10 Μαΐου 2007, Λευκωσία

Προσυπογράφω με πολύ μεγάλη χαρά όλα όσα είπε ο αγαπητός μου φίλος  Δημήτρης Αβραμόπουλος για τις αρετές του βιβλίου και του συγγραφέα. Άλλωστε τους πρωταγωνιστές των σελίδων του βιβλίου τους είδαμε λίγο πολύ όλους στο φιλμ που προβλήθηκε πίσω από τις τυπικές διπλωματικές σκηνές που παρακολουθήσαμε κρύβεται η αγωνία, η προσπάθεια , η λεπτή ισορροπία , η επιμονή που απαιτείται προκειμένου να επιτευχθεί ένας μεγάλος στόχος όπως η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συγκινήθηκα δε – όπως και εσείς όλες και όλοι – βλέποντας στις σκηνές αυτές την αγαπημένη φυσιογνωμία του Γιάννου Κρανιδιώτη με τον οποίον με συνδέουν και μένα πολλές κοινές εμπειρίες, πολλοί κοινοί αγώνες και νοιώθω  με όλο τον ελληνισμό ότι μας λείπει, ότι ο άδικος και αδόκητος χαμός του μας στέρησε από έναν  πολύ σημαντικό συνομιλητή και συνεργάτη και συνέκδημο σε αυτή την πορεία της Κύπρου προς το μέλλον της.

Με τον Γιαννάκη Κασουλίδη - για να προσθέσω ένα στοιχείο μαρτυρίας στα όσα λέω – μας συνδέει η κοινή μας εμπειρία της περιόδου 1993 – 1995 όταν κατείχαμε την θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου εκείνος εδώ στην Κυπριακή Δημοκρατία και εγώ στην  Ελλάδα. Η περίοδος αυτή η διετία του 1993 – 1995 βρίσκεται στην μήτρα του βιβλίου γιατί τότε ελήφθησαν  οι πιο σημαντικές αποφάσεις που σφράγισαν την πορεία της Κύπρου προς την ένταξη.

Έγιναν δε οι πιο λεπτοί ίσως χειρισμοί που έθεσαν το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Θέλω απλά να σας θυμίσω ότι τότε ανέλαβε  μια νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, να διαμορφώσει τα συμφραζόμενα της συνεργασίας της με τον Πρόεδρο Κληρίδη και την κυβέρνησή του έπρεπε να προωθήσουμε την αίτηση ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση που είχε με καθυστέρηση υποβληθεί, θυμάμαι δε – με πάρα πολύ μεγάλη συγκίνηση – την πρώτη μεγάλη κοινή μας πρωτοβουλία με τον Γιαννάκη Κασουλίδη - να θεσμοθετήσουμε την συνεργασία των γραφείων τύπου στις πρεσβείες και στις άλλες διπλωματικές αντιπροσωπείες τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου, τις πρώτες κοινές συναντήσεις των προϊσταμένων των γραφείων τύπου και την εγκαθίδρυση μιας στενής καθημερινής συνεργασίας όχι μόνο ανάμεσα στα Υπουργεία Εξωτερικών αλλά και τις υπηρεσίες τύπου των δύο χωρών που παίζουν καταλυτικό ρόλο. Μιλώ επίσης με συγκίνηση για ένα περιστατικό που σίγουρα έχει μείνει χαραγμένο και στη μνήμη του Γιαννάκη, την πρώτη συνάντηση κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κυπριακής Δημοκρατίας στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Συνόδου Κορυφής της Κέρκυρας, στις αρχές του Καλοκαιριού του 1994, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον Ζακ Ντελόρ, τον Κάρολο Παπούλια , με τον Θεόδωρο Πάγκαλο, με τον Γιάννο Κρανιδιώτη και με εμένα, υποδεχθήκαμε την Αντιπροσωπεία της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τον Πρόεδρο Κληρίδη με την συμμετοχή και του Γιαννάκη Κασουλίδη.

