Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009


Αφού ακούσαμε το Βασίλη Κάλφα που είναι ο επαγγελματίας της παρέας εγώ θα αρκεστώ σε ορισμένες παρατηρήσεις που δικαιολογούν την παρουσία μου εδώ.
Είμαι πρωτίστως εδώ ως φίλος, συνάδελφος και συναγωνιστής του Θόδωρου Χρηστίδη, με τον οποίο με συνδέει μια πολύ παλιά αδιατάρακτη, στενή φιλία και κατά καιρούς τον θαυμάζω για διάφορους λόγους, κυρίως γιατί παίρνει θαρραλέες και ριζοσπαστικές αποφάσεις.
Πιστεύω ότι αυτό το αποδεικνύει και με την απόφασή του να ασχοληθεί με τον Ηράκλειτο και να εκδώσει το βιβλίο αυτό. Και χαίρομαι γιατί πέρα από την αυταξία του συγγραφέα, η παρουσία του Βασίλη Κάλφα και ο πρόλογός του συνιστούν και μία πιστοποίηση της θεωρητικής και επιστημονικής αξίας του έργου αυτού του Θόδωρου Χρηστίδη.

Εμείς οι ασχολούμενοι με το Συνταγματικό Δίκαιο γειτνιάζουμε κάπως με την ιστορία και την θεωρία των πολιτικών ιδεών, με την πολιτική φιλοσοφία, αλλά όπως και να το κάνουμε η καταγωγή μας η επιστημονική και η αντίληψή μας η μεθοδολογική μας επιβάλει να είμαστε πάρα πολύ κανονιστικοί, πάρα πολύ σαφείς, συγκεκριμένοι, πρέπει να καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα για το τι ισχύει και εφαρμόζεται ως ισχύον Δίκαιο.

Ως εκ τούτου δεν έχουμε ίσως τα εφόδια τα επιστημολογικά τα οποία απαιτούνται για να ασχοληθεί κανείς μ’ αυτό τον αχανή και αβέβαιο χώρο της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Υπάρχει όμως από παλιά, δηλαδή από τους αμέσως επόμενους του Ηρακλείτου αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους μέχρι και τις μέρες μας, μία παράλληλη συζήτηση για το αν το αντικείμενό του είναι κοσμολογικό ή αν το αντικείμενό του είναι πολιτειολογικό.

Υπάρχει μια ολόκληρη δεύτερη ανάγνωση του Ηρακλείτου που θεωρεί ότι οι παρατηρήσεις του δεν είναι τόσο παρατηρήσεις που ανάγονται στην προϊστορία –ας το πούμε έτσι- της φιλοσοφίας της επιστήμης, αλλά στην προϊστορία της πολιτικής θεωρίας. Κι αυτό έχει ένα πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον γιατί τελικά μας οδηγεί στην ενότητα μιας σκέψης η οποία είναι φιλοσοφική, επιστημολογική, θεολογική. Γιατί πιστεύω ότι έχει πολύ έντονα χαρακτηριστικά αποφατικής θεολογίας ο Ηράκλειτος. Και τελικά μας οδηγεί στην ενότητα του δοκιμιακού λόγου, του λόγου: Εν αρχή ην ο λόγος, που σημαίνει ότι τελικώς, αρχή και τέλος όλης αυτής της διανοητικής περιπέτειας είναι ο άνθρωπος.

Ο άνθρωπος ως κόσμος, ο άνθρωπος όπως βλέπει τον κόσμο, ο άνθρωπος ως συστατικό της πολιτείας, ο άνθρωπος με υπαρξιακές αγωνίες, ο άνθρωπος σε σχέση με τη μοίρα του, δηλαδή με τα καταγωγικά του ερωτήματα, με την αγωνία του ποιος είναι, πού πάει, τελικά ο ένθεος άνθρωπος, ο έλλογος άνθρωπος, ο οποίος φτάνει να είναι ο άνθρωπος του διαφωτισμού, ο άνθρωπος του μοντερνισμού, ο άνθρωπος του μεταμοντερνισμού τελικά.

