19 Μαΐου 2007

Με το Χρίστο Ζαφείρη είμαστε πολλά χρόνια φίλοι. Τον αγαπώ πολύ, τον διαβάζω, τον εκτιμώ, τον νιώθω μπορώ να πω. Δε θα μιλήσω για το Χρίστο σήμερα, θα μιλήσω για το βιβλίο και με αφορμή το βιβλίο, γι’ αυτό που είναι το πραγματικό, το κατά βάθος αντικείμενο του βιβλίου, που είναι  η ιστορική αγωνία της Θεσσαλονίκης.

Ξεκινάω από τον τίτλο, ο οποίος είναι γνωστός, είναι παλιός, ουσιαστικά πρόκειται για επανέκδοση και συμπλήρωση ενός ομότιτλου παλαιότερου βιβλίου, με πρόλογο του Ντίνου Χριστιανόπουλου, το αυτόγραφο σημείωμα του οποίου κοσμεί και τον σημερινό τόμο.

Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία, λέει ο Χρίστος, άρα μας αναγκάζει να απαντήσουμε σε ένα εισαγωγικό ερώτημα: τι είναι αυτό που καθιστά έναν τόπο τοπίο, γιατί ασχολούμαστε με την τοπιογραφία και όχι με την τοπογραφία της Θεσσαλονίκης. Την σύγχρονη, την ιστορική,  την κοινωνιολογική τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης. Νομίζω ότι αυτό που μετατρέπει τον τόπο σε τοπίο είναι ο αφηγητής και πριν τον αφηγητή, ο περιηγητής. Είναι αυτός που έχει την ικανότητα όχι μόνο να βιώνει έναν τόπο, αλλά και να τον συνειδητοποιεί και να τον μετατρέπει σε νόημα. Και ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο Χρίστος Ζαφείρης είναι εκπρόσωπος μιας ιδιαίτερης εκδοχής της δημοσιογραφικής και λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης, που είναι η εκδοχή αυτής της εσωτερικής περιήγησης στην πόλη.

Είναι ο εσωτερικός περιηγητής μιας πόλης που αγάπησε, μιας πόλης με την οποία ταυτίστηκε και την οποία ζεί από την μετεφηβική του ηλικία  και αυτό του επιτρέπει να έχει μια πιο ενσυνείδητη και τελικώς πιο αθώα σχέση με την πόλη.

Η τοπιογραφία, λοιπόν, της Θεσσαλονίκης ουσιαστικά μας φέρνει αντιμέτωπους  με το ερώτημα αν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με την ιστορική αυτοσυνειδησία των πόλεων και τι είναι αυτό που επιτρέπει στη Θεσσαλονίκη να ασχολείται με την τοπική της ιστορία και ιδεολογία τόσο πολύ.
Για να το πω διαφορετικά, μια πόλη σύγχρονη, μια πόλη ευρωπαϊκή, μια μητρόπολη της νοτιοανατολικής Ευρώπης, με ένα πληθυσμό που μας αρέσει να τον ανεβάζουμε λίγο και να λέμε ότι είναι πάνω από ένα εκατομμύριο, (η αλήθεια είναι ότι το πολεοδομικό συγκρότημα μετά βίας προσεγγίζει τον αριθμό αυτό) γιατί δικαιούται να έχει μια ιδιαίτερη ιδεολογία και μια ιδιαίτερη αυτοσυνειδησία;

Φτάνουν τα 2.500 χρόνια ιστορικής συνέχειας του πολίσματος ή απαιτείται και κάτι παραπάνω; Ή, για να το πω διαφορετικά, από το ένα εκατομμύριο κατοίκους πόσοι είναι φορείς της ιδεολογίας της πόλης και της ιστορικής της αυτοσυνειδησίας; Και πόσοι είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν τα προβλήματα κατά τον ίδιο τρόπο που τα αντιμετωπίζει και ο κάτοικος του λεκανοπεδίου Αττικής, και μάλιστα αυτός που είναι εγκατεστημένος στις υποβαθμισμένες περιοχές, στις επαρχίες της Αθήνας και του Πειραιά, στη Δυτική Αθήνα ή στην Β’ Πειραιώς; Αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα της ανεργίας των παιδιών του, της παθογένειας του εκπαιδευτικού συστήματος, της δυσλειτουργίας των μηχανισμών του κράτους πρόνοιας, έχει τα ίδια κυκλοφοριακά προβλήματα.

