30 Μαΐου 2006


«Το νέο σύστημα διεθνούς ισχύος και ο ρόλος του εθνικού κράτους»


Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια επώδυνη διαδικασία. Η επιλογή του τίτλου είναι ακόμη πιο επώδυνη, γιατί ο συγγραφέας καλείται να συμπυκνώσει μέσα σε  λίγες λέξεις  τον πυρήνα της προσέγγισής του.

Ο τίτλος του βιβλίου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά νομίζω ότι τα λέει όλα με  εντυπωσιακό τρόπο. Παραπέμπει αφενός μεν στον Τολστόι, δηλαδή στον μεγάλο αφηγητή του «μεγάλου» 19ου αιώνα, αφετέρου δε στον Φουκουγιάμα που είναι ο απολογητής της τρέχουσας ηγεμονικής ιδεολογίας, αν και με έντονα στοιχεία αυτοκριτικής τον τελευταίο καιρό. Νομίζω ότι το φάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στον Τολστόι και τον Φουκουγιάμα τα περιέχει όλα.

Αυτό που κάνει ο Τσουκαλάς είναι ουσιαστικά η συγκρότηση μιας μεταψυχροπολεμικής, θα έλεγα μετανεωτερικής θεωρίας για τα πάντα. Εισηγείται μια θεωρία για το κράτος, άρα για την κυριαρχία, μια  θεωρία για το νέο διεθνές σύστημα ισχύος, μια νέα θεωρία για το διεθνές δίκαιο που είναι το εργαστήριο της φιλοσοφίας του δικαίου, μια νέα θεωρία για τα ειρηνόφιλα κινήματα και άρα για τη διεθνή -και όχι μόνο εθνική- κοινωνία των πολιτών και τελικά μια νέα θεωρία για τον πόλεμο.

Η  πολεμολογία είναι ένα απεχθές και δυσχερές αντικείμενο, το οποίο όμως κανείς δεν μπορεί να αποφύγει, εάν θέλει να μιλήσει σοβαρά, με ειλικρίνεια και σε βάθος, για όλα τα άλλα. Για  το λόγο αυτό ο  Τσουκαλάς, μετά από δεκαετίες ολόκληρες, επαναφέρει στο προσκήνιο εγκαταλελειμμένες και απωθημένες έννοιες, όπως  αυτές του «εχθρού» και του «πολεμίου», και διαλέγεται με μια σειρά από διανοητές που έπαιξαν το δικό τους πολύ σημαντικό ρόλο, όχι με έναν τρέχοντα δημοσιογραφικό τρόπο τώρα, μετά την κατάρρευση της ισορροπίας του διπολικού κόσμου, αλλά πολύ παλιότερα, κυρίως όταν εκυοφορούντο οι μεγάλοι πόλεμοι και πρωτίστως ο Α΄ και ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος.

Το βασικό του θέμα είναι η τοποθέτηση της «ηγεμονικής»  δύναμης -προτιμά τον όρο αυτό- των ΗΠΑ μέσα στο σημερινό κόσμο. Βέβαια, το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται η Αμερική ως μια ηγεμονική, υπό όρους και προϋποθέσεις, «αυτοκρατορική» κατά άλλους, δύναμη δεν είναι κάτι το προφανές, γιατί προϋποθέτει ορισμένα οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά δεδομένα που δεν είναι καθόλου απλά και αμετάκλητα. Αν τοποθετήσουμε το αμερικανικό φαινόμενο  στο πλαίσιο της διεθνούς οικονομίας και αν λάβουμε υπόψη μας όσα αναφέρει και ο Τσουκαλάς στο βιβλίο του (την ανάδυση των νέων παικτών, όπως  η Κίνα και η Ινδία, τα  μακροοικονομικά και  δημοσιονομικά στοιχεία των ΗΠΑ σε σχέση κυρίως με το ισοζύγιό τους και  το χρέος τους), θα δούμε ότι υπάρχουν όρια από οικονομικής πλευράς. Το ίδιο και από στρατιωτικής. Η εξέλιξη του πολέμου στο Ιράκ και το μεγάλο δίλημμα που τελικά έθεσαν οι ΗΠΑ στον εαυτό τους σε σχέση με το Ιράν, σηματοδοτεί τα όρια της στρατιωτικής ισχύος ή μάλλον του στρατιωτικού μονοπωλίου ισχύος.

