Σάββατο 24 Απριλίου 2010


Συνδέομαι με το ίδρυμα «Άρτος Ζωής», με έναν  περίεργο τρόπο. Πέρα από τον σεβασμό μου προς το πρόσωπο του Σάββα Αγουρίδη, ο τρίτος πρόεδρος του ιδρύματος ο Γιάννης  Στεργόπουλος που είναι σήμερα παρών εδώ, είναι πολύ στενός, αδελφικός μου φίλος. Και  έτσι είμαι αποδέκτης και αναγνώστης σε μεγάλο βαθμό των εκδόσεων του ιδρύματος  «Άρτος Ζωής».
Επίσης, κατά καιρούς η βασική μου ιδιότητα του καθηγητού του Συνταγματικού Δικαίου με φέρνει αντιμέτωπο με τα μεγάλα ερωτήματα που τέθηκαν και σήμερα και τίθενται διαρκώς από μια σκοπιά ορθολογική, κανονιστική, από την σκοπιά του ευρωπαϊκού συνταγματικού, νομικού και πολιτικού πολιτισμού, από την σκοπιά της ευρωπαϊκής συνταγματικής ηθικής,  που είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό διαφορετική από την χριστιανική ηθική.


Έτσι, μετέχω σε μια συζήτηση η οποία διεξάγεται στον ευρωπαϊκό δημόσιο χώρο και θυμίζω ότι πριν από μερικά χρόνια, με αφορμή τη συζήτηση για το -αλήστου μνήμης- Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, που ποτέ δεν τέθηκε σε ισχύ, ασχοληθήκαμε με το ερώτημα  της σχέσης ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και ευρωπαϊκής οντότητας με τον Χριστιανισμό, με το ερώτημα εάν η Ευρώπη είναι πράγματι μια χριστιανική  κοινότητα, ένα χριστιανικό  club, ή αν είναι κάτι πέραν και υπεράνω αυτού.

Και είχα  την ευκαιρία να συμμετάσχω ως εισηγητής σε μια συνάντηση των ορθοδόξων εκκλησιών, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Ηράκλειο, προκειμένου να επηρεάσουν οι ορθόδοξες  ευρωπαϊκές εκκλησίες τον τότε διεξαγόμενο διάλογο. Με αφορμή  αυτήν την συζήτηση ήμουν υποχρεωμένος, από την δική μου οπτική γωνία, να παρατηρήσω το προφανές: Ότι η συνταγματική ηθική που ισχύει είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, επηρεασμένη από την χριστιανική αλλά είναι διαφορετική από αυτή.

Αλίμονο όμως,  αν αυτό που λέγεται «χριστιανική  θεολογία» είναι  μια ηθική. Δεν είναι και ευτυχώς δεν είναι. Και ως εκ τούτου μπορεί να λυτρωθεί αυτή η  συζήτηση,  γιατί είναι μάταιη  οποιαδήποτε προσέγγιση περιορίζει τον θεολογικό λόγο στα στενά όρια μιας ηθικής ή πολύ περισσότερο ηθικιστικής  αντίληψης.

Αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους  με ένα άλλο θέμα που θέσατε προηγουμένως, που ήταν οι λόγοι που οδήγησαν στην αποβολή της Βίβλου, της βιβλικής θεωρίας και της βιβλικής ανάγνωσης από τις ορθόδοξες θεολογικές σχολές.  Χωρίς να είμαι ειδικός  -κάθε άλλο –  έχω διαμορφώσει την πεποίθηση ότι στην ορθόδοξη θεολογία, πάντως στην ελλαδική, τρία ρεύματα συγκροτηθήκαν πάνω σε μια ενιαία  συντηρητική ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά βάση.

Το ένα  ρεύμα,  είναι το ρεύμα της εισαγόμενης προτεσταντικής θεολογίας. Το δεύτερο ρεύμα είναι το ρεύμα των πατερικών μελετών οι οποίες ήταν όμως πολιτικά συντηρητικές πάλι.  Και το τρίτο ρεύμα, ήταν το ρεύμα μιας εμπειρικής, κατηχητικής, ιεροκηρυκτικής δήθεν θεολογίας, η οποία κυριάρχησε βέβαια ταυτόχρονα και στην εκκλησία και στις εκκλησιαστικές οργανώσεις.

