εάν οι παρατάξεις που οδήγησαν μια χώρα σε δημοσιονομική κρίση είναι συντηρητικές και έρχονται μετά οι σοσιαλιστικές ή σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις και έχουν την ευθύνη της αποδοχής ενός προγράμματος προσαρμογής και υπογράφουν το μνημόνιο, κουβαλάνε και το βάρος.

Εάν συμβαίνει το αντίστροφο, είναι οι συντηρητικές δυνάμεις που κουβαλάνε το βάρος. Εμείς αναδεχθήκαμε το βάρος της περιόδου 2004-2009, ιδίως 2007-2009 και κουβαλήσαμε το βάρος αυτό μόνοι μας. Στην Ισπανία γίνεται το αντίστροφο, στην Πορτογαλία μια συντηρητική Κυβέρνηση διαδέχθηκε την Κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κόμματος, αλλά έχει απέναντί της μια υπεύθυνη σοσιαλιστική Αντιπολίτευση.

Στην Ιταλία, μια συντηρητική Κυβέρνηση έδωσε τη θέση της σε ένα ευρύτερο σχήμα εθνικής αποδοχής, που όμως τώρα τίθεται ως πολιτική πρόταση στην κρίση του ιταλικού λαού. Η Κύπρος είναι το καταλυτικό παράδειγμα, στο οποίο αναφέρθηκα στη Βουλή προχθές. Τι σημαίνει να είσαι υπεύθυνη κυβερνητική Αριστερά και τι βάρη κουβαλάς και για ποια τυχαία γεγονότα πρέπει να απολογηθείς; Για να μη θυμηθούμε το αγαπημένο παράδειγμα του κ. Τσίπρα την Αργεντινή και το τι συμβαίνει τώρα στην Αργεντινή.

Δεν έχουν σημασία τα ονόματα, υπάρχει πολυτυπία στην Ευρώπη, τα κόμματα έχουν ιστορικού χαρακτήρα ονόματα. Αλλού το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα είναι αριστερότερο από το σοσιαλιστικό, αλλού το εργατικό είναι πιο αριστερό, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Σημασία έχει το ποιος ανήκει στην οικογένεια του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα των Ευρωπαίων Δημοκρατών και Σοσιαλιστών.

Υπάρχουν πάντως οι πολιτικές οικογένειες και υπάρχουν οι ιστορικές ευθύνες. Η δική μας μεγάλη ιστορική ευθύνη, για να επανέλθω σε αυτό γιατί είναι καθοριστικού χαρακτήρα, είναι ότι είχαμε εγκαθιδρύσει μία ανταλλακτικού και παροχικού χαρακτήρα σχέση με την κοινωνική μας βάση και αυτό τώρα έφτασε οριστικά στο τέλος του. Δεν πρόκειται να οικοδομήσουμε ξανά την παράταξη σε αυτή τη σχέση, ανταλλακτικού και παροχικού χαρακτήρα.

Ποιο είναι το εν δυνάμει κοινωνικό μας ακροατήριο; Είναι μόνον το ημισφαίριο της εθνικής ευθύνης και της ευρωπαϊκής προοπτικής; Είναι αυτό το 47% τη στιγμή των εκλογών που κατανεμήθηκε στα τρία κόμματα της κυβερνητικής συνεργασίας; Όχι, το εν δυνάμει ακροατήριό μας είναι το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, αλλά η πολυσυλλεκτικότητά μας πρέπει να διαμορφωθεί με ριζικά διαφορετικούς όρους, πολιτικούς, αξιακούς, ειλικρινείς.

Δημιουργικές, προοδευτικές δυνάμεις υπάρχουν παντού, σε όλους τους τομείς της παραγωγής, σε όλα τα μορφωτικά και εισοδηματικά επίπεδα, σε όλες τις περιοχές της χώρας, σε όλες τις γενιές και τις ηλικίες. Είναι ένα οριζόντιο, σε πολύ μεγάλο βαθμό φαινόμενο, ο δυναμισμός, η προδευτικη  αντίληψη των πραγμάτων, η υπευθυνότητα. Πρέπει να βρούμε αυτές τις δυνάμεις.

Μπορούμε να το πετύχουμε αυτό λέγοντας τα συνήθη ψέματα που λέει τώρα σύσσωμη η Αντιπολίτευση, το κάθε κόμμα της με τον δικό του τρόπο; Μπορούμε να πούμε εμείς ότι υπάρχει περίπτωση να επανέλθουμε σε παλιές πρακτικές, ότι είναι εύκολο να επαναφέρεις μισθολογικές πρακτικές ή πρακτικές σε σχέση με την απονομή των συντάξεων ή τη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος; Προφανώς όχι.

Αυτό που εμείς μπορούμε να υποσχεθούμε είναι ότι θα υπάρχει ένα νέο λειτουργικό κοινωνικό κράτος, ένα κράτος δικαίου, αξιοκρατικό, μια δημοκρατία υψηλού επιπέδου, ένα αίσθημα ασφάλειας, ένα εθνικό παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται και από τη Διοίκηση και από το τραπεζικό σύστημα.

Θα υπάρχει στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας, θα ταυτιστεί η ανάπτυξη ως έννοια με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, με την απασχόληση, γιατί ανάπτυξη χωρίς απασχόληση και πρακτική απάντηση στην ανεργία δεν υπάρχει.

