8 Μαρτίου 2007


«Η νέα φύση του Κυπριακού και οι ελληνοκυπριακές πρωτοβουλίες»

 

Θέλω να ευχαριστήσω τους οργανωτές για την πρόσκληση και τον Ανδρέα Θεοφάνους για το νέο του πόνημα. Έχω και άλλη φορά ασχοληθεί με το έργο του, γνωρίζω τα προσόντα του αλλά και την σεμνότητά του, δεν θα επιμείνω συνεπώς σε αυτά.

Το βιβλίο αυτό του Α. Θεοφάνους εντάσσεται σε έναν κατάλογο βιβλιογραφικής παραγωγής γύρω από το Κυπριακό μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν με συντριπτική πλειοψηφία από τους Ελληνοκυπρίους. Έτσι ουσιαστικά το βιβλίο αντιμετωπίζει τα νέα συμφραζόμενα του κυπριακού προβλήματος: Το Κυπριακό μετά την ένταξη, άρα το κυπριακό μέσα στο πεδίο της ευρωπαϊκής κοινοτικής νομιμότητας, του ευρωπαϊκού κεκτημένου, των ευρωπαϊκών θεσμών και των ευρωπαϊκών συσχετισμών αλλά και μέσα στα συμφραζόμενα της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας. Και επίσης το Κυπριακό με δεδομένη την απόρριψη του σχεδίου Ανάν την οποία και εγώ θεωρώ εύγλωττη: θεωρώ ότι συνιστά ένα θεμελιώδες πια δεδομένο, από το οποίο πρέπει να εκκινούμε τον προβληματισμό μας σ’ αυτή τη νέα περίοδο.

Είχα την ευκαιρία να πω πριν από μερικούς μήνες ότι τώρα πλέον δεν βρισκόμαστε σε μια νέα φάση του κυπριακού προβλήματος αλλά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα φύση του κυπριακού προβλήματος. Γιατί κατά τρόπο παράδοξο, μέσα από την ετερογονεία των σκοπών, το σχέδιο Ανάν που κατακρίνεται έντονα και το οποίο απερρίφθη από τον ελληνικό κυπριακό λαό, άφησε πίσω του ένα κεκτημένο που κανένα άλλο σχέδιο, καμιά άλλη απόπειρα λύσης υπαγορευόμενη από τον διεθνή παράγοντα και τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων δεν είχε κληροδοτήσει μέχρι τώρα στο Κυπριακό. Και κυρίως υπέρ του ελληνοκυπριακού λαού. Ποιο είναι το παράδοξο; Όλα τα προηγούμενα σχέδια ουσιαστικά οδηγούσαν στο φαινόμενο του διεθνοπολιτικού μιθριδατισμού. Δηλητηρίαζαν τη σκέψη μας και θεωρούσαν δεδομένες έννοιες ή παραδοχές πολλές από τις οποίες βρίσκονται άλλωστε πανηγυρικά διατυπωμένες στις συμφωνίες κορυφής Μακαρίου – Ντενκτάς και Κυπριανού – Ντενκτάς του 1977 και του 1979 που ορθώς για παιδαγωγικούς λόγους παραθέτει στο παράρτημα του βιβλίου του ο Α. Θεοφάνους. Το σχέδιο Ανάν αντ΄ αυτού άφησε πίσω του την αναγνώριση, για πρώτη φορά, της συντακτικής δικαιοδοσίας, ουσιαστικά δηλαδή της εξωτερικής και εσωτερικής κυριαρχίας του κυπριακού λαού. Σε καμιά άλλη φάση της ιστορίας του κυπριακού προβλήματος των τελευταίων πενήντα ετών δεν είχε αναγνωριστεί αυτή η ικανότητα στον κυπριακό λαό. Θα μου πείτε, αυτό έγινε για λόγους σκοπιμότητας. Για να «ενοχοποιηθεί» η ελληνοκυπριακή πλευρά. Ενδεχομένως. Αυτό έγινε επίσης για να φανεί η υποτιθέμενη διαλλακτικότητα της τουρκοκυπριακής πλευράς και της τουρκικής κυβέρνησης; Ενδεχομένως. Το αποτέλεσμα –ανεξάρτητα από τις αρχικές προθέσεις των εμπνευστών- είναι ότι για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ότι ο τελικός λόγος ανήκει, μέσω μιας δημοψηφισματικής διαδικασίας, στον κυπριακό λαό. Και ο κυπριακός λαός έκανε χρήση αυτής της δικαιοδοσίας και απέρριψε το σχέδιο.

Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε άλλη λύση είναι υποχρεωμένη να διέλθει μέσα από αυτή τη διαδικασία της δημοψηφισματικής κρίσης. Αυτό είναι ένα δεδομένο στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Η κυπριακή κυβέρνηση, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, (γιατί μία είναι η διεθνής οντότητα, η Κυπριακή Δημοκρατία και αυτό είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό κεκτημένο), έχει στα χέρια του, άρα στη φαρέτρα των επιχειρημάτων του, αυτό το στοιχείο.

Αναγνωρίσαμε κακώς την επιδιαιτησία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 2004 στη Νέα Υόρκη; Εγώ θα σας πω ότι ναι. Την αναγνωρίσαμε κακώς την επιδιαιτησία, στο μέτρο που κάθε επιδιαιτησία κρύβει προβλήματα τα οποία στη συνέχεια καλούμαστε να τα αντιμετωπίσουμε με το κύρος ενός κειμένου το οποίο το έχουμε αποδεχθεί από πλευράς διαδικασίας παραγωγής. Όμως τον Φεβρουάριο του 2004 συμφωνήθηκε ταυτόχρονα και η διαδικασία του δημοψηφίσματος. Άρα όλη η συμφωνία ανεξαιρέτως ήταν μία συμφωνία κατά κυριολεξία ad referendum, ήταν μία συμφωνία η οποία ήταν αποδεκτή στο σύνολο της, αλλιώς δεν υφίσταται. Δεν λειτουργεί στο Κυπριακό μία περίεργη θεωρία «αποσπαστών πράξεων», για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του διοικητικού δικαίου; Δεν κρατούν πάντα οι διεθνείς συνομιλητές μας και οι διεθνείς παράγοντες από κάθε σχέδιο και από κάθε φάση αυτό που τους συμφέρει, μία «διολίσθηση», μία παραδοχή; Για πρώτη φορά εξισορροπείται και υπερκαλύπτεται αυτή η πορεία της συνεχούς διολίσθησης με την αναγνώριση της τελικής αρμοδιότητας και της κυριαρχίας του Κυπριακού λαού. Δηλαδή ενός μικρού λαού μέσα στα συμφραζόμενα ενός νέου διεθνούς συστήματος ισχύος που δεν αποδέχεται την έννοια της κυριαρχίας, που ταπεινώνει και εξοντώνει την έννοια της κυριαρχίας, που στο όνομα της «ανθρωπιστικής επέμβασης», της δημοκρατίας, του αγώνα κατά της τρομοκρατίας, του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, εμφανίζει όλα αυτά τα οποία ξέρουμε, από το Κόσσοβο μέχρι το Ιράκ.