Από την άλλη πλευρά πρέπει να δούμε ποια είναι τα πολιτικά, δηλαδή κυρίως τα ιδεολογικά όρια που είναι και τα κρισιμότερα. Άλλωστε, το ιδεολογικό στοιχείο είναι αυτό που διαφοροποιεί την κατάσταση τα τελευταία 15 χρόνια σε σχέση με την προηγούμενη φάση. Θα έλεγα, ακριβέστερα, ότι αυτό που εντοπίζει με πολύ μεγάλη ενάργεια ο Τσουκαλάς είναι το ζήτημα της αμερικανικής πρόσληψης της διεθνούς ευθύνης. Αυτό είναι ένα βαθύτατο σύμπλεγμα που διαπερνά εκ γενετής την «αποικία» σε σχέση με την «μητρόπολη»: η αποστολική αντιμετώπιση του κόσμου, η διάθεση ενός αμερικανού μισιοναρισμού να σώσει τη μητρόπολη «επανευαγγελίζοντάς» την ιδεολογικά,  στρατιωτικά και διεθνοπολιτικά. Είναι κάτι που κυριαρχεί στην αμερικανική πολιτική ήδη από τον 18ο αιώνα και εκδηλώνεται τον 20ο αιώνα σε πολλές και διάφορες κρίσιμες στιγμές: Οι 14 όροι του Ουίλσονος, το δόγμα Τρούμαν και το δόγμα υιού Μπους είναι -κατά τη γνώμη μου- οι τρεις πιο χαρακτηριστικές στιγμές από την άποψη αυτή.

Την  περίοδο της μεγάλης σύγκρουσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ηπειρωτική Ευρώπη στο Συμβούλιο Ασφαλείας, λίγο πριν την τελική επέμβαση στο Ιράκ, όταν έβγαζε τους ωραίους λόγους ο Ντομινίκ Ντε Βιλπέν, είχε υιοθετηθεί από πολλούς και κυρίως από την Βρετανική πολιτική που είναι πάντα η «σκεπτόμενη κεφαλή» της Αγγλοσαξονικής στρατηγικής, μια διάκριση στην οποία βασίζεται η ανάλυση του Κέϊγκαν. Διάκριση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική προσέγγιση του κόσμου. Οι  Ευρωπαίοι  ως καντιανοί οπαδοί της «διαρκούς ειρήνης», διέπονται από την θεότητα της Αφροδίτης και δεν μπορούν να αντιληφθούν την χομπσιανή- προσυμβολαιακή αντίληψη του κόσμου, όπως την προσλαμβάνουν οι Αμερικάνοι, οι οποίοι έχουν ως δικό τους θεό τον Άρη.  Εδώ θεμελιώνεται η  «αποστολική» λειτουργία που οι αμερικανοί αναθέτουν στον εαυτό τους, εσωτερικεύοντας κάθε διεθνές πρόβλημα, το οποίο γίνεται αντιληπτό στη δική τους συνείδηση ως πρόβλημα ασφάλειας των ΗΠΑ. Άρα, ως πρόβλημα που το αντιμετωπίζουν κατά το δοκούν προκαταλαμβάνοντας ή πιέζοντας  τον ΟΗΕ και τους  ευρωπαίους εταίρους στο ΝΑΤΟ. Άλλωστε  τα «κράτη- παρίες» είναι φαινόμενο  παλιότερο του 1990, δηλαδή της συγκρότησης του μονοπολικού κόσμου.

Η κρίση βέβαια του ΟΗΕ είναι γενετική. Ο ΟΗΕ γεννήθηκε ως ένας βαθύτατα αντιδημοκρατικός και ως εκ τούτου ασύμμετρος οργανισμός και αυτό φαινόταν πάντα στη διάκριση μεταξύ της Γενικής Συνέλευσης  και του Συμβουλίου Ασφαλείας, και στη διάκριση μεταξύ  των μονίμων και των μη μονίμων μελών του. Αυτό  τώρα  έχει φτάσει στα όριά του ως  πρόβλημα παγκόσμιας διακυβέρνησης ή εν πάση περιπτώσει ως ανάγκη  «πολιτικοποίησης της παγκοσμιοποίησης», η οποία πορεύεται σε οικονομικό, επικοινωνιακό, ιδεολογικό και αισθητικό πεδίο ανεξέλεγκτα και τρέχουν από πίσω οι εκπρόσωποι των θεσμών και της πολιτικής, αναζητώντας εναγωνίως  να θέσουν έστω κάποια ελάχιστα όρια σε μια δεδομένη κατάσταση.