Τι είναι αυτό που τον καθιστά μέτοχο ενός προβληματισμού που εμείς οι ίδιοι θέλουμε να τον μετατρέψουμε σε θεωρία και σε κινητήρια δύναμη για μια Θεσσαλονίκη που διεκδικεί, που σχεδιάζει, που αγωνίζεται, που παραπονείται. Νομίζω, λοιπόν, ότι ο Χρίστος Ζαφείρης μας καλεί να τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά με πάρα πολλή στοχαστική διάθεση, μας καλεί να καταβυθιστούμε στις αρτηρίες της πόλης, να νιώσουμε το σώμα της, προκειμένου να αντιληφθούμε πως μπορεί να λειτουργεί αυτό το ιδιαίτερο πνεύμα της Θεσσαλονίκης, αν υπάρχει. Και επίσης μας καλεί να αντιληφθούμε ότι αυτή η πόλη μπορεί πράγματι να γίνεται κτήμα όλων όσοι την αγαπούν και όλων όσων ασχολούνται με αυτήν.

Άρα η ενασχόληση με την Θεσσαλονίκη δεν είναι ένα πλεονέκτημα εκ καταγωγής ή ένα τυχαίο χαρακτηριστικό που το έχουν όσοι βρέθηκαν στην πόλη αυτή. Είναι μια πόλη όχι μοιραία ή μοιρολατρική, αλλά μία πόλη επιλογής.

Είσαι Θεσσαλονικιός από επιλογή, γιατί αν αντιμετωπίζεις ως μοιραίο το γεγονός ότι βρέθηκες εδώ, τότε ο ορίζοντάς σου και άρα η προσωπική σου τοπιογραφία και η προσωπική σου μυθολογία και η προσωπική σου σχέση με την πόλη περιορίζεται και από ένα σημείο και μετά ακυρώνεται, γιατί μετατρέπεται σε μία ανακύκλωση παραπόνων σαν εσωτερικό βρασμό, ενώ πρέπει κανείς να τα μετατρέπει όλα αυτά σε πολιτική δύναμη, πρέπει να διεκδικεί πράγματα, όπως είπα και προηγουμένως.

Άρα,  εγώ στην τοπιογραφία του Χρίστου Ζαφείρη δεν αρκούμαι να αναζητήσω τη φωνή της ιστορίας. Δεν αρκούμαι στην αναζήτηση της μνήμης, γιατί όλοι οι τόποι έχουν μνήμη και όλοι οι άνθρωποι έχουν μνήμη και η μνήμη είναι πάντα παρούσα και όλες οι ιστορικές συγκρούσεις είναι παρούσες και στη Θεσσαλονίκη είναι παρούσες οι διαχρονικές, μεγάλες, ιστορικές και πολιτιστικές συγκρούσεις, ακόμη και τώρα. Δεν λύνονται ποτέ οριστικά τα θέματα αυτά.

Δεν μπορούμε όμως και να αρκεστούμε σε μία αίσθηση ή σε μία αισθητική της πόλης. Πρέπει να δούμε πως όλα αυτά τα μετατρέπουμε σε ενδογενείς πόρους ανάπτυξης της πόλης. Νομίζω ότι κατά βάθος το ζητούμενο είναι αυτό. Αυτά τα άυλα αγαθά μπορούμε να τα μετατρέψουμε σε μία δύναμη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ένα απτό, χειροπιαστό κοινωνικό, αναπτυξιακό και πολιτικό αποτέλεσμα.

Αυτό σημαίνει ότι η Θεσσαλονίκη πρέπει να καταπολεμήσει πολλούς κινδύνους. Έχω καταγράψει τρεις που, κατά τη γνώμη μου, είναι οι πιο σημαντικοί: Είναι ο κίνδυνος του «μικρομεγαλισμού», ο κίνδυνος του «επαρχιωτισμού» και ο κίνδυνος του «διεκδικητισμού».