Άρα υπάρχει μια εξέλιξη στο Κυπριακό η οποία είναι ίσως θετική όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο. Από την άλλη μεριά ελπίζω κανείς να μην έχει την ψευδαίσθηση ότι το Κυπριακό, όπως έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες πολλές δεκαετίες, θα λυθεί ως ένα νομικό πρόβλημα. Ελπίζω κανείς να μην έχει την ψευδαίσθηση ότι κάποια στιγμή ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα εκδώσει μια απόφαση και θα λυθεί το Κυπριακό. Επίσης, πιστεύω, ότι κανείς δεν έχει την ψευδαίσθηση ότι το Κυπριακό θα μπορούσε να λυθεί ποτέ με μια απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Γενικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Δεν γίνονται αυτά με τόσο απλό τρόπο. Και δεν γίνονται γιατί ταυτόχρονα η Ευρώπη και μαζί με την Ευρώπη η Ελλάδα, και μαζί και η Κυπριακή Δημοκρατία ζούμε με πολύ γρήγορο ρυθμό μια περαιτέρω φάση του Ανατολικού Ζητήματος. Γιατί η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, οι αντιφάσεις αυτής της πορείας και η δεδηλωμένη αμερικανική πολιτική για την υποστήριξη της δυτικής πορείας της Τουρκίας, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να καλείται να αναλάβει ένα πολύ μεγάλο μέρος του οικονομικού και αναπτυξιακού κόστους, είναι μια ακόμη φάση του κλασικού Ανατολικού Ζητήματος. Η Ελλάδα, έχει γεννηθεί ως σύγχρονο ελληνικό κράτος και έχει διαμορφώσει τα σημερινά σύνορά της παρακολουθώντας σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος. Δηλαδή την πορεία διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Άρα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι από την Άνοιξη του 1995, έχουμε κάνει από κοινού, κυπριακός και ελλαδικός ελληνισμός, μια στρατηγική επιλογή: Να συνδέσουμε την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την απελευθέρωση των χρηματοδοτικών πρωτοκόλλων που εκκρεμούσαν στο πλαίσιο της συμφωνίας σύνδεσης Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τουρκίας και έτσι να αποδεχθούμε και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Αυτή η πορεία από το 1995 έως το 2004 απέδωσε την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή συνιστά θεμελιώδη ή πάντως βασικό στοιχείο (ελλείψει άλλου για να είμαστε ειλικρινείς) και της δικής μας, της ελλαδικής πια εθνικής στρατηγικής σε σχέση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο πλαίσιο αυτό πια πρέπει να τα δούμε όλα. Πρέπει να δούμε δηλαδή την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, την καμπύλη των ελληνοτουρκικών σχέσεων και το Κυπριακό, ως «απλό» ζήτημα, ως ζήτημα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, αλλά και ως περίπλοκο ζήτημα συμβίωσης.

Τι εννοώ τώρα ως «περίπλοκο σύστημα συμβίωσης»: Εννοώ ότι και ο συγγραφέας μας ο Α. Θεοφάνους και ο γιατρός μας, ο Β. Λυσσαρίδης ο βαθύτερος γνώστης του κυπριακού προβλήματος και ο πλέον εύλογος εκπρόσωπος της αγωνίας του κυπριακού ελληνισμού. Μας λένε ότι έχουμε την υποχρέωση πράγματι, εφόσον αναγνωρίζεται η κυριαρχία και η τελική αρμοδιότητα του ελληνικού κυπριακού λαού να αποφασίσει για το μέλλον και τους όρους της συμβίωσής του με τους τουρκοκυπρίους, συμπεριλαμβανομένου και του οξυτάτου ζητήματος των εποίκων και χωρίς να ξεχνάμε καθόλου την παρουσία των στρατευμάτων κατοχής, να πούμε πώς φανταζόμαστε τη λύση σε αδρές γραμμές. Αυτό επιχείρησε να κάνει ο Α. Θεοφάνους.

Έχω πει λοιπόν πάρα πολλές φορές και το επαναλαμβάνω και σήμερα ότι εάν καθίσουμε και γράψουμε μόνοι μας το ιδεώδες και ιδανικό σχέδιο λύσης σε γενικές γραμμές (γιατί αυτό γίνεται ακόμη δυσκολότερο, εάν θέλουμε να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες), θα δούμε πόσο δύσκολο, πόσο αντιφατικό, πόσο πολύπλοκο και κατά πάσα πιθανότητα πόσο δυσλειτουργικό θα είναι το σχήμα. Αυτό εάν το γράψουμε μόνοι μας. Και ο Α. Θεοφάνους το γράφει μόνος του. Και τι λέει. Αυτό που λέει είναι σε τελευταία ανάλυση πάρα πολύ απλό, τουλάχιστον όπως το διαβάζω εγώ. Λέει, ας γυρίσουμε, λίγο- πολύ, στο καθεστώς της Ζυρίχης του 1960, ας γυρίσουμε στο Σύνταγμα του 1960, αν γυρίσουμε δηλαδή σε ένα σχήμα το οποίο να είναι δικοινοτικό, χαλαρά διζωνικό, δηλαδή να υπάρχουν εδαφικές περιοχές, αλλά ενιαία οικονομία και βεβαίως να έχουμε και ένα ενιαίο πολιτικό σύστημα, να έχουμε δηλαδή ένα σύστημα το οποίο να μπορεί να νομιμοποιεί ενιαία και ταυτόχρονα τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας οι οποίοι όμως θα ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες. Μα αυτό είναι σε γενικές γραμμές το σχήμα της Ζυρίχης. Αυτό είναι το σχήμα το οποίο οδήγησε στη κρίση του 1963, οδήγησε στους τουρκοκυπριακούς θυλάκους του 1964 και βεβαίως δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία ούτε το πραξικόπημα ούτε η εισβολή. Διότι είχαν δημιουργηθεί και τα στρατιωτικά προγεφυρώματα από το 1964 και κανονικά οποιοσδήποτε στρατιωτικός μελετητής θα έπρεπε να περιμένει την εισβολή με βάση τα στρατιωτικά δεδομένα πάνω στο έδαφος της κυπριακής δημοκρατίας.

