18 Ιουνίου 2008


Κυρίες και Κύριοι
Ζητώ συγγνώμη για την καθυστέρησή μου. Οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρξε μια απρόβλεπτη ένταση στη Βουλή κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την κύρωση της σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών του ΟΤΕ κ
αι έπρεπε να συνομιλήσω υπό άλλους όρους με τον συνάδελφο της κας Υπουργού, τον κ. Αλογοσκούφη, τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών.

Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής γιατί βρίσκομαι με αυτή την σύνθεση ενώπιoν σας και γιατί έχω την ευκαιρία αυτής της συνομιλίας με την κα Μπακογιάννη αλλά και γιατί στο τραπέζι αυτό κάθεται ένας πολύ καλός μου φίλος και συνάδελφος από το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ο Γιάννης Χασιώτης και δύο από τους λαμπρότερους μαθητές μου στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ο καθηγητής κ. Στεφανίδης και ο καθηγητής κ. Χατζηβασιλείου. Νοιώθω πραγματικά υπερήφανος ως δάσκαλος γιατί οι φοιτητές μου είχαν και έχουν αυτή την εξέλιξη. Αυτό τιμά και το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Θέλω επίσης να συγχαρώ το ίδρυμα του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και βεβαίως τις εκδόσεις Πατάκη γιατί πήραν την πρωτοβουλία αυτή.

***

Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε επί δεκαετίες τώρα ιδιαίτερα στο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στον χώρο των Βαλκανίων, είναι η ακατάσχετη ιδεολογική και πολιτική χρήση της ιστορίας και της γεωγραφίας. Δεν υπάρχει περιοχή του κόσμου στην οποία η τρέχουσα πολιτική να μην ανάγεται στην ιστορία. Πάντοτε οι ιστορικές καταβολές, οι συλλογικοί μύθοι λειτουργούν και μάλιστα πάρα πολύ έντονα διαμορφώνοντας αντιλήψεις, νοοτροπίες, συμπεριφορές, συνδιαμορφώνοντας τον συσχετισμό των δυνάμεων. Στην πολιτική, άρα και στη διεθνή πολιτική, τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο και πιο κρίσιμο από την διαχείριση των συμβόλων. Αυτά όλα τα άυλα αγαθά έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία για την ειρήνη, για τη σταθερότητα και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

Κάθε βήμα προς την υπέρβαση της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας, κάθε βήμα προς τον επιστημονικό ορθολογισμό είναι βήμα προς την αλήθεια, είναι βήμα προς την ψυχραιμία και την νηφαλιότητα, είναι βήμα προς την ειρήνη, την σταθερότητα και την υπέρβαση ιστορικών διαφορών και χασμάτων. Αυτό το ζούμε στην περιοχή μας γιατί μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ουσιαστικά επανήλθαμε στα γεωπολιτικά και διεθνοπολιτικά δεδομένα που υπήρχαν την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βιώνουμε στα Βαλκάνια μία ύστερη εξαιρετικά επικίνδυνη και ενδιαφέρουσα φάση του λεγόμενου Ανατολικού ζητήματος. Η παλαιά σύγκρουση ανάμεσα στον χώρο επιρροής της Αυστροουγγρικής και το χώρο επιρροής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξακολουθεί να υπάρχει. Άρα το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούμαστε είναι ένα περιβάλλον ιδεολογικά, ιστορικά, θα έλεγα από ένα σημείο και μετά σχεδόν μεταφυσικά, επιβαρυμένο.