Διακρίνεται συνεπώς μια  βαθιά τομή ανάμεσα στον κόσμο που προέκυψε μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας και τον κόσμο που προέκυψε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Πιστεύω ότι αυτές είναι οι δύο μεγάλες ιστορικές στιγμές που απασχολούν τον Τσουκαλά. Η μετάβαση ουσιαστικά με ένα άλμα, με μία κίνηση, από τον κόσμο του 17ου  στον κόσμο του 21ου αιώνα. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο διάστημα, το χάσμα είναι τεράστιο, η  ιστορική διαδρομή πάρα πολύ μεγάλη και η αναστάτωση, κυρίως η διανοητική, δεν μπορεί να ξεπεραστεί τόσο γρήγορα. Αξίζει εδώ να ξαναθυμηθούμε ότι πέρα από την αλληλουχία των γνωστών υποθέσεων, (Γιουγκοσλαβία, Βόρεια Κορέα, Αφγανιστάν, Ιράκ, Ιράν), υπάρχουν και άλλες υποθέσεις, που λέγονται Σομαλία ή Σουδάν, όπου  δοκιμάζονται ακόμη πιο έντονα οι έννοιες της παρέμβασης, του πολέμου,  της διεθνούς κοινότητας και φυσικά του διεθνούς δικαίου.

Αυτό που ουσιαστικά απασχολεί τον Τσουκαλά είναι η δυνατότητα συγκρότησης  μίας γενικής θεωρίας περί του νέου συστήματος διεθνούς ισχύος.  Ένα νέο σύστημα διεθνούς ισχύος καταρχάς έχει νέα υποκείμενα. Το βεστφαλικό κράτος παύει να είναι το πρώτο ο δε βεστφαλικού τύπου διεθνής οργανισμός παύει να είναι το δεύτερο και τελευταίο υποκείμενο. Αντιθέτως, έχουμε  έναν εντυπωσιακό πολλαπλασιασμό των οντοτήτων που παίζουν σημαντικό ρόλο: τρομοκρατικές οργανώσεις, μορφές οργανωμένου εγκλήματος, χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και  μεγάλες επιχειρήσεις, διάφοροι  «υπεράνθρωποι», είτε αυτοί είναι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, είτε ο Σόρος είτε ο Τσόμσκι. Άλλωστε,  μπορεί ο «υπεράνθρωπος διανοούμενος» να παίζει μόνος του ρόλο σημαντικότερο από αυτόν που διεκδικεί, για παράδειγμα, ο διεθνής πολιτικός λόγος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και φυσικά εδώ θα προσέθετα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και τις διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Έχουμε εκτός από νέα υποκείμενα και νέες διαδικασίες. Έχουμε έναν ΟΗΕ α λα καρτ, έχουμε τη λογική των τετελεσμένων γεγονότων, έχουμε αυτή την αμφίσημη και αυθαίρετη στάση απέναντι στην εφαρμογή της Συνθήκης για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, έχουμε την αντιφατική στάση των ΗΠΑ σε σχέση με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Έχουμε νέους συσχετισμούς και νέους διακανονισμούς δηλαδή νέα κατανομή του κόστους και νέα αντίληψη περί αυτού. Η Αμερικανική αντίληψη για την  ανθρώπινη ζωή και την αξία της στον πόλεμο είναι τελείως διαφορετική από την Ευρωπαϊκή- ηπειρωτική. Ο χαμός του Σμηναγού Ηλιάκη στο Αιγαίο άρκεσε ως γεγονός για να συνταράξει την κοινή γνώμη και τον πολιτικό κόσμο και να μας θέσει αντιμέτωπους με αγωνιώδη ερωτήματα εθνικής στρατηγικής. Δεν θα αρκούσε το ίδιο συμβάν στις ΗΠΑ, ούτε στη Μεγάλη Βρετανία. Το ίδιο συμβαίνει και με το υλικό κεφάλαιο,  σε σχέση π.χ. με την «οικονομία της ανασυγκρότησης» που διαδέχεται την «οικονομία του πολέμου».  