Αυτό ουσιαστικά λέει ο Α. Θεοφάνους. Θα την ψήφιζε άραγε τη λύση αυτή ο ελληνικός κυπριακός λαός σε ένα δημοψήφισμα; Εάν δεν την ψήφιζε, πρέπει να σκεφτούμε ότι χρειαζόμαστε μια λύση την οποία θα ψηφίσει ο ελληνικός κυπριακός λαός στο δημοψήφισμα. Και επίσης μια λύση την οποία να μπορεί και η άλλη πλευρά να πειστεί να την αποδεχθεί κατά κάποιο τρόπο. Kαι ο διεθνής παράγων να την αποδεχθεί για να μη επαναληφθεί το σκηνικό της οργανωμένης «αποενοχοποίησης» της Τουρκίας και της οργανωμένης προβολής του προβλήματος της λεγόμενης απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων. Για να μην οδηγηθούμε σε μια ακόμη άδικη και ανιστόρητη «ενοχοποίηση» της ελληνικής κυπριακής πλευράς. Άρα το εγχείρημα είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Και στο μεταξύ η ζωή τρέχει. Η Κυπριακή Κυβέρνηση χειρίζεται με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, ευφυέστατους αλλά πάντως λεπτεπίλεπτους, ζητήματα όπως είναι το Πρωτόκολλο της Άγκυρας, όπως είναι η προοπτική των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, όπως είναι το ζήτημα του κανονισμού για το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα, όπως είναι το ζήτημα των ερευνών για τον τυχόν εντοπισμό και την εξόρυξη πετρελαίου μέσα στα όρια των χωρικών υδάτων ή πάντως της υφαλοκρηπίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτά όλα τρέχουν. Διαμορφώνεται μια πραγματικότητα την οποία όλοι παρακολουθούμε καθημερινά. Παρακολουθούμε την στρατιωτική συνεργασία Κύπρου – Γαλλίας, τον κρίσιμο στρατηγικό ρόλο της Κύπρου σε σχέση με την κρίση στο Λίβανο, το πώς εξελίσσεται ο συσχετισμός δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, όλα αυτά είναι μέσα στο σκηνικό. Αυτά όλα μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε έναν λόγο πρωτοβουλίας; Να πούμε δηλαδή ότι το περίγραμμα της δικής μας πρότασης είναι αυτό ή είναι το άλλο; Θα μου επιτρέψετε να πω ότι η απάντηση δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολη. Διότι εμείς πρέπει να διαφυλάξουμε και να σεβαστούμε την κυριαρχία του ελληνικού κυπριακού λαού. Εγώ την σέβομαι απολύτως. Σέβομαι την αρμοδιότητά του να επιλέγει την πολιτική ηγεσία που θέλει, σέβομαι την αρμοδιότητα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και της εκάστοτε κυπριακής κυβέρνησης να εκφράζει διεθνώς μόνον αυτή με φερεγγυότητα την διεθνή νομική προσωπικότητα και υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και υποκλίνομαι προ της αρμοδιότητας του κυπριακού λαού να εγκρίνει ή να απορρίψει την τελική λύση. Αλλά η τελική λύση χρειάζεται μια αρχική πρόταση.

 


*Η παρουσίαση του βιβλίου του Α.Θεοφάνους «Η Κύπρος, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα διακυβευόμενα συμφέροντα. Η Ένταξη και η Λύση» πραγματοποιήθηκε στον ΙΑΝΟ. Μετείχαν επίσης ο Β. Λυσσαρίδης, ο Γιώργος Γεωργής, ο Παναγιώτης Ήφαιστος και ο συγγραφέας. Συντόνιζε ο δημοσιογράφος Στ. Λυγερός.