Το βιβλίο που κυκλοφορεί και παρουσιάζεται σήμερα, συνέχεια μιας πρώτης προσπάθειας του 1997, δεν είναι ένα βιβλίο στρατευμένης ιστορίας που εξυπηρετεί την ελληνική πολιτική επιχειρηματολογία στα διεθνή fora. Είναι μία συμβολή στον διεθνή επιστημονικό διάλογο, με όλη την πειθαρχία και όλη την καθαρότητα που επιβάλλει η επιστήμη . Είναι ένα βιβλίο το οποίο έχει συγκροτηθεί lege artis. Δεν είναι ένα βιβλίο το οποίο έρχεται να προστεθεί στην φαρέτρα των επιχειρημάτων του Υπουργείου των Εξωτερικών, της Ελληνικής Βουλής, των ελληνικών πολιτικών κομμάτων που στηρίζουν μία εθνική στρατηγική στο ζήτημα των Σκοπίων. Θα υποβιβάζαμε την τεράστια επιστημονική σημασία του βιβλίου αυτού, εάν το αντιμετωπίζαμε έτσι. Άλλωστε ο εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, φέρεται να έχει πει, σύμφωνα με την σχετική ιστορικοφιλολογική συζήτηση, ότι εθνικό είναι το αληθές. Και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να αναζητούμε την αλήθεια έχοντας πλήρη πεποίθηση ότι αναζητώντας την αλήθεια υπηρετούμε το εθνικό συμφέρον.

Πρέπει λοιπόν να έχουμε πλήρη αίσθηση της πραγματικότητας προκειμένου να κάνουμε τους κατάλληλους χειρισμούς και να αναπτύξουμε την πιο πειστική, την αποστομωτική, όποτε χρειάζεται, επιχειρηματολογία.

Πρέπει επίσης να θυμόμαστε κάτι, το οποίο είναι – νομίζω- πυλώνας των σημερινών ευρύτατα αποδεκτών προσεγγίσεων και στο χώρο της ιστοριογραφίας και στο χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας και στο χώρο της εθνολογίας. Δεν είναι η αόριστη οντότητα του έθνους και η ακόμη πιο αόριστη έννοια της εθνικής συνείδησης και της εθνικής ταυτότητας που οδηγεί στη γένεση ενός κράτους. Είναι το κρατικό φαινόμενο που μέσα από τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς διαμορφώνει και τελειοποιεί την εθνική συνείδηση και την εθνική ταυτότητα.

Επίσης όλα όσα συνδέονται με το ζήτημα των ταυτοτήτων, ταυτοτήτων γλωσσικών, πολιτιστικών αλλά εν τέλει εθνικών, έχουν απόλυτη συνάφεια με ένα φαινόμενο που εξακολουθεί δυστυχώς να είναι παρόν: με το φαινόμενο του αλυτρωτισμού. Το φαινόμενο του αλυτρωτισμού δεν είναι ένα φαινόμενο ταυτισμένο με τη στρατιωτική απειλή. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ η Ελλάδα ότι υπάρχει πρόβλημα στρατιωτικής απειλής και κίνδυνος περιφερειακής αποσταθεροποίησης με την απλοϊκή, πρωταρχική έννοια του όρου. Υπάρχει όμως πολύ σοβαρό πρόβλημα σχέσεων καλής γειτονίας και άρα τεράστιο πρόβλημα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, όταν αναπτύσσονται αλυτρωτικές επιχειρηματολογίες και αλυτρωτικές πολιτικές οι οποίες μάλιστα οργανώνονται με επίσημο, κρατικά ελεγχόμενο και χρηματοδοτούμενο τρόπο και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που συνδέεται ευθέως με την περιβόητη υπόθεση του ονόματος της γειτονικής μας χώρας.