Και ως εκ τούτου θεωρώ ότι έχει πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ένας Φυσικός κατά το επάγγελμα, όπως συμβαίνει συχνά, να ασχολείται όχι μόνο με τη θεωρία της επιστήμης και με την επιστημολογία, να ασχολείται και με την αρχαία φιλοσοφία.

Τώρα ο Ηράκλειτος έχει φυσικά και άλλα προσόντα που τον κάνουν ελκυστικό. Είναι ένα είδος Βιντγκενστάιν της αρχαιότητος. Έτσι όπως είναι επιγραμματικός και αποφθεγματικός εκλαμβάνεται και ως προσιτός και επειδή είμαστε εδώ, στο χώρο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, όπως θα ήταν γοητευτικό για έναν ιστορικό ή θεωρητικό της τέχνης να ασχοληθεί με το Βέρμερ γιατί έχει λίγα έργα, γενικό το corpus του Ηρακλείτου εμφανίζεται να είναι περιορισμένο, αλλά είναι πολυδαίδαλο και κρυπτικό.

Εμείς οι νομικοί που ασχολούμαστε με την ερμηνεία των κειμένων και γενικώς με την ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχουμε συγγένειες με κάθε ερμηνευτικό διάβημα, δηλαδή με την ερμηνεία των λογοτεχνικών κειμένων, με την ερμηνεία των θεολογικών κειμένων, έχουμε μία επαφή με τον Γκάνταμερ, ο οποίος έχει επηρεάσει πάρα πολύ και τις αντιλήψεις μας για την ερμηνεία του Δικαίου.

Θέλω λοιπόν να συνεισφέρω στη συζήτηση αυτή ορισμένες κατά τη γνώμη μου πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του Γκάνταμερ για τον Ηράκλειτο. Γιατί ο Γκάνταμερ μας θυμίζει –για να επανέλθω σ’ αυτό που είπα για την πολιτειολογική διάσταση του Ηράκλειτου- ότι ένας μεγάλος θαυμαστής του Ηράκλειτου, πέρα από τους ασχολούμενους με τη θεωρία της επιστήμης, ήταν ο Χέγκελ, ο οποίος στη λογική του θεώρησε, ότι λίγα νέα πράγματα είπε αυτός, πάντως τίποτα απ’ όσα είπε, δεν το είχε πει πρώτος ο Ηράκλειτος.

Ο δε μέγας δάσκαλος του Γκάνταμερ, ο Χάιντεγκερ φέρεται επίσης ως πολύ μεγάλος θαυμαστής του Ηράκλειτου. Μας θυμίζει ο Γκάνταμερ ότι στην περιβόητη καλύβα του Χάιντεγκερ για τον οποίον τόσο γίνεται λόγος, υπήρχε μία φράση στην είσοδο που ήταν ένα από τα αποφθέγματα, το υπ’ αριθμ. 64 στην κλασική κατάταξη του Ηρακλείτου: «Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός», ότι τα πάντα τα κυβερνά ο κεραυνός.

Ο κεραυνός κατά την αντίληψη του Χάιντεγκερ: όχι τόσο ως κοσμολογική –ας το πούμε- ή κοσμογονική αιτία, αλλά περισσότερο θα έλεγα ως επιστημολογική τομή, ως μετάβαση δηλαδή από το ένα επιστημολογικό παράδειγμα στο άλλο.

Και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να γνωρίζουμε πώς διαισθανόντουσαν και πώς ομολογούσαν τις οφειλές τους στον Ηράκλειτο, δηλαδή σ’ αυτόν που διάλεξε να ασχοληθεί ο Θόδωρος, δύο διαφορετικών αιώνων ο  φιλόσοφος Χέγκελ και ο Χάιντεγκερ.