Η Θεσσαλονίκη πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση των μεγεθών της και στην Ελλάδα και στη νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο. Νομίζω ότι δε χρειάζεται να υποδύεται μεγέθη που δεν έχει και που δεν της χρειάζονται. Πρέπει να είναι υπερήφανη για τα ελεγχόμενα και φιλικά της μεγέθη, πρέπει να τα προστατέψει να τα αναδείξει ως στοιχείο ποιότητας των υπηρεσιών της, των αγαθών της, των ανθρώπων της, του διανοητικού της δυναμικού. Δε χρειάζεται να έχει ένα συνεχές σύμπλεγμα κατωτερότητας, δε χρειάζεται, όπως το έχει πει πολύ καλά κάποτε ο Γιάννης  Χασιώτης αυτό, να πάσχει συνεχώς από το σύνδρομο της δευτερότοκης αδελφής, τη μια σε σχέση με την Πέλλα, την άλλη σε σχέση με την Κωνσταντινούπολη, την τρίτη σε σχέση με την Αθήνα. Πρέπει να απαλλαγεί από αυτό, γιατί αν δεν απαλλαγεί θα προσκρούσει στο σύνδρομο της δευτερότοκης αδελφής σε λίγο σε σχέση με τη Σόφια ή το Βουκουρέστι  με την ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και πρέπει βεβαίως να πάψει να αρκείται σε μία συνεχή καταγγελία του αθηναϊκού κέντρου, που είναι για τη Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της και τις επιχειρήσεις της μια μεγάλη αγορά την οποία πρέπει να κατακτάει η Θεσσαλονίκη. Πρέπει να πουλάει τον καλύτερο «εαυτό» της, τις υπηρεσίες της, τις επιχειρήσεις της, ως προϊόντα, στη μεγάλη αυτή αγορά, η οποία είναι πολύ συχνά πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ότι βαλκανικές ή μεσογειακές αγορές.

Φεύγοντας από το τρίπτυχο «μικρομεγαλισμός, επαρχιωτισμός και διεκδικητισμός», πρέπει να κοιτάξουμε ένα άλλο τρίπτυχο: πολιτική και οργανωτική, διοικητική δηλαδή, χειραφέτηση, ελεγχόμενο μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης της πόλης και βέβαια ικανότητα σχεδιασμού και επιβολής κάποιων απόψεων και όχι απλή διατύπωση αιτημάτων ή παραπόνων.

Η Θεσσαλονίκη πρέπει επίσης να πω ότι δεν πάσχει από έναν δήθεν εγγενή συντηρητισμό και είμαι απολύτως αντίθετος στην αντίληψη που λέει ότι ό,τιδήποτε κακό συμβαίνει στην Αθήνα απλώς συνέβη στην Αθήνα ενώ ο,τιδήποτε κακό, αντιαισθητικό, υπερσυντηρητικό, ακροδεξιό συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη, χαρακτηρίζει τη Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της. Δεν έχουν ευδοκιμήσει όλα τα κακά της μεταπολεμικής Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη. Βεβαίως ο δοσιλογισμός είχε επίκεντρό του σε πολύ μεγάλο βαθμό και τη Θεσσαλονίκη, αλλά όχι ως πρώτο κέντρο τη Θεσσαλονίκη. Δεν συνέβησαν όλα αυτά πρωτίστως και μόνο στη Θεσσαλονίκη. Οι πολιτικές δολοφονίες δεν είναι χαρακτηριστικό της Θεσσαλονίκης. Και η Αθήνα έχει να εμφανίσει μακρά σειρά πολιτικών δολοφονιών. Φαινόμενα βαρβαρισμού, εκφασισμού συνεχώς εμφανίζονται στην Αθήνα. Γιατί αυτά δεν χαρακτηρίζουν την Αθήνα; Λόγω του «εξωτισμού» με τον οποίο αντιμετωπίζεται η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζεται πάντα από το εθνικό σύστημα ενημέρωσης, που είναι εκ των πραγμάτων αθηνοκεντρικό, ως ένας τόπος εξωτικός, είναι η πρώτη πόλη των νέων χωρών και ως εκ τούτου μη νομίζετε ότι η μεταχείριση της Σαλονίκης είναι διαφορετική από αυτή της Μηχανιώνας με τον αλβανό μαθητή, τον εξαιρετικό φοιτητή του Harvard, αν δεν κάνω λάθος τώρα, ή διαφορετικά από την Αμάρυνθο. Ο πυρήνας αντιμετώπισης είναι ο ίδιος. Τα μεγέθη κάπως διαφέρουν. Και αυτό δε μπορεί να γίνει δεκτό από εμάς. Πρέπει να αντιδρούμε σε αυτό. Πρέπει να αναδεχόμαστε τα στοιχεία της Σαλονίκης που είναι πράγματι εγκαθιδρυμένα στο σώμα της πόλης και που τα ανακαλύπτει ο περιηγητής, φίλος Ζαφείρης, με το μεράκι που ένας άνθρωπος μακριά από την τριβή του άστεως μπορεί να τ’ αντιμετωπίσει.