Κοινός παρανομαστής όλων αυτών των ρευμάτων σκέψης και πρακτικής  είναι αυτός ο αδυσώπητος,  καθηλωτικός συντηρητισμός, ο οποίος εκδηλώνεται με πολύ απτό τρόπο στη συζήτηση για το γλωσσικό πρόβλημα της Βίβλου, για το μεταφραστικό πρόβλημα της Βίβλου, στο οποίο ακριβώς επειδή πρόκειται για την γλώσσα και άρα για την κιβωτό μιας ολόκληρης πολιτιστικής αντίληψης, νομίζω ότι εκδηλώνεται στο μεγαλείο του όλο το πρόβλημα της ελλαδικής θεολογικής  σκέψης, αλλά και του νεοελληνικού πολιτισμού, σε τελευταία ανάλυση.

Όπως ακριβώς μας καταδιώκει ο γεωλογικός χρόνος, μετά την έκρηξη του ηφαιστείου στην Ισλανδία και όπως ακριβώς ο γεωλογικός χρόνος οδηγεί σε αδιέξοδο και την νεωτερική και τη μετανεωτερική αντίληψη γιατί μας φέρνει πίσω στην πρωτογενή μας ουσία και στην πρωτογενή μας -ας το πούμε έτσι –υπαρξιακή αμηχανία, έτσι και τα ζητήματα αυτά επανέρχονται με έναν σχεδόν σκανδαλώδη τρόπο. Γιατί διάβαζα και εγώ προχθές ότι διεξήχθη έντονη συζήτηση στην Ιερά Σύνοδο για το μεταφραστικό ζήτημα στην λειτουργία, όχι στην Βίβλο αλλά στην λειτουργία, που είναι ακόμη -θα έλεγα-σημαντικότερο ζήτημα, διότι ο  καθημερινός άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τα βιβλικά κείμενα κυρίως  μέσα από την λειτουργία. Εκεί μπορεί να ακούσει ορισμένα  παλαιοδιαθηκαιτικά κείμενα, ακούει τους ψαλμούς του Δαυίδ, ακούει μερικές προφητείες ,ακούει την ευαγγελική περικοπή, την αποστολική περικοπή. Φανταστείτε λοιπόν  ακόμα και για όσους πιστεύουν ότι δεν υπάρχει καθόλου ορθόδοξη θεολογία αλλά υπάρχει μόνο ορθόδοξη λειτουργία, στην οποία συμποσούται και συγκεφαλαιώνεται και η ορθόδοξη θεολογία, πόσο μοιραίο είναι να ξαναγυρίσουμε, μετά από χρόνια, μετά από αιώνες, στο μεταφραστικό πρόβλημα.

Κατά βάθος  δε το πρόβλημα αυτό είναι  ο φόβος απέναντι στην θεολογία συνολικά, γιατί πιστεύω ότι επικρατεί βαθύτατα η αντίληψη ότι  μοιραία,  το επόμενο βήμα μετά την θεολογία, είναι η αίρεση. Ότι δεν υπάρχει θεολογία χωρίς αίρεση. Αυτή είναι η αντίληψη που επικρατεί . Η αντίληψη που επικρατεί είναι ότι  δεν πρέπει να θεολογούμε, γιατί όποιος θεολογεί στην πραγματικότητα γίνεται αιρεσιάρχης.

