3 Νοεμβρίου 2006


Επειδή θα σας μιλήσω για την πρόσληψη του μυθιστορήματος του Γιώργου από μένα, θα ξεκινήσω με μια εξομολόγηση προσωπικού χαρακτήρα γιατί πρέπει να εξηγήσω τις βιωματικές προϋποθέσεις της πρόσληψης.

Το σχολικό έτος 1962-1963 πήγαινα στην Α΄ Δημοτικού, στο 41ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης στην οδό Ικτίνου, για όσους ξέρετε τη Θεσσαλονίκη, σχετικά κοντά στον Ιανό της Θεσσαλονίκης.

Προς το τέλος της χρονιάς που είχαν χαλαρώσει τα πράγματα η δασκάλα μας η κα Μεσημέρη, ήθελε να μας αφήσει να ξεκουραστούμε και μας έκανε μερικές ώρες δημιουργικής απασχόλησης. Μας έλεγε λοιπόν, ζωγραφίστε ένα ελεύθερο θέμα και τα παιδάκια ζωγράφιζαν ένα ελεύθερο θέμα. Ζωγράφιζαν το σπίτι τους, την γιαγιά τους, μια εκδρομή. Εγώ λοιπόν έδωσα ένα σκίτσο δεν τα κατάφερνα και πολύ σ’ αυτά και για να μην γίνουν παρεξηγήσεις έγραψα κιόλας λεζάντες για να είναι εύκολη η ερμηνεία. Έδωσα λοιπόν στην δασκάλα μου ένα σκίτσο που είχε ένα κρεβάτι, έναν άνθρωπο πάνω στο κρεβάτι και έλεγα επάνω «Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ» , από κάτω «Γρηγόρης Λαμπράκης» και της έδωσα το σκίτσο, «Ο Γρηγόρης Λαμπράκης ψυχορραγεί στο ΑΧΕΠΑ».

Αυτή θορυβήθηκε φώναξε τους γονείς μου, λέει κάτι πρέπει να κάνουμε με το παιδί αυτό. Αυτό είναι το πρώτο βίωμα. Το δεύτερο είναι ότι συμπτωματικά, χρόνια αργότερα, στις 22 Μαΐου γεννήθηκε η κόρη μου και είπα, μα την ημέρα αυτή δεν θα τη ξεχάσω ποτέ πια. Διότι έχει συνδεθεί ανεξίτηλα στην μνήμη μου.

Τώρα ο Σκαμπαρδώνης επειδή θέλει να είναι αυθεντικός και επειδή η λογοτεχνία κρίνεται ακριβώς στην ειλικρίνειά της και στην αυθεντικότητά της, ξεκινάει απ’ αυτό που ξέρει, δηλαδή από μια τοπογραφία και μια ανθρωπολογία την οποία κατέχει πάρα πολύ καλά, γιατί γνωρίζει την ένδον κίνηση της Θεσσαλονίκης, του κλίματός της και βεβαίως γνωρίζει πάρα πολύ καλά ως φυσικός διάδοχος τις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί και εδώ στο «Τομάρι του Σκύλου», χρησιμοποίησε σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό και στο προηγούμενο έργο του στο «Ουζερί Τσιτσάνης» που νομίζω ότι αποτελούν ένα δίπτυχο κατά βάθος, γιατί συναντούμε και θεματολογικές συγγένειες και αφηγηματικές πάρα πολύ σημαντικές.

Αυτό όμως το βιβλίο «Το Τομάρι του Σκύλου» έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία κατά την γνώμη μου, γιατί μας επιτρέπει να αντιληφθούμε με την βοήθεια και την ελευθεριότητα της μυθοπλασίας τα συμφραζόμενα μιας 10ετίας που υπήρξε καθοριστική, γιατί βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο μετεμφυλιακό κράτος και την δικτατορία και η δικτατορία με τη σειρά της βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο ευρύτερο μετεμφυλιακό κλίμα και την Ελλάδα της μεταπολίτευσης, που είναι η ευτυχισμένη Ελλάδα των τελευταίων 32 χρόνων που ζούμε.

