8 Φεβρουαρίου 2007


«Και όμως υπάρχει και λύση και μέλλον για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο»


Από τότε που κυκλοφόρησε ο τόμος (ένας από τους καλύτερους συλλογικούς τόμους για το πανεπιστημιακό πρόβλημα και την προοπτική της μεταρρύθμισής του δημόσιου πανεπιστημίου που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια) μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει ίσως και ριζικά τα δεδομένα.

Η απόφαση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να αποχωρήσει από τη διαδικασία αναθεώρησης είναι ένα καταλυτικό γεγονός, που θωρακίζει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος και αποτρέπει την εν λευκώ εξουσιοδότηση προς την επόμενη Βουλή και την οποιαδήποτε απλή πλειοψηφία (που εμείς θέλουμε να είναι και πιστεύουμε ότι θα είναι πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ), να διαμορφώσει κατά το δοκούν, χωρίς περιορισμούς και χωρίς την ανάγκη συναίνεσης, το περιεχόμενο μιας κρίσιμης συνταγματικής διάταξης, όπως είναι αυτή του άρθρου 16.

Είναι εγγενές ελάττωμα της αναθεωρητικής διαδικασίας το γεγονός ότι χωρίς να έχουν επιτευχθεί ρητές, κατηγορηματικές και εγγυημένες πολιτικές συμφωνίες, μπορεί να διαπιστώνεται η ανάγκη αναθεώρησης μίας διάταξης με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών και η επόμενη Βουλή να επιλαμβάνεται και να διαμορφώνει το συνταγματικό κείμενο με την συνήθη πλειοψηφία των 151 βουλευτών. Αυτή την εγγενή αδυναμία την εντοπίσαμε για πρώτη φορά με τόση ενάργεια με αφορμή το άρθρο 16, γιατί στο παρελθόν ποτέ άλλοτε δεν είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με ένα παρόμοιο πρόβλημα συμφωνίας γενικά επί της ανάγκης αναθεώρησης, αλλά ριζικής διαφωνίας ή έστω αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης.

Το γεγονός λοιπόν ότι τώρα θωρακίζεται το άρθρο 16 και άρα διασφαλίζονται οι συνταγματικές εγγυήσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης  και ειδικότερα του δημοσίου πανεπιστημίου, πιστεύω ότι είναι ένα γεγονός που μπορεί να εκτονώσει την κατάσταση και μπορεί να επιτρέψει έναν ψυχραιμότερο, βαθύτερο και ορθολογικότερο διάλογο γύρω από το μέλλον του ελληνικού πανεπιστημίου.

Είχαμε όμως και άλλες εξελίξεις στο διάστημα που μεσολάβησε και από το διήμερο συμπόσιο  που αποτυπώνεται στον τόμο και από την κυκλοφορία του τόμου. Εντάθηκε η συστηματική επικοινωνιακή απαξίωση του δημοσίου πανεπιστημίου:

Στη συνείδηση της κοινής γνώμης το πανεπιστήμιο έχει συκοφαντηθεί μέχρι βαθμού εξόντωσης, με κύριο μέσο το ζήτημα του ασύλου και με δευτερεύον και επικουρικό μέσο τις καταλήψεις αλλά και τις διαφωνίες στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής κοινότητας και κυρίως του σώματος των διδασκόντων. Όλα αυτά πιστεύω ότι τροφοδοτούνται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίον η Κυβέρνηση χειρίζεται επί μήνες τώρα το ζήτημα αυτό.

Υπάρχει επίσης ακόμη μεγαλύτερη  σύγχυση ως προς την σύνδεση που υπάρχει ή που δεν υπάρχει ανάμεσα στην αναθεώρηση του άρθρου 16 και την μεταρρύθμιση και την αναβάθμιση του ελληνικού δημοσίου πανεπιστημίου. Το ίδιο ισχύει και ως προς τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη δυνατότητα δημιουργίας μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών, κοινωφελών πανεπιστημίων εντεταγμένων στο ίδιο σύστημα ρυθμίσεων με τα δημόσια πανεπιστήμια και τα δύο μείζονα προβλήματα που απασχολούν μεγάλο αριθμό οικογενειών που είναι η φοιτητική μετανάστευση και η ανεξέλεγκτη λειτουργία των λεγομένων "κολεγίων". Δηλαδή ουσιαστικά η ανεξέλεγκτη αξιοποίηση των συμβάσεων δικαιόχρησης στον χώρο της παροχής υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Αυτά τα νέα δεδομένα πιστεύω ότι διαμορφώνουν νέα συμφραζόμενα μέσα στα οποία πρέπει να κινηθούμε. Για να κινηθούμε όμως χρειαζόμαστε συλλογικά υποκείμενα και αυτή η γενικευμένη κρίση της πανεπιστημιακής κοινότητας την οποία παρακολουθούμε μας οδηγεί στην οδυνηρή διαπίστωση ότι απουσιάζει το βασικό υποκείμενο της αλλαγής στο πανεπιστήμιο, που είναι η ίδια η ακαδημαϊκή κοινότητα:

Οι καταλήψεις έχουν προκαλέσει έντονο εσωτερικό προβληματισμό και σύγκρουση στο φοιτητικό σώμα. Ο τρόπος λειτουργίας της Συνόδου των Πρυτάνεων δεν ενισχύει την αξιοπιστία του πρυτανικού θεσμού. Η διάσταση ανάμεσα στην ΠΟΣΔΕΠ επίσημο συνδικαλιστικό εκπρόσωπο των  μελών ΔΕΠ, και τις πολλές θεμιτές αλλά άτυπες πρωτοβουλίες εκπροσώπησης του σώματος των διδασκόντων, νομίζω ότι έχει δημιουργήσει μια καχυποψία ως προς το ποιος εκφράζει ποιον και ποιος είναι ο πιο φερέγγυος εκφραστής της βαθύτερης βούλησης της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Όλα αυτά νομίζω ότι εντέλει συρρέουν στην κοίτη της συκοφάντησης του δημοσίου πανεπιστημίου, το οποίο εμφανίζεται να είναι αμήχανο, αμυντικό, φοβικό, ενώ το πανεπιστήμιο είναι  εξορισμού, καταστατικά, ο πιο δυναμικός, ο πιο ακαταπόνητος και ο πιο ριζοσπαστικός μηχανισμός αλλαγών.
Γιατί το πανεπιστήμιο και ως προστατευτικό κέλυφος της προοδευτικής σκέψης και ως ίδρυμα της νεωτερικότητας και των αενάως διαφωτιστικών προσεγγίσεων και ως ιδεολογικός μηχανισμός και ως μηχανισμός κοινωνικού καταμερισμού, είναι ένα υποκείμενο σε διαρκή εξέλιξη και δεν μπορεί να εμφανίζεται σε καμία περίπτωση και να συκοφαντείται ως αμυντικό, ακίνητο και φοβικό.

Κι όμως αυτό έχει δημιουργηθεί ως εικόνα. Αυτό πιστεύω ότι τροφοδοτείται ενσυνειδήτως και συστηματικά από τη στάση της Κυβέρνησης, η οποία εμμένει σε ορισμένες "θεωρητικές" συλλήψεις, αρχής γενομένης από τη «θεωρία» της συνταγματικής πανάκειας. Η «θεωρία» αυτή λέει ότι για την κατάσταση φταίει το Σύνταγμα και για την αλλαγή στο πανεπιστήμιο χρειάζεται αλλαγή στο Σύνταγμα.

Πρόκειται για μία ψευδή θεωρία. Δεν φταίει το Σύνταγμα για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί τα τριάντα τελευταία χρόνια που είναι συγκριτικά καλύτερα από τα τριάντα προηγούμενα και τα τριάντα προπροηγούμενα και εν πάση περιπτώσει όλες οι αλλαγές μπορούσαν και μπορούν να γίνουν αμέσως με κοινούς νόμους  χωρίς να προηγηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος.  Άρα είναι θα έλεγα υπονομευτική της αλήθειας η θεωρία της συνταγματικής πανάκειας.