Ερχόμαστε έτσι στο κορυφαίο σημείο του Τσουκαλά που είναι η αναζήτηση της νέας μεγάλης αφήγησης, καθώς  ο ύπατος στόχος της ιστορίας είναι, ούτως ή άλλως, η συνολική αφήγηση των πραγμάτων. Άρα ερχόμαστε στη νέα ρητορεία που κυριαρχεί στις νέες θεωρίες και πρακτικές της «ανθρωπιστικής» επέμβασης, της «προληπτικής» επέμβασης κ.ο.κ. Θεωρίες  που έκαναν τον Χάβελ να μιλάει για τις «ανθρωπιστικές βόμβες» που πέφτουν, άρα  θεωρίες οι οποίες επηρεάζουν ένα πολύ μεγάλο τμήμα της παλιάς ή της νεώτερης προοδευτικής, εντός ή εκτός εισαγωγικών, διανόησης. Και  βεβαίως εδώ μιλάμε για έναν πόλεμο ο οποίος είναι «αστυνομικός», «προληπτικός», «παιδαγωγικός» και, όπως λέει ο Τσουκαλάς, για έναν πόλεμο ο οποίος είναι «επινοημένος». Δηλαδή για ένα πόλεμο που κατασκευάζει, που επινοεί τον εχθρό. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα επανεξέτασης όλων των στοιχείων που συγκροτούσαν την αντίληψή μας για τη διεθνή κοινότητα, το διεθνή συσχετισμό και το διεθνές δίκαιο. Επειδή μάλιστα όλα αυτά εμφανίζονται σε ένα κόσμο που είναι έντονα «αποϋλοποιημένος», έντονα «αποεδαφικοποιημένος», έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αυτή η νέα γεωπολιτική, αυτή η νέα γεωγραφία πού μας οδηγεί; Και ως προς τα καθ ημάς  οδηγεί καταρχάς στη συνειδητοποίηση της μεγάλης στρατηγικής αμηχανίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κάνοντας  μια πλήρη περιήγηση, δηλαδή μια πλήρη  περιστροφή,  ο Τσουκαλάς μας φέρνει αντιμέτωπους με τον νέο ρόλο του κράτους και πάλι. Μας φέρνει αντιμέτωπους με το νέο ζήτημα της κυριαρχίας, όπου η κυριαρχία είναι βέβαια μία διαρκής πρόκληση ως προς την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Ποιο είναι το κρίσιμο πεδίο, η κρίσιμη βαθμίδα για να διαχειριστεί κάποιος  τέτοια θέματα;  Παρότι  το κράτος διεθνοποιείται,  ιδιωτικοποιείται, αποπολιτικοποιείται, αποεδαφοκοποιείται, μέσα από αυτό μπορεί  να προκύψει μια  νέα θεώρηση του διεθνούς συστήματος ισχύος. Δηλαδή μέσα από αυτό μπορεί να προβληθεί το αίτημα   για παγκόσμια δημοκρατική διακυβέρνηση. Πρέπει να βρεθούν κυβερνήσεις και πρωθυπουργοί που θα θέσουν το θέμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρέπει  να βρεθεί ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που θα θέσει με ενιαίο τρόπο το θέμα στο επίπεδο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Πρέπει να βρεθεί μία κοινότητα πολιτών που σεβόμενη απολύτως  το εθνικό- θεσμικό της πλαίσιο να κινηθεί με μία νέα γνήσια διεθνιστική  διάθεση και να εκφράσει αυτήν την αγωνία. Αν δεν έχεις αυτήν την εγγυημένη και απτή βαθμίδα της πολιτικής σε κρατικό επίπεδο, δεν μπορείς να παρέμβεις ούτε σε περιφερειακό ούτε σε διεθνές επίπεδο και είσαι καταναγκασμένος να αποδέχεσαι   τετελεσμένα γεγονότα και πραγματικές καταστάσεις, οι οποίες σε σέρνουν. 

Άρα, πρέπει να δούμε το νέο ρόλο του κράτους , ως βαθμίδα αφετηρίας, προκειμένου να τεθούν με νέο τρόπο τα θέματα αυτά και σε περιφερειακό και σε διεθνές επίπεδο, διαμορφώνοντας τους κατά το δυνατόν προσφορότερους συσχετισμούς δυνάμεων.

Η  μεγάλη συμβολή του Κωνσταντίνου Τσουκαλά είναι ότι τα συνθέτει όλα    αυτά σε μία γενική θεωρία της σημερινής μετανεωτερικής αγωνίας, η οποία βεβαίως είναι μία θεωρία πρωτίστως πολιτική, πολιτειακή και διεθνοπολιτική. Και επειδή στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς πολιτικής, όλα είναι απροκάλυπτα, όλα είναι απροσχημάτιστα, όλα εμφανίζονται σε απόλυτο βαθμό, δηλαδή σε βαθμό τέτοιο που δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε στις ιδιωτικές ή ενδοκρατικές σχέσεις, νομίζω ότι η ιδεολογική και αξιακή λειτουργία μιας τέτοιας προσέγγισης, είναι πολύ σημαντική.

 


* Ηπαρουσίαση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά  «Πόλεμος και Ειρήνη. Μετά  το τέλος της Ιστορίας.», Καστανιώτης, 2006, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