Αυτή η σύντομη δεκαετία του ’60, γιατί το ’67 κατά την γνώμη μου αρχίζει η δεκαετία του ’70 με την δικτατορία, είναι και τα ευρύτερα συμφραζόμενα μεγάλων υποθέσεων που πραγματικά έχουν παραμείνει αιωρούμενες και στοιχειώνουν στη μνήμη μας, στην εθνική μνήμη, όχι μόνο στη τοπική μνήμη της Θεσσαλονίκης και αναφέρομαι φυσικά στην υπόθεση Λαμπράκη και στην υπόθεση Παγκρατίδη.

Πρόκειται για δυο ομόλογα φαινόμενα, γιατί κράτος της δεξιάς, μετεμφυλιακό κράτος , παρακράτος και μικροεγκληματικότητα του περιθωρίου είναι συγκοινωνούντα δοχεία, παντού και πάντα, είτε το θέμα το χειρίζεται ο Σκαμπαρδώνης, είτε το θέμα το χειρίζεται ο Φασμπίντερ στο Αλεξάντερ Πλατς, είναι το ίδιο ακριβώς κλίμα στο οποίο βρισκόμαστε.

Αυτή όμως η προσέγγιση του Σκαμπαρδώνη έχει ένα πλεονέκτημα που είναι πάρα πολύ σημαντικό. Έχει μια εξαιρετική χαρισματική αίσθηση της ροής του χρόνου, της πυκνότητας του χρόνου, δηλαδή αντιλαμβάνεται πάρα πολύ καλά ο συγγραφέας και ως εκ τούτου και ο αναγνώστης, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν σύντομες περίοδοι, για παράδειγμα τα τριήμερα αυτά, το τριήμερο 17, 18 και 19 Μαΐου 1963, στο οποίο εμφανίζεται μια εντυπωσιακή πύκνωση του χρόνου, όπως στα 4 χρόνια της κατοχής άλλαξε το τοπίο  έτσι δεν είναι;

Στο τριήμερο αυτό έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα και ακριβώς επειδή θέλει να δώσει ρυθμό, επειδή θέλει αυτός ο πυκνός χρόνος να εξελίσσεται και να συγκεφαλαιώνει πάρα πολλά πράγματα, το βιβλίο του είναι ένα βιβλίο επεισοδιακό, με την έννοια ότι προβάλει σκηνές με μια εξαιρετική κινηματογραφική αίσθηση, μια αίσθηση του μοντάζ και του αφηγηματικού αλλά και αναπαραστατικού ρυθμού, ο οποίος νομίζω ότι είναι εμφανής στο βιβλίο του και είναι και το μεγάλο προσόν.

Γι’ αυτό τα προηγούμενα και το «γεννώντας επιτυχώς» και ο «Τσιτσάνης» έγιναν θεατρικά έργα και γι’ αυτό πιστεύω ότι και το βιβλίο  που παρουσιάζουμε τώρα θα γίνει και θεατρικό ενδεχομένως και κινηματογραφικό έργο, γιατί έχει το προσόν αυτό του διπλού λόγου του αφηγηματικού και του αναπαραστατικού.

Αυτό που αφηγείται ένα έναν εσωτερικό ρυθμό, είναι αυτό που έλεγε ο Έκο ότι «άμα μετρήσετε το χρόνο της αφήγησης στο έργο μου, θα δείτε ότι ταυτίζεται με το πραγματικό χρόνο στη τέλεση του γεγονότος.»

Δηλαδή έσερνε ο καλόγερος στο Όνομα του Ρόδου το πτώμα και η αφήγηση κρατούσε όσο και η πραγματική ενέργεια. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία σε όλα τα επεισόδια.

Τα επεισόδια φέρνουν – όπως είπα προηγουμένως – μια τοπογραφία. Το κέντρο της Θεσσαλονίκης , το λιμάνι, το αεροδρόμιο, ο σιδηροδρομικός σταθμός, οι δυτικές συνοικίες, τα σφαγεία, η Καλαμαριά, με την ταξική διαίρεση του χώρου που νοείται ή υπονοείται την εποχή εκείνη και κάθε εποχή.