Στη συνέχεια έχουμε τη «θεωρία»  σύμφωνα με την οποία τα πάντα εξαρτώνται από έναν καλό εκτελεστικό νόμο. Μα όλοι οι νόμοι του κράτους είναι σε τελική ανάλυση εκτελεστικοί του Συντάγματος, είναι τέτοια η επεκτατικότητα του Συντάγματος και τόσο διαδεδομένο το φαινόμενο της άμεσης αναγωγής στο Σύνταγμα ώστε είναι σπάνιο το ενδεχόμενο να βρεις έναν κοινό νόμο που να μην είναι και εκτελεστικός του Συντάγματος. Ο νόμος-πλαίσιο του 1982είναι εκτελεστικός του Συντάγματος, το νομοσχέδιο που κυοφορεί η κυρία Γιαννάκου είναι εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος, όλοι είναι νόμοι εκτελεστικοί του Συντάγματος, κοινοί νόμοι, προϊόντα της συνήθους πλειοψηφίας. Ψηφίζονται και τροποποιούνται με μεγάλη ευκολία. Τι σημαίνει λοιπόν η «θεωρία» του καλού εκτελεστικού νόμου; Θα υπάρχει π.χ. η λέξη "κοινωφελές" στο άρθρο 16; Θα υπάρχει η πρόβλεψη της ένταξης σε ενιαίο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από την εισαγωγή έως την αποφοίτηση και από την κοινωνική λογοδοσία έως την ακαδημαϊκή αξιολόγηση; Όχι απλώς μια λέξη, ακόμη και ένα σημείο στίξης, μία διαφορετική παραγραφοποίηση του κειμένου του Συντάγματος οδηγεί σε διαφορετικά κανονιστικά αποτελέσματα.

Και η τρίτη «θεωρία» είναι αυτή της ηττοπαθούς και παραιτημένης παρακολούθησης του φαινομένου των συμβάσεων δικαιόχρησης σε σχέση με την παρουσία των κολεγίων ή των πανεπιστημίων άλλων κρατών-μελών ή τρίτων κρατών όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, στην ελληνική και γενικότερα την ευρωπαϊκή εκπαιδευτική αγορά.

Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι εγκλωβιζόμαστε και πάλι σε μία συμβατική προσέγγιση βασισμένη στην αρχή της ομοιομορφίας, στην αντίληψη της ενιαίας νομοθετικής αντιμετώπισης όλων των πανεπιστημίων μικρών και μεγάλων, παλαιών και καινούριων, όλων των σχολών κι όλων των τμημάτων.
Ωσάν να μπορεί η Ιατρική Σχολή της Αθήνας  να υπαχθεί σε ίδια ρύθμιση με το Τμήμα Βιομηχανικού Σχεδίου του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Σύρο ή σαν να μπορεί το Τμήμα Θεάτρου του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  να υπαχθεί στην ίδια ρύθμιση με το Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου της Θράκης.  Μιλάμε για πράγματα τα οποία είναι ανέφικτα και για πράγματα τα οποία νομίζω ότι τα είχαμε αντιμετωπίσει το 1982 με έναν τρόπο που πρέπει κάποια στιγμή να τον πούμε ευθέως. Και χαίρομαι γιατί εδώ αποκαλύπτεται και μία άλλη ξεχασμένη σύμπτωση, ότι ανάμεσα στα δύο γνωστά ονόματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1982, δηλαδή στο όνομα του Γιάννη Πανούση και του Διονύση Κλάδη (που είναι και Επιμελητές του τόμου μαζί με τον Ξενοφώντα Κοντιάδη) πρέπει να σας πω ότι υπήρχε και το δικό μου όνομα. Έχω ζήσει εξίσου έντονα την εμπειρία αυτή και μπορώ να μαρτυρήσω, όπως και ο Δημήτρης Ρόκκος όπως και ο καθηγητής Γιώργος Λιάνης, ο υφυπουργός της περιόδου εκείνης, ότι υπήρχε μία δεδηλωμένη πολιτική σύλληψη το 1982.

Το 1982 ο προοδευτικός πολιτικός συσχετισμός με τη δύναμη του νόμου θέλησε να μεταβάλλει τον συντηρητικό ακαδημαϊκό συσχετισμό του παραδοσιακού πανεπιστημίου των τακτικών καθηγητών. Και έτσι επέβαλε το πανεπιστήμιο των ομάδων. Τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι πολιτικοί συσχετισμοί προκειμένου να γίνει η νέου τύπου μεταρρύθμιση του εικοστού πρώτου αιώνα στο πανεπιστήμιο. Τώρα πρέπει να διαμορφωθούν οι πανεπιστημιακοί συσχετισμοί.