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πείσουμε τους συνομιλητές μας και να πείσουμε και την άλλη πλευρά και να πείσουμε τα διεθνή βήματα στα οποία εκφραζόμαστε, ότι δεν εκδηλώνει η Ελλάδα μια ιστορική και πολιτιστική υπερευαισθησία. Δεν σκιαμαχεί, δεν έχει επινοήσει έναν εχθρό χωρίς υπόσταση και δεν έχει διαμορφώσει ένα πεδίο αντιδικίας που δεν έχει νόημα. Όλα όσα λέμε, όλα όσα κάνουμε και όλα όσα επικαλούμαστε έχουν πολιτική υπόσταση, έχουν πολύ συγκεκριμένο, απτό αντικείμενο, έχουν νόημα. Άρα το ζήτημα του ονόματος της FYROM μας απασχολεί γιατί το όνομα (και κατ΄ αναλογία όλα τα άλλα σύμβολα της κρατικής οντότητας άρα και της κρατικής ταυτότητας που οδηγεί στην συγκρότηση μιας εθνικής ή οιονεί εθνικής ταυτότητας, όπως είναι ο ύμνος, η σημαία, οι απεικονίσεις, οι οποίες πολλές φορές λειτουργούν με έναν εμβληματικό τρόπο) είναι το βασικό όχημα, αλυτρωτικής πολιτικής, η οποία συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Άρα το βασικό ζητούμενο είναι ο σεβασμός της ιστορικής επιστήμης, η αναζήτηση της αλήθειας και βεβαίως ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί ή όπως αυτό με πολύ μεγάλη δυσκολία διαμορφώνεται, ιδίως μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την διαμόρφωση ενός μονοπολικού κόσμου στον οποίο δυστυχώς δεν έχει βρει ακόμη τη θέση που της αρμόζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως διεθνοπολιτική οντότητα. Μια οντότητα που ταλανίζεται αμήχανη, όπως δείχνει και η τελευταία εξέλιξη με την αρνητική ψήφο των Ιρλανδών στο δημοψήφισμα για την κύρωση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας.

Άρα βρισκόμαστε σε ένα πεδίο το οποίο έχει πολλούς απροσδιόριστους παράγοντες. Δυστυχώς η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση που θα μπορούσε να παίξει έναν πολύ σημαντικότερο, πολύ πιο ευεργετικό και ενεργό ρόλο, δεν μπόρεσε να διαδραματίσει το ρόλο αυτό, ήδη από την πρώτη φάση του πολέμου στην τέως Γιουγκοσλαβία. Και τώρα βλέπουμε να αναβιώνει το φαινόμενο του προτεκτοράτου, να αναβιώνει με εξαιρετική ένταση και πιεστικότητα και αυτό φαίνεται στην περίπτωση της μονομερούς ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, το οποίο δεν έχει αναγνωριστεί παρά μόνον από έναν πολύ μικρό αριθμό χωρών. Δεν έχει αναγνωριστεί από το σύνολο των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πάντως βλέπουμε ότι ακόμη και στην περίπτωση της FYROM η διαφορά ανάμεσα σε ένα προτεκτοράτο και σε ένα κράτος που διεκδικεί την υπόσταση του και την κρατική του κυριαρχία είναι μία διάκριση η οποία δεν γίνεται με ευκολία αντιληπτή πάρα πολλές φορές.

Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα αυτά και σεβόμενοι την άλλη πλευρά, έχουμε διαμορφώσει μία εθνική στρατηγική η οποία από μόνη της είναι ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα για την εξωτερική πολιτική της χώρας. Εμείς – όπως είπε και η κα Μπακογιάννη προηγουμένως – επιδιώκουμε να διατηρηθεί αλώβητη η κρατική οντότητα και η υπόσταση της FYROM. Θέλουμε να υπάρχει αυτή η κρατική οντότητα, θέλουμε να υπάρχει στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και ευρωατλαντικών δομών. Πιστεύουμε βαθύτατα ότι το μέλλον όλης της περιοχής χωρίς καμία εξαίρεση, άρα και το μέλλον της Σερβίας και το μέλλον της FYROM, βρίσκεται μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσα στις ευρωατλαντικές δομές. Θα θέλαμε η αντίρρηση που προβλήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου να μετατραπεί σε μία θετική προτροπή για την επιτάχυνση της ένταξης της FYROM και στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι μία μικρή, ρηχή οικονομία. Θα μπορούσε πράγματι να επιταχυνθεί αυτή η διαδικασία για λόγους πολιτικούς και θα μπορούσε η Ελλάδα να παίξει έναν ευεργετικό και πιεστικό ρόλο, εάν επιτευχθεί μια κοινά αποδεκτή λύση για ένα σύνθετο όνομα, με γεωγραφικό προσδιορισμό, που θα χρησιμοποιείται έναντι όλων. Και ειλικρινά αυτό το μήνυμα πρέπει να το στέλνουμε με πολύ μεγάλη σαφήνεια προς την άλλη πλευρά και προς τη διεθνή κοινότητα, ιδίως τώρα που αρχίζουν οι διαδικασίες σχηματισμού μιας κυβέρνησης η οποία επωμίζεται από την άλλη πλευρά την ευθύνη της διαπραγμάτευσης.