Αυτή λοιπόν η αντίληψη είναι μια  αντίληψη η οποία βλέπω ότι είναι παρούσα και στον 21ο αιώνα. Μα τώρα δεν είμαστε στον αιώνα ούτε του  Κυρίλλου Λουκάρεως, ούτε καν του Νεόφυτου Βάμβα και ενδεχομένως  η ορθόδοξη  εκκλησία θυμάται  ότι κληρικοί ήταν αυτοί που καλλιέργησαν τον  νεοελληνικό διαφωτισμό, δηλαδή αυτό που θεωρείται  από  κάποιους η «μείζων αίρεση». Εν πάση περιπτώσει είναι μια ευκαιρία τώρα,  μετά από όλη αυτή την συζήτηση που διεξήχθη, να δούμε εάν η μετάφραση και άρα στην πραγματικότητα η πρωταρχική ερμηνεία, είναι κάτι το επικίνδυνο ή είμαστε υποχρεωμένοι να συμβιβαστούμε  με την ιδέα  ότι ο Χριστιανισμός  ως θρησκεία του λόγου εμπεριέχει το σπέρμα της αμφισβήτησης, δηλαδή εμπεριέχει το σπέρμα της ορθολογικής, δηλαδή της νεωτερικής σκέψης και ως εκ τούτου και της μεταμοντέρνας σκέψης.

Εξάλλου, διεξάγεται μία συζήτηση διεθνής, μία συζήτηση στην οποία μετέχουν και πολλοί Έλληνες θεολόγοι -κάθε θεολόγος που σέβεται τον εαυτό του είναι αυτόχρημα και φιλόσοφος- και δεν θέλω να παρέμβω εκ του πλαγίου και προχειρολογώντας στη συζήτηση αυτή, απλώς θέλω να ξέρετε ότι έχουμε και εμείς οι θύραθεν παρακολουθούντες τα θέματα αυτά μία στοιχειώδη αίσθηση του προβλήματος.

Δεν έχουμε  αίσθηση της λύσης του προβλήματος, η οποία  μπορεί και να μην υπάρχει, αλλά σίγουρα έχουμε μία αίσθηση του μεγέθους του προβλήματος. Και ξέρουμε επίσης ότι όλος αυτός ο προβληματισμός κινείται πέραν του επιπέδου της απτής πραγματικότητας. Δηλαδή, δεν περιμένουμε από τη συζήτηση αυτή μία απάντηση στο ερώτημα της οικογενειακής, προσωπικής μας επιλογής, ούτε των προγαμιαίων σχέσεων, ούτε της ερωτικής διαφοροποίησης, ούτε της έκτρωσης. Περιμένουμε μία απάντηση σε πολύ βαθύτερες και απώτερες υπαρξιακές αγωνίες. Δηλαδή μία απάντηση που μας αναπαύει, μία απάντηση που μας επιτρέπει να είμαστε και να νοιώθουμε ελεύθεροι σε έναν χρόνο που είναι όχι απλά και μόνον ιστορικός, αλλά που μπορεί να είναι και υπεριστορικός, όπως είπα.

Αυτή η αγωνία τώρα θα κορυφώνεται. Γιατί η παγκόσμια οικονομική κρίση, η δημοσιονομική κρίση, αυτή η καταθλιπτική προσέγγιση της πραγματικότητας, αυτή η ζοφερή ατμόσφαιρα που δημιουργείται και επικάθεται έχει ανάγκη από μία- εσχατολογική είπατε κ. Υφαντή- πάντως από μία θα έλεγα αποφατική, όπως ειπώθηκε προηγουμένως θεώρηση. Η αποφατική θεώρηση είναι η μήτρα της διαλεκτικής. Είναι αυτό, είναι και το άλλο. Είναι το μεριζόμενο και μη διαιρούμενο. Είναι αυτό που μπορεί να το πει κανείς και έτσι και αλλιώς.  Είναι τελικά η βασική προϋπόθεση της συνύπαρξής μας σε έναν κόσμο ο οποίος είναι αντιφατικός, είναι συγκρουσιακός, αλλά είναι ο κόσμος μας . Και αυτό ξέρετε, είναι μία συζήτηση που δεν μπορεί να γίνει δυστυχώς, σε έναν δυτικό κόσμο που έχει εγκαταλείψει κάθε μη εμπειρική προσέγγιση. Δεν μπορεί να γίνει με όρους ασφυκτικούς, καθημερινούς, δεν μπορεί να γίνει μέσα στη μιζέρια  στην οποία κινείται, όχι μόνον ο ελληνικός, αλλά και ο διεθνής δημόσιος χώρος.

