Θεσσαλονίκη, Σάββατο 24 Απριλίου 2010



Φίλες και φίλοι σήμερα βαραίνει σε μένα ο θάνατος του Δημήτρη Τσάτσου που αναγγέλθηκε το πρωί μετά από μια περιπέτεια πολλών μηνών που τελικά οδήγησε στη κοινή μοίρα όλων μας. Και είμαι υποχρεωμένος να ξεκινήσω έτσι γιατί με τον Δημήτρη Τσάτσο και τον Λεωνίδα Κύρκο έχουμε περάσει πολλές και ωραίες στιγμές και στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, καθώς ίσως δεν ξέρετε, ότι τους συνέδεε η κοινή αγάπη για τη μουσική, για τα πνευστά όργανα. Μπορούσαν να συγκροτήσουν οι δύο τους μια σχεδόν ολοκληρωμένη αυτοσχέδια ορχήστρα που μπορούσε να κρατήσει το κέφι για πάρα πάρα πολλές ώρες.


Με συνδέει λοιπόν με τον Λεωνίδα Κύρκο, μια γνωριμία, μια πολιτική και προσωπική σχέση πάρα πολλών ετών, από το προοίμιο της Συμμαχίας των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων το 1975-76 και μετά από την ίδια τη Συμμαχία στις εκλογές του ’77. Δώσαμε με τον Λεωνίδα έναν αγώνα τότε για να επιτευχθεί η συνεργασία διαφόρων πολιτικών δυνάμεων και έχουμε κρατήσει μια αδιατάραχτη προσωπική σχέση, μια σχέση γεμάτη από σεβασμό δικό μου και αγάπη δική του, η οποία βεβαίως τροφοδοτήθηκε από πολλές εκ μέρους διαφωνίες. Ισχυρότερη και σημαντικότερη των οποίων ήταν η διαφωνία για τα γεγονότα του 1989, για τη συμμετοχή της τότε ενιαίας Αριστεράς, του μεγάλου Συνασπισμού στην κυβέρνηση Τζανεττάκη, και για την ποινική δίωξη κατά του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ήταν τόσο ωραία η εισαγωγή και η κωδικοποίηση που έκανε ο Πέτρος, είναι τόσο γλαφυρές οι συνεντεύξεις, τις οποίες έχω ακούσει ως μόνιμος ακροατής του Παρατηρητή τα πρωινά της Κυριακής, ώστε δεν θέλω να σας κουράσω με επαναλήψεις. Θέλω να πω όμως ότι ο Λεωνίδας Κύρκος, για να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, γιατί η αλήθεια είναι επαναστατική όπως θα έλεγε, είχε συλλάβει αυτό που είναι τώρα προφανές. Ότι η Ανανεωτική Αριστερά, ή θα επιδιώξει να κάνει αυτό που ξεκίνησε να κάνει ο Ανδρέας Παπανδρέου με το ΠΑΣΟΚ, ή δεν έχει στην πραγματικότητα λόγο ύπαρξης. Ή θα μπορέσει να εκφράσει μεγάλες προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις, μετωπικές, πλειοψηφικές, καθιστάμενη μια δύναμη εξουσίας, ή θα οδηγηθεί σε μία  συρρίκνωση των δυνάμεών της, τελικά σε ένα ρόλο ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν είναι ρόλος κεντρικός, δεν είναι ρόλος κατά κυριολεξία ανανεωτικός, ριζοσπαστικός, ανατρεπτικός.

Ο Λεωνίδας όπως θα ξέρετε πολύ καλά, επεδίωξε και αγωνίστηκε γι’ αυτό, στο όνομα των ιδεών του και των πεποιθήσεών του, να ανακόψει  το ρεύμα που είχε αρχίσει να δημιουργεί ο Ανδρέας Παπανδρέου,  το 1974 με την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο μεγάλωνε με γεωμετρική πρόοδο. Και η αντιπαράθεση αυτή , η οποία κορυφώθηκε την περίοδο του 1989-1990, οδήγησε στην ύστερη φάση, όπως όμορφα είπε ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος, της μεταπολίτευσης, με όρους τελείως διαφορετικούς απ’ αυτούς που θα ήθελε ο Λεωνίδας.