Τα κρίσιμα περιστατικά που αναλύει ο Γιαννάκης στο βιβλίο του για τον Μάρτιο του 1995, θέλω και εγώ να τονίσω ότι είναι αυτά που ουσιαστικά συνέδεσαν την  εθνική μας στρατηγική, όπως αυτή εφαρμόζεται με δυσκολίες και προβλήματα βεβαίως, έως σήμερα. Γιατί την Άνοιξη του 1995 - και αυτή ήταν μια από τις τελευταίες μεγάλες πρωτοβουλίες της ύστερης κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου -  αποφασίστηκε ρητά με πλήρη αυτοσυνειδησία ότι η Ελλάδα διευκολύνει και προωθεί την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, απελευθερώνει εν μέρει τα χρηματοδοτικά πρωτόκολλα, συναινεί στη σύναψη της τελωνειακής ένωσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με αντάλλαγμα την έναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας έξη μήνες μετά το τέλος της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996 που οδήγησε το 1997 στην σύναψη, την κύρωση, την επικύρωση και την εφαρμογή της Συνθήκης του Αμστερνταμ που σηματοδότησε και την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ομάδα των υποψηφίων χωρών και αυτή η ομαδική αντιμετώπιση των υποψήφιων προς ένταξη χωρών, προστάτεψε την ενταξιακή πορεία της Κύπρου και διευκόλυνε την επιτυχή ολοκλήρωση όλης αυτής της λεπτής και πολύπλοκης διαδικασίας. Θέλω να προσθέσω εδώ για το αρχείο και τη μνήμη του Γιαννάκη Κασουλίδη μια πτυχή που ανήκει στα παρασκήνια της υπόθεσης.

Το 1995 ανάμεσα στο Συμβούλιο Υπουργών Γενικών Υποθέσεων στο οποίο η Ελλάδα είχε συναινέσει στην πορεία της Τουρκίας και την Σύνοδο της Επιτροπής των Μονίμων Αντιπροσώπων του Κορεπέρ που διατύπωσε το ολοκληρωμένο και βελτιωμένο κείμενο με την συμμετοχή του πρώτου μονίμου αντιπροσώπου μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πρέσβη προηγουμένως της Ελλάδας στη Λευκωσία του Παύλου Αποστολίδη, είχαμε εντολή του Ανδρέα Παπανδρέου να επισκεφθεί την γαλλική Προεδρία στο Παρίσι προκειμένου να διαπραγματευτώ μαζί της επαναδιατύπωση, σύμφωνα με τις ελληνικές προτιμήσεις και προδιαγραφές της κρίσιμης παραγράφου στην απόφαση συμπεράσματα του Συμβουλίου Υπουργών Γενικών Υποθέσεων που αποτέλεσαν και την πολιτική βάση της ένταξης τελικά της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η μόνη απτή, συγκεκριμένη και με κρίσιμη μεταβολή στον διπλωματικό συσχετισμό δυνάμεων που τόσο δυσμενή για την Κύπρο, την Ελλάδα και τον Ελληνισμό από το 1974 από την σαρωτική εισβολή δηλαδή της Τουρκίας και την έναρξη της κατοχής στο βόρειο τμήμα του νησιού μέχρι σήμερα. Και αυτό δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Γιατί η Κύπρος απέκτησε μια θωράκιση πολιτική, θεσμική, διπλωματική, απέκτησε ένα πολύ σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα μετέχοντας φυσικά σε ένα χώρο, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, που δεν είναι μονοδιάστατο, δεν είναι απλό, δεν είναι καλόπιστο, δεν είναι δεδομένο, δεν διέπεται από νομικούς κανόνες που ισχύουν σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου, ένας μηχανισμός πολύπλοκος, σκληρός, είναι ένα αναπεπταμένο πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης, κάθε χώρα πρέπει να έχει αίσθηση του μεγέθους της αλλά και αίσθηση των δυνατοτήτων της, πρέπει να έχει ικανότητα σύμπτυξης συμμαχιών, πρέπει να εκμεταλλεύεται τα διάκενα των διαδικασιών της κοινοτικής έννομης τάξης, των εσωτερικών κύκλων και όλων των κυβερνητικών αλλαγών σε κάθε μια από τις χώρες – μέλη. Πρέπει επίσης να έχει πλήρη συνείδηση ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος πολιτικός κύκλος, δημοκρατικός στην Ευρωπαϊκή Ένωση  αλλά η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αιχμάλωτη των αναγκαστικά ετεροχρονισμένων και συγκρουόμενων πολιτικών και εκλογικών κύκλων σε είκοσι επτά τώρα κράτη – μέλη με όλα όσα αυτό συνεπάγεται για τον ενδοκοινοτικό συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται γνώση, χρειάζεται ικανότητα, χρειάζεται να διαβάζει κανείς προσεκτικά τις εμπειρίες που καταγράφει ανά χώρα και ανά πρόβλημα ο Γιαννάκης Κασουλίδης στο βιβλίο του προκειμένου να κάνει το καλύτερο για την Κύπρο, το καλύτερο για την Ελλάδα, όχι με μια στενά ελληνική αντίληψη για τα πράγματα αλλά με λόγο, πρόταση και διάθεση ανάληψης πρωτοβουλιών και για τα μεγάλα ευρωπαϊκά προβλήματα, όπως είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το πολιτικό και αναπτυξιακό πολλές φορές έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη σύγκρουση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, η μεγάλη υπόθεση του ευρωπαϊκού Συντάγματος, η μεγάλη υπόθεση της περαιτέρω  διεύρυνσης και της δεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ικανότητας απορρόφησης όπως λέγεται της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κάτι τέτοιο κ.ο.κ.