Υπάρχει λοιπόν ένα τέτοιο πολύ σοβαρό θέμα. Από την άλλη μεριά, όλα αυτά τα οποία ειπώθηκαν ακροθιγώς, στην πραγματικότητα έχουν επηρεάσει βαθύτατα το σύνολο της πολιτικής σκέψης, το σύνολο της νεωτερικής και μετανεωτερικής πολιτικής  σκέψης. Είναι εντυπωσιακό, σε ποιο βαθμό, αυτό που μπορεί να θεωρηθεί στη γενικότητά του θεολογικός λόγος, έχει επηρεάσει τον πολιτικό λόγο. Κατ’ αρχάς, το βασικό οικοδόμημα του νεωτερικού και μετανεωτερικού πολιτικού λόγου, είναι βαθύτατα, αν όχι θεολογικό, πάντως εκκλησιολογικό. Δηλαδή, η μήτρα του σύγχρονου δημοσίου δικαίου, των σύγχρονων πολιτικών θεσμών είναι μία μήτρα η οποία βρίσκεται μέσα στις δομές της εκκλησίας. Ας δώσω ένα μικρό παράδειγμα που προσεγγίζει τους κλάδους μας και τα αντικείμενα μας: δεν μπορεί να αντιληφθεί κανείς τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος και του αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης, εάν δεν αντιληφθεί πώς λειτουργεί ο συνοδικός θεσμός. Είπε προηγουμένως ο κ. Βασιλειάδης ένα δίλλημα  είναι «γεροντισμός ή επίσκοπος». Μα αυτή η αντίληψη περί του επισκόπου που ίσταται εις τόπον και τύπον Χριστού είναι στην πραγματικότητα μία αντίληψη που συγκροτεί, σε πολύ μεγάλο βαθμό τον μοναρχικό θεσμό το θεσμό του Αυτοκράτορα πχ. στο Βυζαντινό κόσμο. Και ο επίσκοπος ο οποίος αποκτά και πρεσβυτέριο και έχει σύνθρονο είναι το προείκασμα   του κοινοβουλευτικού θεσμού. Και αυτή η σχέση μεταξύ «πρώτου» και συνόδου είναι μία σχέση η οποία υπάρχει μεταξύ –ας πούμε- του Πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του σε πολύ μεγάλο βαθμό. Έτσι έχει εξελιχθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, η δυτική , πολιτική και πολιτειολογική σκέψη. Άρα, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, είμαστε βυθισμένοι μέσα στον πολιτισμό αυτόν τον βιβλικό, όπως αυτός έχει γίνει αντικείμενο περαιτέρω επεξεργασίας από τις χριστιανικές κοινότητες, από την εκκλησία και από τους εκκλησιαστικούς θεσμούς, εάν γίνει αποδεκτό ότι και οι πηγές της εκκλησιολογίας είναι πηγές βιβλικές. Είναι άρα εντυπωσιακές οι συνάφειες μεταξύ εκκλησιολογικής και πολιτειολογικής προσέγγισης.

Και το λέω αυτό γιατί φαντάζομαι ότι έξω από την εκκλησία δεν νοείται θεολογία. Δεν νοείται ούτε κάν προσέγγιση της Βίβλου, εκτός και αν αντιμετωπίζει κανείς τη Βίβλο ως ένα κείμενο φιλολογικό ή εν πάση περιπτώσει ιστορικο-φιλολογικό ή ως ένα πολιτιστικό τεκμήριο   το οποίο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την εξέλιξη της τέχνης, ή την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας. Εάν δεν έχει παρακολουθήσει π.χ. κανείς την Ακολουθία των Παθών δεν μπορεί να αντιληφθεί έναν εντυπωσιακό πλούτο εκφράσεων της καθημερινής ελληνικής γλώσσας σήμερα , στον 21ο αιώνα.