Αυτό, λοιπόν, που κατά τη γνώμη μου έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, εάν θέλουμε να ανακαλύψουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σήμερα της πόλης και πιστεύω ότι πράγματι, σήμερα που η αυθεντικότητα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, το διανοητικό κεφάλαιο έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, τα άυλα αγαθά, στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία, η Θεσσαλονίκη μπορεί να βρει διεξόδους, λύσεις για το μέλλον της μέσα από την όσο γίνεται ευφυέστερη και πληρέστερη αφομοίωση του ιστορικού της παρελθόντος.

Η πολυπολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο δικό της σήμερα. Η τοπογραφίας της, όμως, είναι χαρακτηριστικό μόνο δικό της. Το λιμάνι της, η θέση της στους μεγάλους οδικούς άξονες, η θέση της στο ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο, την οποία έχουμε λησμονήσει και απαξιώσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό· η Θεσσαλονίκη, πόλη των εκθέσεων, που δυστυχώς έχει σχεδόν παραδώσει τα όπλα απέναντι στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις όπως η Σμύρνη ή η Τεργέστη είναι κάτι το οποίο είναι ιστορικά παρόν, το καταγράφει ο Χρίστος, το καταγράφουν όλοι όσοι ασχολούνται με τη Θεσσαλονίκη· το Πανεπιστήμιο είναι το μεγάλο πλεονέκτημα, αυτή η συγκέντρωση γνωσιολογικού πλούτου είναι που μπορεί να δώσει μαζί με όλα όσα συμβαίνουν τώρα, με τη ζώνη καινοτομίας, με το ΕΚΕΘΑ, με το τεχνικό μουσείο, με όλα όσα διαμορφώνουν αυτό το νέο διανοητικό κεφάλαιο της Θεσσαλονίκης μπορεί να είναι η αναζωπύρωση της τοπογραφίας της πόλης και από την τοπογραφία της μπορούμε να πάμε στη νέα τοπιογραφία, δηλαδή, να δούμε με άλλο τρόπο τη Θεσσαλονίκη, να δούμε τη νέα της αισθητική, όχι κλαίγοντας γιατί χάνουμε τις αναμνήσεις μας ή γιατί γίνονται πιο αχνές οι αναμνήσεις, αλλά με έναν πιο αισιόδοξο και δυναμικό τρόπο που μας επιτρέπει να ενσωματώσουμε την ιστορικότητα της πόλης και τα σημεία της πόλης που προσδίδουν την ταυτότητά της και διασφαλίζουν την συνέχεια της μνήμης της σε αυτή την αναπτυξιακή αντίληψη, η οποία πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινά πάντα από την ικανότητα των ανθρώπων να σκέφτονται με άλλο τρόπο, δηλαδή, με έναν πιο διορατικό και δυναμικό τρόπο και πιστεύω ότι όσοι διαβάζουν το βιβλίο του Χρίστου, οι αναγνώστες του, οι προνομιακοί του αναγνώστες είναι αυτοί που αγαπούν την Θεσσαλονίκη όχι γι’ αυτό που ήτανε, αλλά για αυτό που μπορεί να είναι.

Άρα λοιπόν τα βιβλία αυτά στα οποία ο Χρίστος κυριαρχεί, νομίζω ότι έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία ως παρακίνηση, ως έναυσμα για να δει κανείς τη Θεσσαλονίκη με τα μάτια του μέλλοντος, τα οποία φυσικά έχουνε βολβούς οι οποίοι είναι βαθιά ριζωμένοι στο παρελθόν και στη γνώση του παρελθόντος. Γιατί δεν αρκεί να δηλώνεις θαυμαστής ή οπαδός της ιστορικής συνέχειας της πόλης, πρέπει να έχεις όσο γίνεται πιο οργανωμένη και καλλιεργημένη γνώση της ιστορικής συνέχειας και της ιστορικότητας της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι αυτές οι εκδόσεις, αυτά τα κείμενα, τα αφιερώματα του Αγγελιοφόρου, που επιμελείται ο Χρίστος ή οι παρεμβάσεις του οι καθημερινές, αυτή η ευγένεια και η καλαισθησία με την οποία προσεγγίζει τα θέματα, αυτή η αγαπητική, όπως θα λέγαμε, διάθεση απέναντι στην πόλη και τους ανθρώπους, δημιουργεί ένα υπόστρωμα συναισθηματικό περισσότερο και ιδεολογικό μπορώ να πω, προκειμένου να σκεφτούμε με άλλους όρους.  Όπως αντιλαμβάνεστε, οι πόλεις παίρνουν την υπόθεσή τους στα χέρια τους, έχουν τοπική αυτοδιοίκηση, έχουν πολιτικούς εκπροσώπους, έχουν θεσμούς και πρέπει να υποαντιπροσωπεύονται ως τοπικές κοινωνίες στον μικρότερο δυνατό βαθμό.

Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν πιστεύω, και κλείνω με αυτό, ότι πάντα έπασχε ιστορικά από μία πολιτική υποαντιπροσώπευση, που δεν είναι ζήτημα φυσικών προσώπων είναι ζήτημα σχέσεων, καταστάσεων, συγκυριών, συσχετισμών και αυτή την υποαντιπροσώπευση την έσπαγε σε ορισμένες στιγμές ιστορικά: με το κίνημα των ζηλωτών, με το κίνημα των νεοτούρκων, με το κράτος της Σαλονίκης και την εγκατάσταση της Τριανδρίας στη Θεσσαλονίκη, με τη διαφορετική στρατηγική που εφήρμοζε ο ΕΛ.Α.Σ. τη στιγμή της απελευθέρωσης της Σαλονίκης σε σχέση με την Αθήνα. Κάπου όμως εκεί πριν από τα μέσα του 20ου αιώνα, σταματούν αυτές οι εκλάμψεις της πολιτικής υπεραντιπροσώπευσης της Θεσσαλονίκης, και νομίζω ότι αυτό που πρέπει να διεκδικήσει η Θεσσαλονίκη είναι να υπερβεί αυτό το φράγμα της πολιτικής υποαντιπροσώπευσης που τελικά έχει και επιπτώσεις αναπτυξιακές, κοινωνικές, αθλητικές.

Όπως και αν προσεγγίσει κανείς το θέμα, βλέπει αυτή τη διαφορά των πραγματικών μεγεθών πια που έχει εγκατασταθεί στη χώρα ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα με αφορμή την μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και τις νομικού χαρακτήρα ρυθμίσεις οι οποίες τελικά περιόρισαν την αστική ανάπτυξη και την οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης, λόγω του δικαιοστασίου που επιβλήθηκε μετά τη μεγάλη πυρκαγιά. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, γιατί η συσσώρευση κεφαλαίου είναι πάρα πολύ μικρή, γιατί ακόμη και εκεί που ήμασταν ευθέως ανταγωνιστικοί (ιατρικές υπηρεσίες, τριτοβάθμια εκπαίδευση) εμφανίζονται σημεία υστέρησης πάρα πολύ σοβαρά σε σχέση με την Αθήνα.

Η Έκθεση είναι ένα άλλο παράδειγμα και γι’ αυτό η Θεσσαλονίκη πρέπει να διεκδικήσει ξανά όχι το ρόλο κάποιου άλλου ή κάποιας άλλης πόλης, αλλά τη δική της δυναμική, τη δική της συνέχεια, τη δική της δυνατότητα, πρέπει δηλαδή να αποκτήσει το δικαίωμα, για να κλείσω με τον τίτλο του Χρίστου του Ζαφείρη στον οποίο οφείλουμε έτσι το έναυσμα αυτής όλης της συζήτησης, να αποκτήσει το δικαίωμα στη διαμόρφωση της νέας τοπιογραφίας της με τα δεδομένα του 21ου αιώνα και έχοντας πλήρως κεφαλαιοποιήσει την ιστορική της συνείδηση και μνήμη, κάτι το οποίο είναι πολύ πιο δύσκολο από ότι φαίνεται, αλλά δεν είναι καθόλου μα καθόλου ακατόρθωτο, αρκεί να υπάρχουν οι, όπως είπα και προηγουμένως, υποκειμενικοί παράγοντες που μπορούν να το διασφαλίσουν αυτό, και αυτοί είναι οι άνθρωποι της Θεσσαλονίκης, γιατί το πρώτο τοπίο της Θεσσαλονίκης νομίζω ότι είναι οι άνθρωποί της, είναι η μνήμη των ανθρώπων και είναι και η αγωνία των ανθρώπων που καταγράφεται καθημερινά.

Ευχαριστώ πολύ.

 


«Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία», εκδόσεις Παρατηρητής, 2007.