20 Νοεμβρίου 2008


Θέλω να συγχαρώ τον Θανάση Καστανιώτη και τον εκδοτικό του οίκο γιατί είναι πάντα στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και να εκφράσω την πολύ μεγάλη μου χαρά γιατί παρουσιάζω σήμερα ένα πόνημα του Σπύρου Κουζινόπουλου που τον ξέρω πολλά χρόνια και τον είχα και συνεργάτη. Ως Υπουργός Τύπου και ΜΜΕ είχα την ευκαιρία να βοηθήσω στη νομική και οργανωτική συγκρότηση του Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων του οποίου ήταν και είναι διαρκώς, σχεδόν ισόβιος, διευθυντής.

Τώρα επί της ουσίας. Ο Σπύρος Κουζινόπουλος είναι βαθύς γνώστης του μακεδονικού ζητήματος, είναι ένας ρεπόρτερ με αίσθηση ιστορικού επιστήμονα. Μας υπενθυμίζει κάτι που δυστυχώς το έχουμε λησμονήσει, πως το λεγόμενο μακεδονικό ζήτημα και άρα το ζήτημα του ονόματος του γειτονικού μας κράτους έχει ένα πάρα πολύ μεγάλο ιστορικό βάθος. Εάν κάποιοι πιστεύουν, αιχμαλωτισμένοι από κάποια αντίληψη πολιτικού και διεθνοπολιτικού καθωσπρεπισμού, πως πρέπει πάση θυσία να τελειώνουμε με το ζήτημα αυτό ανεξαρτήτως κόστους βρίσκοντας μια κάποια λύση ώστε να μην είμαστε τμήμα ενός ευρύτερου βαλκανικού ζητήματος, σφάλλουν ιστορικά. Οι χώρες δεν επιλέγουν τα προβλήματα στα οποία εμπλέκονται. Αυτά προκύπτουν μέσα από την ιστορία και μέσα από την γεωγραφία. Ούτως ή άλλως αυτή τη στιγμή εξελίσσεται η ύστερη φάση του «ανατολικού ζητήματος». Ακόμη και στις ημέρες μας το «ανατολικό ζήτημα» δεν έχει λήξει και η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού έχει αναζωπυρώσει γεωπολιτικά και διεθνοπολιτικά δεδομένα τα οποία ήταν παρόντα την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή το διάστημα, το πάντα ζοφερό και γοητευτικό ταυτόχρονα, του μεσοπολέμου.

Ζητήματα με τέτοιο ιστορικό βάθος δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα και γρήγορα. Πρέπει δηλαδή να συμφιλιωθούμε με τους ιστορικούς ρυθμούς του προβλήματος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να συμβάλλουμε στην αναζήτηση και τη διαμόρφωση μιας αξιοπρεπούς και εφαρμόσιμης λύσης στο πλαίσιο που έχει χαράξει η Ελλάδα με ευρύτατη εθνική συναίνεση. Πάντα μένουμε πιστοί στην κοινή εθνική γραμμή ότι είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε μια σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, η οποία θα ισχύει για κάθε χρήση και έναντι πάντων. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την διπλή ονομασία, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε κωμικοτραγικά και μη λειτουργικά σχήματα τα οποία θα ήταν ένα απλό πρόσχημα και όχι μία λύση. Αλλά το βήμα που έχει κάνει η Ελλάδα λέγοντας ότι αποδέχεται μία σύνθετη ονομασία είναι ένα βήμα πολύ σημαντικό, ένα βήμα που δείχνει και μετριοπάθεια και ωριμότητα και αξιοπιστία και είναι πολύ σημαντικό ότι γύρω από τη θέση αυτή, με όλες τις αποχρώσεις και τις εντάσεις που μπορεί να προκύπτουν κατά καιρούς, έχει διαμορφωθεί μία στέρεη εθνική συναίνεση.

Όμως, όπως μας θυμίζει ο Σπύρος Κουζινόπουλος, το ζήτημα μεταλλάσσεται συνεχώς. Παρακολουθούμε στο βιβλίο του το μαγνητικό πεδίο που διαμορφώνεται ιστορικά μέσα από τη σχέση της γιουγκοσλαβικής και βουλγαρικής εκδοχής του ζητήματος. Παρακολουθούμε πως ένα γιουγκοσλαβοβουλγαρικό ζήτημα μετατρέπεται κάποια στιγμή σε ένα ελληνο – γιουγκοσλαβικό ζήτημα. Παρακολουθούμε επίσης την μεγάλη ιστορική περιπέτεια και αμηχανία της αριστεράς γύρω από το θέμα αυτό, που κατάφερε με πολύ μεγάλους κόπους τελικά να ισορροπήσει.

Είναι επίσης πολύ σημαντικό να παρακολουθήσει κανείς – όπως η ιστορική έρευνα έχει εδώ και πολλά χρόνια αναδείξει, αλλά προσθέτει νέες ψηφίδες ο Σπύρος Κουζινόπουλος – την ταχύτητα και την ευκολία με την οποία η συμπεριφορά των προσώπων μεταλλασσόταν γύρω από το θέμα αυτό την πυκνή ιστορικά περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Πώς η απόσταση ανάμεσα στη συνεργασία με τον κατακτητή και την συμμετοχή στην εθνική αντίσταση ήταν πάρα πολύ μικρή και η μεταπήδηση εντυπωσιακά εύκολη για πρόσωπα – δεν αναφέρομαι σε πολιτικές δυνάμεις και σε κόμματα.
Άρα πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη μας ότι θα πορευθούμε με βάση αυτά τα ιστορικά βάρη και δεν πρέπει μία αντίληψη, όπως είπα και προηγουμένως, ευρωπαϊκού καθωσπρεπισμού να μας κάνει να αισθανόμαστε μειονεκτικά. Χειριζόμαστε το ζήτημα ως μία ευρωπαϊκή χώρα, σύγχρονη, υπεύθυνη, που θέλει να συμβάλλει στην ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, θέλει να βρει λύση, μπορεί να βρει λύση.