Αφ εις στιγμής  όμως η Κύπρος η Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε αυτή την πανηγυρική, θεσμική και πολιτική επιβεβαίωση της διεθνοπολιτικής οντότητας της μιας και μοναδικής διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας μετέχοντας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάθε λόγο να προωθεί την εισδοχή της στον σκληρό πυρήνα της Ένωσης αυτής. Δηλαδή έχει κάθε λόγο να ενταχθεί και στην οικονομική και νομισματική ένωση και στην ζώνη του Ευρώ. Γιατί έτσι όχι μόνο αναδεικνύει τα άρτια δημοσιονομικά της δεδομένα, συχνά αξιοζήλευτα αν συνδυάζονται και με ένα κοινωνικό κράτος που λειτουργεί πλήρως και παροχικά και αναδιανεμητικά αλλά έχει την δυνατότητα να ενισχύσει και τα πολιτικά της πλεονεκτήματα. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι τώρα κάνοντας εκ των υστέρων μια αναδρομική αξιολόγηση αυτής της πορείας, βλέπουμε πόσο πολύπλοκη ήταν η παράλληλη διαδικασία των συζητήσεων γύρω από το σχέδιο Ανάν τότε και των συζητήσεων για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βεβαίως είναι κάθε φορά διαφορετικό πράγμα η συζήτηση γύρω από μια πρωτοβουλία, ένα σχέδιο, μια ιδέα από την αποδοχή της ή μη.

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθούμε τώρα μετά από μερικά χρόνια, ότι η κρίσιμη στιγμή ήταν πράγματι η στιγμή της Κοπεγχάγης με την οποία αρχίζει την αφήγησή του ο Γιαννάκης Κασουλίδης. Όταν η ενδόμυχη στρατηγική του Ελληνισμού ήταν ένταξη χωρίς λύση προκειμένου μετά την ένταξη να διαμορφώσουμε τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις λόγω της ένταξης και λόγω του κοινοτικού κεκτημένου για μια λύση ειρηνική, ευρωπαϊκή, δίκαιη, βιώσιμη, στο πλαίσιο των προδιαγραφών του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Τότε το δόγμα ένταξη – σύγκλιση είχε πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Ήταν μια στρατηγική θεώρηση. Όμως δεν ισχύει και το ίδιο για το δόγμα ένταξη ως λύση. Γιατί δυστυχώς για την Ευρώπη και για το επίπεδο του ευρωπαϊκού κοινωνικού και πολιτικού πολιτισμού δεν λειτουργούν τα πράγματα αυτονόητα. Θα έπρεπε κανονικά η ένταξη να είναι η λύση. Αλλά δυστυχώς δεν είναι. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τόσο διαφανής και τόσο απλή και το τόσο δεδομένη στις διαδικασίες και τις αντιλήψεις της. Και  γι αυτό πρέπει να αγωνιστούμε για μια λύση με όλα αυτά τα προσόντα που περιγράφουμε και αποδεχόμαστε ως Ελληνισμός με δεδομένη βεβαίως τώρα την ένταξη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με το καλό στην ΟΝΕ και στη ζώνη του Ευρώ.