Τονίστηκε κατά κόρον το ύφος του Λεωνίδα, προφανώς το ήθος και η ποιότητα του λόγου. Η ποιότητα της σκέψης και η γλυκύτητα της έκφρασης, και το θάρρος, το οποίο νομίζω ότι κορυφώνεται μετά την απαλλαγή του από τα κομματικά βάρη. Δηλαδή, από τον συμβατικό κομματικό λόγο. Ο καλύτερος Λεωνίδας, είναι κατά τη γνώμη μου ο Λεωνίδας μετά το 1993. Ο Λεωνίδας που δεν εξυπηρετεί καμία κομματική ή παραταξιακή σκοπιμότητα.

Είχε το θάρρος να πει πράγματα που πολλοί σκέφτονταν στο χώρο της ανανεωτικής  Αριστεράς και στο στενό χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς. Θέτει το δάχτυλό του εις το τύπο των ήλων, θέτει τα μεγάλα ζητήματα της ιστορικής διαδρομής του τόπου μας. Θέτει το ζήτημα των δεκεμβριανών, του εμφυλίου, θέτει το μεγάλο ερώτημα εάν η μοίρα της χώρας θα ήταν καλύτερη σε περίπτωση που η έκβαση του εμφυλίου πολέμου ήταν διαφορετική.
Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η κορυφαία διανοητική και πολιτική στιγμή του Λεωνίδα Κύρκου. Όλα τα άλλα είναι πολύ μικρά. Γιατί έτσι ο Λεωνίδας Κύρκος κάνει τη δική του αναψηλάφηση στην ιστορία του έθνους και στην ιστορία της Αριστεράς. Διατυπώνει το λόγο του με έναν καθαρό τρόπο. Και βεβαίως δεν θα είχαν συμπέσει οι διαδρομές μας, εάν δεν πιστεύαμε στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, αν δεν πιστεύαμε στην αξία ενός λόγου που είναι μετριοπαθής, είναι λευκός, θεσμικός, δημοκρατικός, αλλά βλέπετε η εξουσία έχει πάρα πολύ μεγάλες αξιώσεις και το να είναι κανείς στην εποχή μας προοδευτικός αριστερός είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Είναι πολύ δυσκολότερο θεωρητικά και διανοητικά από ότι ήταν μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Διότι κάποτε τα προτάγματα ήταν προφανή. Έπρεπε να αγωνιστείς για ελευθερία, για δημοκρατία, για στοιχειώδη ισονομία, για δικαιώματα στην έκφραση, για δικαιώματα στην ύπαρξη, για δικαιώματα στη ζωή. Τώρα πώς απαντάει η ευρωπαϊκή Αριστερά στην παγκόσμια κρίση;" Στην παγκόσμια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στην παγκόσμια δημοσιονομική κρίση. Ποιος είναι ο αριστερός λόγος που ταυτόχρονα διασφαλίζει το επίπεδο ζωής, διασφαλίζει το επίπεδο του κοινωνικού κράτους, διασφαλίζει τη δυνατότητα να λειτουργεί αναδιανεμητικά, παροχικά, ασφαλιστικά, το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος που είναι το μεγάλο κεκτημένο του εικοστού αιώνα. Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα της Αριστεράς.

Και το μεγάλο αυτό ερώτημα τίθεται και στις δυνάμεις της αριστερής αντιπολίτευσης στις μέρες μας. Γιατί, αλλοίμονο αν ακυρώσουμε το κεκτημένο της μεταπολίτευσης επειδή η χώρα βρίσκεται σε μία δημοσιονομική κρίση και καταφεύγει στο μηχανισμό στήριξης. Ο μηχανισμός στήριξης περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη ζώνη του ευρώ με όλα τα προβλήματά της, που την καθιστούν πραγματικά τραγική και μετέωρη, περιλαμβάνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, περιλαμβάνει αυτή την περίεργη σχέση μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Γιατί η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στο πρόβλημα της δημοσιονομικής ασφάλειας της Ευρώπης, (το να καταφύγουμε στην τεχνογνωσία και τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ομόλογο φαινόμενο της ιστορικής τάσης της Ευρώπης σε σχέση με το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Στην ευρωπαϊκή ασφάλεια η Ευρώπη καταφεύγει στο ΝΑΤΟ. Στην δημοσιονομική ευρωπαϊκή ασφάλεια καταφεύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο μηχανισμός στήριξης όμως περιλαμβάνει πάντα και τις αγορές. Γιατί ο μηχανισμός στήριξης στην πλήρη του ανάπτυξη και υπό την καλύτερη εκδοχή του καλύπτει το μισό των δανειακών αναγκών και φυσικά το άλλο μισό όταν το καλύπτουν οι αγορές, τα επόμενα τρία τέσσερα ή πέντε χρόνια.