Έχουμε κάνει πολύ μεγάλα βήματα και ένα από τα βήματα που έγιναν, για να τελειώσω με μία επίκαιρη παρατήρηση σε σχέση με την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ήταν και η σύναψη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995, μετά από την επιβολή του εμπάργκο που επανατοποθέτησε το ζήτημα ουσιαστικά στη διεθνή του διάσταση και μας οδήγησε σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο: στο σημείο να έχουν αποδεχθεί τα Σκόπια πως το ζήτημα του ονόματος τους συνιστά διεθνή διαφορά για την οποία έχουν υποχρέωση καλόπιστης διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο της ενδιάμεσης συμφωνίας και των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό είναι το θεμελιώδες στοιχείο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995.

Παρακολουθώ τις ημέρες αυτές, και χθες και σήμερα, πολύ σοβαρούς, αξιόπιστους και έγκυρους αναλυτές να διατυπώνουν την άποψη ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιδράσει με καταγγελία της ενδιάμεσης συμφωνίας. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι είμαι πολύ επιφυλακτικός στην αποδοχή της άποψης αυτής. Δεν έχει κανένα λόγο η Ελλάδα να καταγγείλει μία συμφωνία με την οποία επιλύονται πολλά παράπλευρα ζητήματα, ζητήματα οικονομικής συνεργασίας, ζητήματα συνεργασίας στους λεγόμενους τομείς «χαμηλής» πολιτικής που μπορεί να είναι όμως τομείς εξαιρετικά κρίσιμοι γιατί είναι τομείς που συνδέονται με την κοινωνία των πολιτών και με ιδεολογικούς μηχανισμούς. Και τα ζητήματα της ιδεολογίας και της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας είναι πάντα πάρα πολύ κρίσιμα στις διεθνείς σχέσεις και κυρίως δεν έχουμε λόγο να καταγγείλουμε τώρα μία ενδιάμεση συμφωνία η οποία επιβάλλει στα Σκόπια το καθήκον καλόπιστης διαπραγμάτευσης για το ζήτημα του ονόματος τους, μια που το θέμα αυτό είναι διεθνές ζήτημα δεκτικό διαπραγμάτευσης. Όμως τα Σκόπια δεν έχουν εκπληρώσει το συνάλλαγμα τους, όπως θα λέγαμε στη νομική γλώσσα. Δεν έχουν φερθεί καλή τη πίστη, δεν έχουν ανταποκριθεί στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να αντιτάξει ενώπιον κάθε διεθνούς οργανισμού και οργάνου αυτήν την αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά της άλλης πλευράς, η οποία είναι αυταπόδεικτη γιατί η άλλη πλευρά προσέφυγε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, δηλαδή ενώπιον ενός διεθνούς οργάνου, ενός οργάνου του Ο.Η.Ε. με το συνταγματικό της, όπως λέγεται, όνομα. Δηλαδή η ίδια με πανηγυρικό τρόπο και με την ενέργεια της αυτή παραβιάζει βασική προϋπόθεση της ενδιάμεσης συμφωνίας και των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας να χρησιμοποιεί στους διεθνείς οργανισμούς την προσωρινή ονομασία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Και επιπλέον όλων αυτών πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό το περιβόητο βέτο στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, δεν διατυπώθηκε ποτέ ως τυπική αρνησικυρία της ελληνικής πλευράς, αλλά ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής διαβούλευσης στην οποία μετείχαν και άλλες χώρες, όπως η Γαλλία οι οποίες επίσης προέβαλλαν αντιρρήσεις προκαταρκτικού πολιτικού χαρακτήρα. Άρα δεν υπήρξε μία διμερής αντισυμβατική στάση της Ελλάδας, αλλά υπήρξε μία ενιαία και ομόφωνη πολιτική απόφαση του ΝΑΤΟ που εκφεύγει του πλαισίου της ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Άρα πριν συζητήσουμε ζητήματα καταγγελίας πρέπει να δούμε πως αυτή καθεαυτή η προσφυγή στην Χάγη συνιστά απόδειξη της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της άλλης πλευράς.

Υπό την έννοια αυτή βλέπετε πόσο επίκαιρό είναι ένα βιβλίο που ο Σπύρος Κουζινόπουλος με πολύ μεγάλη υπευθυνότητα και με πάρα πολύ μεγάλη γνώση και τεχνική επάρκεια το επώασε επί χρόνια. Γιατί το υλικό του αυτό ξεκινάει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, δηλαδή από την αφετηρία της τελευταίας φάσης του ζητήματος και φτάνει μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι το δημοσιεύει τώρα δείχνει πόσο επίκαιρα είναι όλα αυτά τα ζητήματα και πόσο σημαντικό είναι να έχει κανείς πάντα υπόψη του την ιστορική διάρκεια και την ιστορική συνέχεια αλλά και την νομικοπολιτικη διάρκεια και συνέχεια των στοιχείων που συνθέτουν το πρόβλημα της ονομασίας των Σκοπίων.



* Η παρουσίαση του βιβλίου του Σ. Κουζινόπουλου "Τα Παρασκήνια του Μακεδονικού Ζητήματος", πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