Το ίδιο το επιχείρημα του συνταγματικού ονόματος, που είναι υποτίθεται ανυπέρβλητο, δεν ισχύει. Γιατί στην περίπτωση της γειτονικής μας χώρας η διαφορά μεταξύ συντάγματος και διεθνούς καθεστώτος της χώρας είναι μία διαφορά εξαιρετικά λεπτή σχεδόν ανύπαρκτη. Γιατί το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας προκύπτει μέσα από την Συνθήκη της Ωχρίδας, η οποία είναι ένα υβρίδιο στο χώρο και του εσωτερικού δημοσίου και του διεθνούς δημοσίου δικαίου γιατί πρόκειται για μία συμφωνία στην οποία συμπράττουν διεθνείς οντότητας, υποκείμενα του διεθνούς δικαίου και οι εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας αυτής.

Άρα για τα πάντα υπάρχει λύση, όταν διαμορφώνεται συσχετισμός και όταν διαμορφώνεται βούληση. Δεν υπάρχει βούληση χωρίς συσχετισμό. Αυτό που λέγεται πεδίο των διεθνών σχέσεων και κυρίως πεδίο του διεθνούς δικαίου είναι ένα εργαστήριο, ένα εργαστήριο φιλοσοφίας και μεθοδολογίας του δικαίου, όπου βλέπουμε με πάρα πολύ καθαρό τρόπο ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι αυτός που υπαγορεύει τη λύση. Και αυτό έχει τα καλά του, τις περισσότερες φορές έχει όμως τα κακά του. Γι΄ αυτό εμείς πρέπει να είμαστε πάντα με τη μεριά της διεθνούς νομιμότητας. Γιατί αυτό είναι στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων το μόνο καταφύγιο, το ασφαλές κριτήριο.

Άρα λοιπόν έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία στο όνομα της επιστημονικής αλήθειας να γίνει αντιληπτό ότι η ειρηνική συνύπαρξη, το αμοιβαίο όφελος, οικονομικό αναπτυξιακό κοινωνικό πολιτικό πολιτισμικό, οδηγεί σε μία τέτοια διαχείριση της εθνικής αυτοσυνειδησίας και άρα των εθνικών συμπεριφορών που οδηγεί σε μία βιώσιμη λύση. Και βιώσιμη λύση για ένα βιώσιμο κράτος των Σκοπίων, είναι μία λύση αποδεκτή από την Ελλάδα, δηλαδή μία λύση με σύνθετο όνομα (γιατί σύνθετο όνομα είναι το όνομα FYROM που ισχύει από το 1993 έως σήμερα, επί πάρα πολλά χρόνια), με γεωγραφικό προσδιορισμό, όπως εξηγεί ο κ. Λιβιεράτος πάρα πολύ ωραία στο πρώτο από τα κείμενα του συλλογικού τόμου, και φυσικά για κάθε χρήση, γιατί καμία διάκριση χρήσεων δεν προκύπτει ούτε από το Συνταγματικό Δίκαιο της γειτονικής μας χώρας, ούτε από το διεθνές δίκαιο.

Υπό την έννοια αυτή στο όνομα της επιστημονικής κοινότητας χαιρετίζω την έκδοση αυτού του βιβλίου και στο όνομα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απευθύνω και εγώ αυτήν την πολύ σαφή μετριοπαθή, αλλά οριοθετημένη πρόσκληση προς τη μεριά της γειτονικής μας χώρας.

 


* Η παρουσίαση του συλλογικού τόμου «Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις» που εξέδωσε το Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, πραγματοποιήθηκε στη Στοά του Βιβλίου