Και από την άλλη μεριά ποιος είναι ο λόγος της Αριστεράς για τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές; Για την ριζοσπαστική αναδιανομή που πρέπει να γίνει. Πως θα ξαναγνωριστούμε όλοι μέσω των κεκτημένων της μεταπολίτευσης; Η Πανεπιστημιακή Αριστερά, στην οποία αναφέρθηκε ο Πέτρος, που έχει τις δικές της ευθύνες για το πανεπιστήμιο, πως θα τοποθετηθεί απέναντι στην ανάγκη για ένα διαφορετικό πανεπιστήμιο; Πως θα τοποθετηθεί στην ανάγκη για ένα διαφορετικό κράτος, για μια διαφορετική δημόσια διοίκηση. Για μια διαφορετική αυτοδιοίκηση χωρίς διαφθορά, χωρίς δαπάνες αναποτελεσματικές. Δεν έχει ευθύνη η Αριστερά, εν ευρεία εννοία, για τον τρόπο με τον οποίο αυτό που λέγεται αυτοδιοίκηση, αυτό που λέγεται συνδικαλισμός, αυτό που λέγεται συνεταιριστικό κίνημα έχει εξελιχθεί στις μέρες μας;

Αλλά- θα έλεγε ο Λεωνίδας- αν ήτανε παρόν, και είναι διανοητικά παρόν και ενεργότατα, πρέπει να μηδενίσουμε αυτό το κεκτημένο; Πρέπει να μηδενίσουμε την πορεία των τελευταίων τριάντα πέντε ετών; Μήπως έλειψε η συναίνεση; Μήπως έλειψε η θεσμικότητα στη λειτουργία μας τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια; Μα είναι τα καλύτερα στην ιστορία του τόπου από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους. Από το 1822 μέχρι σήμερα τα καλύτερα χρόνια, αν θέλαμε να βγούμε στη σύνταξη, ως έθνος, και διαλέγαμε την καλύτερη τριακονταπενταετία για να υπολογίσουμε το ποσοστό αναπλήρωσης, είναι τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια. Θέλετε να τα ακυρώσουμε όλα και να μπούμε σε μια εσωτερική κατάθλιψη, σε μια μιζέρια;
Πιστεύω ότι ο λόγος του Λεωνίδα, που ήταν ένας λόγος πάντα και που είναι, αναζωογονητικός, ενθαρρυντικός, ένας λόγος ηγετικός, ένας λόγος αριστερός, ένας λόγος με ψυχή, ένας λόγος ο οποίος είχε αναλυτικές ικανότητες, αλλά και εκφραστικές ικανότητες, πάρα πολύ μεγάλες, θα έλεγε ‘’εντάξει βρε παιδιά, εντάξει, θα το ξεπεράσουμε κι αυτό. Θα το ξεπεράσουμε με ένα οργανωμένο τρόπο, όπως ξεπεράσαμε τόσα και τόσα’’ και βέβαια χωρίς να υποτιμούμε το επίτευγμα της μεταπολίτευσης, στο οποίο η Ανανεωτική Αριστερά έχει συμβάλλει με τον εμβολιασμό πολλών ιδεών. Με την έγχυση πάρα πολλών ιδεών. Και πρέπει να πω ότι, επειδή ο εξάλογος αυτός του Πέτρου, η κωδικοποίηση αυτή, δεν αποτυπώνει μια προσωπικότητα, όπως είναι- ας πούμε- ο Κώστας Σημίτης, αλλά ένα αριστερό ηγέτη της κομμουνιστογενούς αριστεράς, όπως είναι ο Λεωνίδας Κύρκος:Πως θα ξανασυζητήσουμε για το τι σημαίνει εκσυγχρονισμός; Τι σημαίνει αριστερός ριζοσπαστικός εκσυγχρονισμός, εάν δεν αναλάβουμε τις ευθύνες με έναν τρόπο ευρύτερο, δηλαδή όχι με την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα καταρρέει που έχει η κοινωνία και με την αίσθηση ότι η κοινωνία των πολιτών καταρρέει που έχει το πολιτικό σύστημα. Διαμορφώνεται ένα χάσμα και μία μετωπική ρήξη, η οποία νομίζω ότι πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε με μεγαλύτερη περίσκεψη και με περισσότερες αποχρώσεις κάποια πράγματα. Και πιστεύω ότι αυτή θα ήταν, και θα είναι­­- θέλω να το πιστεύω αυτό- η συμβολή του Λεωνίδα στην παρούσα κρίση, την οποία η Αριστερά οφείλει να συμβάλλει, γιατί έχει και γενετική υποχρέωση να το κάνει. Στο κάτω-κάτω ο Μαρξισμός βρίσκεται πάντα στον βαθύτερο πυρήνα της αριστερής σκέψης. Είναι μια θεωρία της καπιταλιστικής  κρίσης.