Μπορούμε να υποσχεθούμε στήριξη της νεανικής επιχειρηματικότητας και καινοτομίας, της ποιότητας, της έρευνας και τεχνολογίας, μπορούμε να υποσχεθούμε αναπτυξιακό ρόλο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, μπορούμε να υποσχεθούμε στον Έλληνα πολίτη σεβασμό και ισονομία.

Θα μπορούσα να περιγράψω αυτό που ονομάζω κανονική χώρα, κανονικό κράτος, κανονική οικονομία, κανονική κοινωνία, με πάρα πολλούς τρόπους. Δεν εννοώ ότι θα είναι μία γκρίζα χώρα η χώρα αυτή, ένα κακέκτυπο του βόρειου ευρωπαϊκού μοντέλου ανάπτυξης.

Η Ελλάδα πάντα θα έχει  τον ήλιο της, πάντα θα έχει τη θάλασσά της, πάντα θα έχει χαρούμενους, ευέλικτους, έξυπνους ανθρώπους. Εχει τους ενδογενείς πόρους ανάπτυξης, έχει τη γη της κι έχει τους ανθρώπους της, έχει τους ερευνητές της και το διανοητικό της κεφάλαιο, την ποιότητα ζωής, έχει τις δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα της.

Η Ελλάδα πάντα θα είναι μία Ελλάδα της ορθόδοξης παράδοσης, δε θα γίνει ποτέ καλβινιστική, η Ελλάδα έχει βαθιά αίσθηση της εθνικής ταυτότητας και ιδιοσυστασίας, πρέπει όμως να είναι και ανταγωνιστική και ισχυρή και αυτοδύναμη. Άρα πρέπει να μιλήσουμε την πρωτότυπη και συγκεκριμένη γλώσσα της αλήθειας.

Και αυτό δεν είναι ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο, είναι άμεσο και η ευθύνη βαραίνει εσάς. Γιατί οι ομάδες δουλειάς που σχηματίζονται τώρα για τις ανάγκες του προσυνεδριακού διαλόγου, πρέπει να μιλήσουν έτσι.

Χρειαζόμαστε μια νέα διακήρυξη που θα την εισηγηθούμε στο συνέδριο, όχι ξύλινη και παρωχημένη, όχι στρογγυλή, αλλά ευθύβολη και ειλικρινή, στην καρδιά των πραγματικών ιστορικών διλημμάτων.

Χρειαζόμαστε ένα καταστατικό θεσμικού χαρακτήρα, χωρίς κόλπα και τεχνάσματα, απλό, όπως  αυτά που έχουν τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, με παράδοση και συνέχεια, που είναι αποπροσωποποιημένα και όχι αρχηγικά, που μπορούν να αναδείξουν σειρές ολόκληρες στελεχών για πολλούς ρόλους.

Χρειαζόμαστε ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, όχι κομματικό, αλλά πραγματικά εθνικό, που να μπορεί να υιοθετηθεί από όλες τις παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και χρειαζόμαστε πολιτικές θέσεις καθαρές και συγκεκριμένες, που προκαλούν ρήξεις.

Πρέπει να πούμε με καθαρότητα και αυτή είναι η κορυφαία πολιτική θέση, πως μόνον εμείς πράγματι, όσο κι αν αυτό φαίνεται περίεργο, μπορούμε να εγγυηθούμε την έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο, γιατί η έξοδος από το μνημόνιο επιτυγχάνεται μόνο με την έξοδο από την κρίση και την επάνοδο στην ομαλότητα, δηλαδή στην κατάσταση μιας ουσιαστικά ισότιμης, δημοσιονομικά αυτοδύναμης και αξιοπρεπούς ευρωπαϊκής χώρας. Αυτό είναι ο μεγάλος στόχος.

Έχει λοιπόν τεράστια σημασία να πιστέψουμε στις δυνατότητές μας, να νοιώσουμε ότι έχουμε μια ευθύνη συλλογική που τη μοιραζόμαστε και να ανταποκριθούμε όλες και όλοι μαζί σε αυτή την πρόκληση, σε αυτή την ευκαιρία.

Ναι, η πορεία προς το συνέδριο και το συνέδριο σταθεροποιεί την παράταξη και σταθεροποιεί τη χώρα.

Γιατί πρέπει να καταλάβουν όλοι οι μύωπες της πολιτικής κοινωνικής και οικονομικής ζωής, όλοι οι διαμορφωτές δήθεν της κοινής γνώμης, πως όποιος χτυπά και αποσταθεροποιεί το ΠΑΣΟΚ, χτυπά και αποσταθεροποιεί τη χώρα. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό το λέω αυτό, γιατί δυστυχώς εμείς με το μικρότερο εκλογικό ποσοστό και τη μικρότερη κοινοβουλευτική δύναμη, εξακολουθούμε να κουβαλάμε στους ώμους μας την ευθύνη για την υπόσταση του τόπου και θα ανταπεξέλθουμε στην ευθύνη αυτή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Σας ευχαριστώ.

Tags: ΠΑ.ΣΟ.ΚΠολιτικές Ομιλίες, 2012