Άρα λοιπόν πρέπει να  δούμε τα ζητήματα αυτά με μία ευρύτερη προοπτική και με μία διάθεση ανατρεπτική και ταυτόχρονα συνθετική. Δεν είναι εύκολο γιατί, στην πραγματικότητα, επικρατεί μία πολιτική αντίληψη στη θεολογία. Επικρατεί στην πραγματικότητα, η διάθεση ο κηρυκτικός τηλεοπτικός λόγος να μετατραπεί σε ένα όχημα πάρα πολύ κοντόφθαλμης πολιτικής παρέμβασης, συνήθως συντηρητικού χαρακτήρα. Και αυτό φυσικά υποτιμά και υποβαθμίζει τα πάντα. Καταργεί και τη λειτουργική απόλαυση. Δεν μένει απολύτως τίποτε, όλα ευτελίζονται. Και αυτό πρέπει να γίνει αντικείμενο πια ενός δημόσιου προβληματισμού, εάν μας μείνει καιρός να ασχοληθούμε και με τίποτε άλλο πέρα από την τρέχουσα δημοσιονομική κρίση.

Θα ήθελα να κλείσω με μία μικρή αναφορά σε μία έκδοση του «Άρτου Ζωής», που με είχε προκαλέσει πάρα πολύ διανοητικά, που είναι η κοινωνιολογική ιστορία του Χριστιανισμού, όπου για πρώτη φορά αντιλήφθηκα ότι θα μπορούσε η ιστορία να είχε γραφτεί διαφορετικά, εάν δεν είχαν μεσολαβήσει οι μεγάλες προκλήσεις των μεγάλων ασθενειών. Και αν δεν είχαν λειτουργήσει οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες, ως κοινότητες βαθύτατα ιαματικές, δηλαδή ως κοινότητες στην πραγματικότητα υγειονομικής αλληλεγγύης. Αυτό σημαίνει ότι τελικά, εκείνο που απομένει είναι το αίτημα της σωτηρίας, δηλαδή το σωτηριολογικό μήνυμα. Και αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα τι ήταν αυτό που οδήγησε στην ηγεμονία του Χριστιανισμού. Και η απάντηση είναι το Αναστάσιμο μήνυμα, δηλαδή μία υπόσχεση. Σε τι διέφερε αυτή η υπόσχεση από άλλες υποσχέσεις σωτηριολογικές; Φοβούμαι –και ελπίζω ταυτόχρονα, θα μου το πείτε εσείς οι ειδήμονες- ως προς το σωματικό της χαρακτήρα. Δηλαδή η βαθύτερη πνευματικότητα του Χριστιανισμού, η βαθύτερη και απώτερη ταυτόχρονα είναι σωματική. Είναι  η ελπίδα της Αναστάσεως «ει και εν ετέρα μορφή» αλλά πάντως της Αναστάσεως. Αυτό είναι μία πολύ μεγάλη κουβέντα. Στις δημοσκοπήσεις που γίνονται στις ΗΠΑ για να διαπιστωθεί ο βαθμός επιρροής της θρησκείας  είναι «εάν πιστεύετε στη μετα θάνατον ζωή». Και ο συντελεστής ο δημοσκοπικός από όλες τις μεγάλες εταιρείες ερευνών της κοινής γνώμης είναι αυτός. Αυτή είναι η απάντηση που είναι κρίσιμη. Όλα τα άλλα, όπως  ο βαθμός εκκλησιασμού, έχουν πραγματικά μικρή σημασία. 

Το μόνο που μένει είναι αυτό. Αυτό βέβαια εάν το ψάξει κανείς μέσα του. Πρέπει να το ψάξει κανείς στις οριακές του στιγμές και όλοι μας έχουμε συχνά πυκνά οριακές στιγμές. Αυτό  είναι μία απάντηση που δεν μπορεί να τη δώσει κανείς δημόσια, μπορεί να φοβάται να τη δώσει, πάντως  μέσα στην ψυχή του, κάποια στιγμή,  αργά ή γρήγορα θα τη δώσει.