Ίσως αυτό μας κολακεύει από πλευράς εθνικής και ιστορικής αυτογνωσίας, αλλά όλα αυτά ανήκουν στον κόσμο, ανήκουν στην ανθρωπότητα και ως εκ τούτου έχει πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθούμε ότι εμείς που είμαστε ούτως ή άλλως ακόμη και όταν δεν το ξέρουμε επηρεασμένοι από μία ορθόδοξη παράδοση και από μία σχέση της πατερικής θεολογίας με την αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία όσοι έχετε επισκεφτεί μονές του Αγίου Όρους, οι κύριοι δηλαδή, όχι οι κυρίες- αλλά οι κυρίες μπορεί να έχουν επισκεφτεί στο Νησί των Ιωαννίνων τη Μονή των Φιλανθρωπινών- ίσως έχετε δει αγιογραφίες που κοσμούνται από αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Θα έχετε ίσως διαπιστώσει ότι εκεί δίπλα στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Θουκυδίδη (τον οποίον τον προσκυνούν μαζί με τους ορθόδοξους αγίους) υπάρχει και ο Ηράκλειτος, τον οποίο μια άλλη σχολή σκέψης τον θεωρεί ως ανήκοντα στις λεγόμενες προτυπώσεις της ελεύσεως του Χριστού, όσο και αν αυτό σας φαίνεται περίεργο. Γιατί έχουν εντοπίσει αποσπάσματα τα οποία βεβαίως παρερμηνεύονται ή μεταγράφονται ή αλλοιώνονται, στα οποία εμφιλοχωρούν δύο θεμελιώδεις παρατηρήσεις, οι οποίες μπορεί να λειτουργούν «προτυπωτικά»:

Η μία αφορά τη σχέση Πατρός και Υιού, τη σχέση πατέρα και υιού, πότε ο πατέρας γίνεται πατέρας και πάντως ο υιός γεννάται αφ’ εαυτού τελικά. Δηλαδή ο Πατέρας γίνεται Πατέρας όταν το σύμπαν αρχίζει να υπάρχει και ο υιός είναι ένθεος, δηλαδή είναι τελικά αυτογενής. Και επίσης φαίνεται ότι κάπου μνημονεύει την Ανάσταση και την επιβολή επί ζώντων και νεκρών, την κυριαρχία επί ζώντων και νεκρών.

Θα μου πείτε, τα πάντα μπορεί να τα ερμηνεύσει κανείς με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του και με βάση το πρόταγμά του, το πού θέλει να το πάει. Σημασία έχει ότι απ’ αυτή την πάρα πολύ  σχετικιστική θεώρηση είναι σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένος ο Θόδωρος, ο οποίος ασχολήθηκε με εντυπωσιακή συστηματικότητα και πειθαρχία με το έργο του Ηράκλειτου και με τη σχετική θεωρητική συζήτηση. Αλλά από την άλλη δεν μπορούσε να αποβάλει και την επιστημονική του ταυτότητα. Τόσα χρόνια Φυσικός και Επιστημολόγος (στη β’ φάση στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, αφιερώθηκε κυρίως στο αντικείμενο αυτό) και ως εκ τούτου επιμένει σ’ αυτή την σχέση του Ηράκλειτου με τη σύγχρονη φυσική και με την κοσμολογία.

Εν πάση περιπτώσει αυτό όπως αντιλαμβάνεστε τώρα είναι ένα εγχείρημα το οποίο είναι δελεαστικό, γοητευτικό. Είναι κρίμα που είναι γραμμένο στα ελληνικά το βιβλίο αυτό, όπως είναι και κρίμα για οτιδήποτε σοβαρό γράφεται σε μία γλώσσα η οποία δεν είναι ευρέως διαδεδομένη, αυτό ισχύει και για όλους τους παρισταμένους εδώ, είναι έτσι μια ευχή και μια προτροπή τουλάχιστον μια περίληψη ή κάποιες δημοσιεύσεις να προκύψουν στα αγγλικά για να ενταχθούν μέσα στο corpus της ευρύτερης συζήτησης γύρω από τον Ηράκλειτο.

Θόδωρε πραγματικά με εξέπληξες για μια ακόμη φορά και σου εύχομαι και στα άλλα με υγεία. Ευχαριστώ πολύ.