Επίσης τα επεισόδια όπως αντιλαμβάνεστε προϋποθέτουν μια ανθρωπολογική τυπολογία. Είναι πάρα πολύ αδρές, πάρα πολύ φροϋδικές οι φυσιογνωμίες που ήδη ανέφερε ο Ντίνος Χιώτης προηγουμένως. Ο στρατηγός Δοβρόμηρος ο διοικητής της ΚΥΠ, αξιωματικός του στρατού, ο Στάθης Θανασέγκος, γναθοχειρουργός, δεν είναι τυχαίες οι αναφορές, υπάρχουν συνειρμοί πίσω απ’ όλα αυτά, γναθοχειρουργός όμως επικεφαλής της ανεξέλεγκτης ακροδεξιάς ας το πούμε έτσι στείρας, που ξεφεύγει και από τον έλεγχο του επίσημου κράτους.

Όλοι αυτοί οι τύποι, αυτό το πάνθεον των ηρώων, του λούμπεν κύκλου που συγκροτούν την ομάδα του Θανασέγκου και του Δοβρόμηρου και από την άλλη μεριά η ανθρωπολογία της αριστεράς. Γιατί υπάρχει μια ανθρωπολογία της δεξιάς και υπάρχει και μια ανθρωπολογία της αριστεράς, όπου έχουμε τους λογιστές χαρακτηριστικά επαγγέλματα, ΕΔΑίτικα, έχουμε τους δικηγόρους, έχουμε μάλιστα αντιδιαστολές πολύ ενδιαφέρουσες, έχουμε ένα χαρακτηριστικό δικηγόρο της αριστεράς που είναι μποέμ και ερωτιδέας και άνετος και έχουμε και ένα δικηγόρο της δεξιάς που είναι επίσης καθοριστικό στοιχείο, τον Ανδρέα Μομφεράτο.

Η ονοματολογία έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, ο ντετέκτιβ που παρακολουθεί την γυναίκα του στρατηγού λέγεται Σάββας Νεφελούδης. Δηλαδή έχει ένα χαρακτηριστικό αριστερό όνομα και αναρωτιέμαι πίσω απ’ αυτή την τυπολογία εάν υπάρχει  κάποιο δομικό στοιχείο στην αφήγηση που προσδίδει έτσι έναν χαρακτήρα στην αφήγηση αυτή και νομίζω ότι το στοιχείο αυτό είναι η αναζήτηση του αδιέξοδου και εγκλωβισμένου ερωτισμού της δεκαετίας του ’60.

Δηλαδή το κοινό πεδίο όλων των ηρώων, δεξιών και ακροδεξιών, αριστερών και ουδετεροποιημένων μέσα από το βίωμα της ήττας, πλούσιων και φτωχών, μορφωμένων και αμόρφωτων, γιατί υπάρχει μια διαστρωμάτωση η οποία είναι ιδεολογική, πολιτική, εισοδηματική και μορφωτική.

Το κοινό πεδίο λοιπόν και το κοινό μέτρο αξιών όλου αυτού του σύμπαντος  κόσμου του Σκαμπαρδώνη είναι ο ερωτισμός της δεκαετίας του ’60. Ένας ερωτισμός ο οποίος δεν μπορεί να εκφραστεί, ο οποίος είναι αδιέξοδος, ο οποίος έχει πάρα πολλές παθογένειες, εξου και αυτό συνδέεται και με την υπόθεση Παγκρατίδη για την οποία έγραψε πρόσφατα ο Κώστας Τσαρούχας που είναι εδώ.

Αυτό είναι άλλωστε το κοινό πεδίο της ανθρώπινης φύσης, είναι έντονα φροϋδικό κατά την γνώμη μου το μυθιστόρημα του Σκαμπαρδώνη. Μόνο που η ερωτική τυπολογία της αριστεράς είναι μικρότερη σε έκταση από την ερωτική τυπολογία της δεξιάς, γιατί και οι ήρωες είναι λιγότεροι.