Και τώρα που είμαστε μπροστά σε μία τέτοια κρίση, η οποία αποκτά δημοσιονομικές και διαρθρωτικές διαστάσεις, τώρα δεν θα ακουστεί αυτός ο λόγος; Αλλά ο λόγος αυτός είναι ο λόγος των επισήμων κομμάτων της Αριστεράς; Είναι αυτός ο λόγος; Αυτά είναι νομίζω θέματα τα οποία φέρνουν στην επικαιρότητα την σκέψη του Λεωνίδα και δείχνουν και την ικανότητα το να προσαρμόζει τη σκέψη αυτή σε μία συγκυρία η οποία είναι απαιτητική και η οποία πολλές φορές μας διαψεύδει, γιατί η αφήγηση της πραγματικότητας, είναι πιο γοητευτική και πιο πολύπλοκη από οποιαδήποτε αφήγηση μπορούμε να συνθέσουμε ως υποκείμενα. Είτε ατομικά, είτε συλλογικά.

Και πιστεύω ότι αυτό είναι ένα δίδαγμα, το οποίο προκύπτει μέσα και από την εκ των υστέρων ανάγνωση των συνεντεύξεων αυτών, δηλαδή μέσα από μία διεργασία η οποία μετατρέπει τον συγκυριακό λόγο σε λόγο ιστορικό. Γιατί αυτές οι συνεντεύξεις είναι ένας συγκυριακός λόγος, έτσι δεν είναι; Ανταποκρίνονται στη στιγμή τους. Υπήρχε μία στιγμή. Μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μια σκοπιμότητα θεμιτή γιατί πρόκειται για λόγο πολιτικό, για λόγο δημοσιογραφικό, που συνδέονται και συνεκφράζονται.

Άρα πρέπει να δούμε πως αυτό μετατρέπεται σε ένα λόγο με συνέχεια και διάρθρωση που ξεπερνά τη στιγμή και αποκτά χαρακτηριστικά ιστορικά. Αυτό είναι νομίζω ένα ζητούμενο το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει, όχι με αφορμή την παρουσίαση ενός τόσο σημαντικού βιβλίου, όχι σε μια στιγμή τιμής και αγάπης για τον Λεωνίδα -που την δικαιούται όσο γίνεται πιο συχνά και πιο πυκνά και πιο μαζικά-αλλά όταν ο καθένας από μας ως πολίτης, ως ενεργός και σκεπτόμενος πολίτης, αναλογίζεται γύρω από τα θέματα αυτά -γιατί αυτό που μας λείπει είναι αυτό- είναι ο στοχασμός. Έχουμε γίνει μια κοινωνία δραματικά και επικίνδυνα εμπειρική που έχει διακόψει τη σχέση της με τον στοχασμό και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλες επιπτώσεις. Επιπτώσεις αναπτυξιακές, αισθητικές, ηθικές, θεσμικές, και αυτό πρέπει να κάνουμε.

Πρέπει να αναλογιστούμε γύρω από τα θέματα αυτά, και έτσι χρειαζόμαστε το δημόσιο βίο. Φωνές, οι οποίες είναι φωνές - ας το πούμε έτσι - ιστορικές, πατρικές, μεντόρων του έθνους.

Και ένας από αυτούς, ένας μέντορας του έθνους είναι ο Λεωνίδας Κύρκος, που χωρίς σκοπιμότητες, χωρίς υστεροβουλίες, μπορούν και πρέπει να παρεμβαίνουν προκειμένου να μας κάνουν να σκεφτόμαστε με καθαρότερους, ιστορικότερους, και πιο θαρραλέους όρους.