Γι΄ αυτό πιστεύω ότι πρέπει να δημιουργηθούν νέες σχέσεις εμπιστοσύνης και νέες σχέσεις αυτοεκτίμησης. Δηλαδή πρέπει να συγκροτηθεί το ακαδημαϊκό υποκείμενο και για να συγκροτηθεί το πανεπιστημιακό υποκείμενο πρέπει να τεθεί προ των ευθυνών του και για να γίνει αυτό πρέπει η Πολιτεία να αναλάβει μία και μόνη πρωτοβουλία: την ψήφιση μιας λιτής, λακωνικής διάταξης που θα διασφαλίζει την πλήρη χειραφέτηση των πανεπιστημίων, θα διασφαλίζει την αυτονόμησή τους, τη μέγιστη δυνατή κανονιστική τους αρμοδιότητα, θα σέβεται την αρχή της πολυτυπίας και θα δίνει τη δυνατότητα και τη δύναμη σε κάθε πανεπιστήμιο να γίνει ο φορέας των αλλαγών που το αφορούν.

Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε διαφορετικούς ρυθμούς, διαφορετικά αποτελέσματα, διαφορετικές αντιδράσεις. Αλλά θα έχουμε κάτι. Και κυρίως θα έχουμε ένα forum διαλόγου και συμφωνίας που πρέπει να είναι η ίδια η πανεπιστημιακή κοινότητα. Βέβαια μια πανεπιστημιακή κοινότητα που ξεπερνά τους φραγμούς της υποαντιπροσώπευσης, γιατί εγώ πιστεύω ότι όπως όλες οι εκδοχές της ελληνικής κοινωνίας, έτσι και η πανεπιστημιακή κοινότητα υποαντιπροσωπεύεται πολιτικά.

Έχουμε υποαντιπροσώπευση των φοιτητών και υποαντιπροσώπευση των διδασκόντων και πρέπει να διασφαλιστούν μέσα από την άμεση, αυτοπρόσωπη συμμετοχή στις διαδικασίες εκλογής όλων των πανεπιστημιακών οργάνων οι προϋποθέσεις πλήρους και αυθεντικής εκπροσώπησης όλων των πανεπιστημιακών ομάδων και ιδίως των δύο βασικών ομάδων που είναι οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι.

Και αφού γίνει αυτό νομίζω ότι το Υπουργείο Παιδείας  πρέπει να στραφεί σε αυτά για τα οποία έχει την κύρια ευθύνη: σε αυτά που αφορούν το υπόλοιπο εκπαιδευτικό μας σύστημα,  τις υποδομές, το νέο λύκειο, τη διαμόρφωση ενός νέου τύπου εξετάσεων.

Και βεβαίως στη διασφάλιση της δυνατότητας των πανεπιστημίων όχι απλώς να αξιοποιούν την κρατική χρηματοδότηση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά να την αξιοποιούν μέσα στα συμφραζόμενα της συνολικής κρατικής χρηματοδότησης του εκπαιδευτικού συστήματος. Γατί η συνολική χρηματοδότηση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι δραματικά κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Και επίσης εάν λάβουμε υπόψη τη χρηματοδότηση της έρευνας, τα κονδύλια για έρευνα και ανάπτυξη, τότε η υποχρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αθροιζομένων και των κονδυλίων της έρευνας είναι σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, διότι δεν υπάρχουν και οι δυνατότητες να παρακινηθεί ο ιδιωτικός τομέας να συνεισφέρει  μέσα στο πλαίσιο και με τις εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Αν λοιπόν κάνουμε στατιστικές προσεγγίσεις οι οποίες δε λαμβάνουν υπόψη όλα αυτά τα δεδομένα, τότε δημιουργούμε μια εικόνα αλλοιωμένη για την πραγματικότητα του πανεπιστημίου. Και δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες, δυνατότητες υπάρχουν άπειρες. Κάθε πανεπιστήμιο που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έχει προσαρτημένη μια ανώνυμη εταιρεία αξιοποίησης της περιουσίας του με τεράστια ευελιξία, έργο της νομοθεσίας του 1982. Οι Επιτροπές Ερευνών έχουν επίσης  τεράστια ευελιξία.

Ούτε το πρόβλημα είναι ο προληπτικός έλεγχος, δε χρειάζεται να πηγαίνουν κατηγορούμενοι οι Πρυτάνεις στη συνέχεια. Και προληπτικός έλεγχος μπορεί να υπάρχει και ορκωτός λογιστής διαρκώς πρέπει να υπάρχει, όλες οι εγγυήσεις διαφάνειας που υπάρχουν και στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να υπάρχουν. Εδώ υπάρχουν ελεγκτικές εταιρείες που αίρουν την εμπιστοσύνη τους και καταρρέει μία ιδιωτική εταιρεία, επειδή η Ernst and Young, ας πούμε, ήρε το πιστοποιητικό του ορκωτού λογιστή.