Η εθνική μας όμως στρατηγική, μια στρατηγική που έχει γίνει ευρύτατα αποδεκτή από το σύνολο θα έλεγα των πολιτικών δυνάμεων και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, είναι προφανές ότι εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από εξωγενείς και μη ελεγχόμενους από εμάς παράγοντες. Η ανάδειξη του νέου Προέδρου της γαλλικής Δημοκρατίας του Νικολά Σαρκοζί με δεδομένη τη θέση του σε σχέση με τον μη ευρωπαϊκό χαρακτήρα της Τουρκίας, με δεδομένη την θέση του πως η Τουρκία πρέπει να βρει τη θέση της σε μια μεσογειακή κοινότητα συνεργαζόμενη με την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά όχι σε αυτήν καθεαυτήν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εκλογή λοιπόν του Νικολά Σαρκοζί σε συνδυασμό με τις γνωστές, κρίσιμες και οριακές θεσμικοπολιτικές εντάσεις που αυτή τη στιγμή διαδραματίζονται στην Τουρκία, μας δείχνουν τα όρια και του δικού μας πλαισίου αναφοράς. Διότι η σκέψη πως η ευθύγραμμη ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας θα λειτουργεί πάντα ως μοχλός πίεσης προκειμένου να έχουμε τον ευνοϊκότερο δυνατό συσχετισμό, όπως μια λύση του Κυπριακού και τις θετικότερες δυνατές εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ιδίως ως προς το Αιγαίο, αντιλαμβάνεστε ότι δεν λειτουργεί έτσι απλά.

Πρέπει να συνεκτιμούμε όλους τους εξωγενείς και μη ελεγχόμενους από εμάς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τον πυρήνα των στρατηγικών μας αντιλήψεων. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να το συνδυάσουμε με μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη που συνδέεται με όσα αφηγείται με ενάργεια και με υψηλή διπλωματικότητα μετά από την εμπειρία του υπουργείου Εξωτερικών ο Γιαννάκης Κασουλίδης, το κεκτημένο που έχει μείνει όχι από το Σχέδιο Ανάν αλλά από την διαδικασία του που έχει αλλάξει πια όχι τη φάση αλλά τη φύση του κυπριακού προβλήματος όπως είχα την ευκαιρία να πως σε μιαν άλλη ανάλογη εκδήλωση πριν από μερικούς μήνες. Διότι  μπορεί για άλλους λόγους να έγινε αποδεκτή η διαδικασία του δημοψηφίσματος και τελείως αντίστροφους αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι τελικά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης του νέου συστήματος διεθνούς ισχύος, στην εποχή της «ανθρωπιστικής» επέμβασης, στην εποχή της αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας, ένας μικρός λαός όπως ο Κυπριακός, βλέπει να αναγνωρίζεται η τελική του αρμοδιότητα, η συντακτική του εξουσία, η κυριαρχία του. Του ανατίθεται η ευθύνη της τελικής λέξης μέσω δημοψηφίσματος. Αυτό σημαίνει βεβαίως ότι αυξάνεται αισθητά και η ευθύνη του για την διατύπωση της πρώτης λέξης και γι΄ αυτό έχουν σημασία, πολύ μεγάλη σημασία, όλοι οι χειρισμοί που γίνονται τόσο στο πλαίσιο του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών , όσο και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να εστιάσω την προσοχή μου στα δύο πιο κρίσιμα πεδία.

Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία να διαβάζουμε τις μαρτυρίες και τις αξιολογήσεις και τις εμπειρίες των πρωταγωνιστών της υπόθεσης αυτής και τέτοιος αναμφισβήτητα υπήρξε ο Γιαννάκης Κασουλίδης. Χρειάζεται γνώση, επιμονή, ψυχραιμία, πλήρης αίσθηση της διακύμανσης του συσχετισμού  των δυνάμεων και σαφής αναφορά σε ένα στρατηγικό πλαίσιο προκειμένου να πετύχουμε τον στόχο μας με δεδομένο ότι δημιουργούνται καταστάσεις οι οποίες πολλές φορές έχουν δύναμη ισχυρότερη από όση νομίζουμε ή από όση ευχόμαστε. Γι΄ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να τιμούμε όλους εκείνους που συνέπραξαν στο επίτευγμα αυτό και λειτουργεί πραγματικά ως μια στήλη τιμητική το βιβλίο του Γιαννάκη Κασουλίδη γιατί ένας άνθρωπος που τα έζησε όλα αυτά με εγκυρότητα και με πολύ μεγάλη εγγύτητα καταγράφει τις εντυπώσεις του και καταγράφει και τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο και αυτή η μνεία είναι πραγματικά μια μνεία ιστορική, ένας έπαινος ιστορικός και ως εκ τούτου οφείλουμε και εμείς να ανταποδώσουμε τον έπαινο στον συγγραφέα μας. Σας ευχαριστώ πολύ.