Έχουμε δυο βασικούς τύπους στον αριστερό χώρο, έχουμε δηλαδή τον ηττημένο λούμπεν ερωτισμό του Στέλιου Καρανικόλα και έχουμε και τον νικηφόρο και αήττητο ερωτισμό του Ιεροκλή Βλαστού, που είναι ο ήρωας του μυθιστορήματος, δευτεραγωνιστής αλλά κρίσιμος σε ορισμένες στιγμές.

Αντιθέτως στη δεξιά, αυτή η ερωτική τυπολογία είναι πολύ πιο πλούσια. Έχουμε νομίζω τέσσερις βασικούς τύπους, γιατί έχουμε μια επιθετική αρρενωπή προσέγγιση στο πρόσωπο του δικηγόρου που είναι και ο πατέρας του παιδιού του στρατηγού του νομιζόμενου τέκνου του στρατηγού που είναι και το μεγάλο δράμα του, εξου και οδηγείται στην απόπειρα αυτοκτονίας, που είναι ο Μομφεράτος. Είναι ο ηττημένος ερωτισμός του προδομένου συζύγου Δοβρόμηρου, είναι η επιθετική ομοφυλοφιλία του Θανασέγκου και είναι βεβαίως και ο παράπλευρος παθολογικός ερωτισμός ο μη εκφραζόμενος ολοκληρωτικά που είναι οι πρακτικές της δεκαετίας του ’60, κολλητήρι – μπανιστήρι. Είναι ένα πολύ σοβαρό στοιχείο του βιβλίου του Σκαμπαρδώνη αυτό, το οποίο νομίζω ότι μας βάζει στον πυρήνα του κλίματος της εποχής εκείνης και εξηγεί συμπεριφορές.

Αυτός το συνονθύλευμα της ακροδεξιάς, του παρακράτους, της οργάνωσης Καρφίτσα, που δεν ήταν και τόσο παρακρατική οργάνωση γιατί είχε εκδοθεί απόφαση του Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή που διόριζε έκτακτους χωροφύλακες, με το κιλό, με την σέσουλα διόριζε, με πράξη του επισήμως, έκτακτους χωροφύλακες για τις ανάγκες ασφαλείας του Ντε Γκολ, εγώ έχω ζήσει την υποδοχή, γιατί οδηγήθηκα με το σχολείο μου στην υποδοχή με σημαιούλες ελληνικές και γαλλικές. Και έχω ζήσει και την ίδρυση της οργάνωσης Καρφίτσα, διότι επιδείκνυαν την καρφίτσα πίσω από το πέτο τα μέλη της οργάνωσης, γιατί ήταν έκτακτοι χωροφύλακες.

Είναι όπως σε διορίζει ο σερίφης στο Λούκι Λουκ που λέει πάρε ένα άστρο και είσαι βοηθός σερίφης και κυνήγα. Αυτή ήταν η λογική της καρφίτσας. Δεν ήταν μια τόσο ασαφής και αδιευκρίνιστη λογική, η λογική της οργάνωσης Καρφίτσα.

Ήταν μια από τις βασικές ενέργειες νομιμοποίησης της ακροδεξιάς, όπως έγινε και με τα τάγματα ασφαλείας με την ευκαιρία των Δεκεμβριανών στην Αθήνα, είναι επανάληψη του ίδιου φαινομένου. Μπαίνεις από την μια πόρτα ως ημιπαράνομος και βγαίνεις από την άλλη πόρτα ως κράτος. Είναι ακριβώς η ίδια τεχνική η οποία εφαρμόστηκε και εδώ, λίγο πριν τον Δεκέμβριο.

Αυτή όλη η κατάσταση περιγράφεται στο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, με έναν τρόπο ο οποίος χαρακτηρίζεται νομίζω από τη μεγαλύτερη αρετή που μπορεί να έχει μια αφήγηση που είναι η αίσθηση της ειρωνείας. Διότι όλο αυτό καταλήγει στην απόλυτη κατάρρευση του συστήματος, στον ευτελισμό του μπροστά στα μάτια των γάλλων, γιατί δεν έχουν μπορέσει να εξασφαλίσουν την τήρηση των κανόνων προστασίας του Ντε Γκολ και έτσι ο σύζυγος ο απατημένος διοικητής της ΚΥΠ, προδομένος από τον στενό του συνεργάτη που του έχει στήσει τη μεγάλη προβοκάτσια μέσα από μια θεωρία της συνωμοσίας και από μια επαφή με κύκλους ξένων κυβερνήσεων και ξένων πρεσβειών, αναγκάζεται να οδηγηθεί στην αυτοκτονία.

Ατελέσφορο και αυτό, μια απόπειρα αυτοκτονίας, που τον οδηγεί αιμόφυρτο μεταξύ ζωής και θανάτου, το απόγευμα της Κυριακής 19 Μαΐου του 1963 στην Εντατική του ΑΧΕΠΑ, όπου λογικά πρέπει να υποδεχθεί στο διπλανό κρεβάτι το Γρηγόρη Λαμπράκη μετά από 3 μέρες. Που είναι μια εντυπωσιακή ας το πούμε, ειρωνική κατάληξη και κορύφωση του μυθιστορήματος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.

Και βέβαια στον απόηχο και στον περίγυρο όλης αυτής της αφήγησης και όλου αυτού του μεγάλου σκηνικού, κινούνται όλοι οι τύποι που τους γνωρίζει όποιος θεωρεί τον εαυτό του παλιό Θεσσαλονικιό, από παλιούς αστυνομικούς, παλιούς δημοσιογράφους, παλιούς αριστερούς, μέσα σε μια λογική ότι όλοι αδέλφια είμαστε και όλοι μπορεί να βρεθούμε το μεσημέρι του Σαββάτου στην Τσιμισκή, το οποίο από την άλλη μεριά αναδεικνύει και αυτό τον μοναδικό ιστό που έχει μια πόλη, με ελεγχόμενα – ακόμα και σήμερα – μεγέθη στην κοινωνική της συναναστροφή και άρα στο κοινωνικό της έλεγχο.

Όλο αυτό – όπως αντιλαμβάνεστε – όπως σας το περιγράψαμε, έκανε μια εξαιρετική παρουσίαση ο Ντίνος προηγουμένως και έτσι μου επιτρέπει εγώ να κάνω πιο αποσπασματικές και επιλεκτικές παρατηρήσεις, είναι ήδη πάρα πολύ, είναι πάρα πολύ.

 Γιατί το βιβλίο σε αποπλανά. Σε βάζει μέσα σε ένα κόσμο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που είναι μια ατμόσφαιρα που πατάει πολύ γερά στα πόδια της. Γιατί έχει όσες ιστορικές αναφορές είναι αναγκαίες, προκειμένου ο καμβάς να είναι απολύτως στέρεος. Και πάνω σ’ αυτό το στέρεο καμβά, ο Σκαμπαρδώνης πλέκει ας το πούμε έτσι την δική του ιστορία, την δική του αφήγηση, η οποία έχει όλα αυτά τα στοιχεία τα  οποία λίγο – πολύ είπαμε, αλλά φυσικά τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει, την απόλαυση της ανάγνωσης και τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αυθαίρετη και μεγαλειώδη σχέση του συγγραφέα με τον αναγνώστη του, το κάθε αναγνώστη χωριστά, οπότε η διαμεσολάβηση η δική μας, μπορεί να έχει πάρα πολύ περιορισμένο ρόλο και γι’ αυτό σταματώ εδώ ευχαριστώντας τον Γιώργο για την απόλαυση που μας χάρισε.

 


* Η παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου» εκδόσεις Κέδρος, 2006, πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο ΜΟΛΧΟ – Προμηθέας της Θεσσαλονίκης.