Να υπάρχουν όλα αυτά, να υπάρχουν οι εγγυήσεις διαφάνειας, δε με πειράζουν αυτά, αυτό που με πειράζει είναι να μην συγκροτείται το υποκείμενο των αλλαγών. Και νομίζω ότι πρέπει η πανεπιστημιακή κοινότητα, η κοινωνία των πολιτών, η πολιτική κοινωνία να στοχεύσουν σε αυτά τα δύο-τρία πολύ μεγάλα θέματα, αρχής γενομένης από την πρόκληση προς την πανεπιστημιακή κοινότητα να ανασυγκροτηθεί, να λειτουργήσει και να πάρει στα χέρια της την ευθύνη των αλλαγών ή την ευθύνη των «μη αλλαγών» με επιπτώσεις πρακτικές στην αγορά εργασίας, στην ποιότητα των διπλωμάτων και στο κύρος των πανεπιστημίων.

Πιστεύω λοιπόν ότι έχει διαμορφωθεί τώρα μία κατάσταση που πρέπει να εκτονωθεί και χρειάζεται πρωτοβουλίες εκτόνωσης. Και πιστεύω ότι η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως την Κυβέρνηση, στη συνέχεια βαραίνει το πανεπιστήμιο και την πανεπιστημιακή κοινότητα. Η ευθύνη βαραίνει όμως και τα κόμματα που πρέπει να αντιμετωπίζουν το πανεπιστήμιο μόνον πολιτικά και ιδεολογικά και όχι οργανωτικά με επίδειξη παραταξιακών πατριωτισμών στις διαδικασίες εκλογής των οργάνων και στις γενικές συνελεύσεις διδασκόντων και διδασκομένων.

Και βεβαίως χρειάζεται να αντιληφθεί η ελληνική κοινωνία ότι πρέπει να έχει μια πιο ισορροπημένη σχέση με το πανεπιστήμιο, γιατί η σχέση της είναι αντιφατική, το πανεπιστήμιο είναι πάντα αυτό που αποζητά κι αυτό που κατακρίνει. Και αυτή η σχέση της ελληνικής κοινωνίας με το πανεπιστήμιο -όπως έχει αποδείξει ήδη από την διδακτορική του διατριβή ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς- είναι μία γενετική, μία καταστατική σχέση της ελληνικής κοινωνίας όχι με το πανεπιστήμιο αλλά με τον εαυτό της, δηλαδή με την συλλογική της συνείδηση και με την συλλογική της επιδίωξη και με την συλλογική της φυσιογνωμία.

Και δεν πρέπει να μας ξενίζει αυτό,  είναι κάτι με το οποίο έχουμε επιζήσει επί σχεδόν δύο αιώνες και νομίζω ότι μπορούμε να πορευθούμε και σε μια εποχή προκλήσεων, όπως είναι η εποχή της μετανεωτερικότητας και της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Άρα πιστεύω ότι όλα τα έχουμε συζητήσει, όλα τα έχουμε πει, λείπει η ικανότητα ανάληψης πολιτικών πρωτοβουλιών εκ μέρους της κυβέρνησης και η ικανότητα σύνθεσης στο επίπεδο της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Δεν είναι για μένα νοητό και αποδεκτό ο δημοσιογραφικός λόγος ή ο απλός πολιτικός-κομματικός λόγος να είναι πιο συγκροτημένος, πιο συστηματικός και πιο συγκεκριμένος από τον πανεπιστημιακό λόγο. Εγώ ως πανεπιστημιακός δάσκαλος δεν το ανέχομαι αυτό, θέλω μεγαλύτερη σαφήνεια, μεγαλύτερο δυναμισμό, πιο ριζοσπαστική αλλά και πιο συγκεκριμένη διατύπωση του πανεπιστημιακού λόγου και αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το μέγα ζητούμενο.

 


* Η παρουσίαση του συλλογικού τόμου: Δ. Κλάδης / Ξ. Κοντιάδης / Γ. Πανούσης (επιμ.), «Η μεταρρύθμιση του Ελληνικού Πανεπιστημίου», εκδόσεις  Παπαζήση | Ευρωπαϊκό Κέντρο Συνταγματικού Δικαίου – ΄Ιδρυμα Θ. και Δ. Τσάτσου 2007 , πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ.