Τρίτη 21 Απριλίου 2010

Κυρίες και κύριοι, στην ημερήσια διαταγή που απηύθυνα στους άντρες και τις γυναίκες των Ενόπλων Δυνάμεων, σήμερα, ημέρα της μαύρης επετείου της 21ης Απριλίου, προσπαθώ να αναδείξω τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο τότε και το σήμερα.
Τότε οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας έγιναν ο μοχλός για την κατάλυση της Δημοκρατίας, σήμερα οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι ο φύλακας της εθνικής ανεξαρτησίας και ακεραιότητας, είναι ένα ένστολο τμήμα του Ελληνικού λαού που συγκεντρώνει τη συμπάθεια την εκτίμηση και την αναγνώριση του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, ακριβώς επειδή ο σεβασμός προς τη δημοκρατική νομιμότητα, η προστασία του Δημοκρατικού Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος της χώρας είναι θεμελιώδης αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι αυτονόητη παραδοχή πάνω στην οποία οικοδομείται το αμυντικό αποτρεπτικό δόγμα της χώρας, αλλά και η κοινωνική προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων.


Προκειμένου να καταστεί αυτό το απλό πράγμα αυτονόητο, χρειάστηκε να περάσει ο Ελληνισμός από μια πολύ μεγάλη περιπέτεια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη πράξη οργανωμένης πολιτικής διεθνούς αντίστασης κατά της Χούντας των Συνταγματαρχών, ήταν η συγκρότηση της Επιτροπής για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα στη Λευκωσία αυθημερόν.

Και πρέπει να απονείμουμε τον οφειλόμενο έπαινο στους πρωτεργάτες της ιδέας αυτής, στον Τάκη Χατζηδημητρίου, τον Ανδρέα Χριστοδουλίδη και όλους τους άλλους -ων τα ονόματα μνημονεύει στο βιβλίο του ο Θέμης Πολυβίου- και αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να δικαιώσει τη συγγραφική και εκδοτική πράξη αυτή.

Μετά δυστυχώς από επτά χρόνια, η Κύπρος με την καταστροφή που υφίσταται, είναι αυτή που τελικά οδηγεί τη μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα, στην απελευθέρωσή της από τα δεσμά της δικτατορίας και στην αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας.

Το τίμημα είναι βεβαίως πάρα πολύ ακριβό και όταν αξιολογούμε τα γεγονότα εκ των υστέρων μας φαίνονται εντυπωσιακά ευανάγνωστα όλα όσα θα έπρεπε να έχουν αντιληφθεί οι τότε υπεύθυνοι. Και δεν αναφέρομαι μόνον στους πραξικοπηματίες όλων των εκδοχών και των αποχρώσεων, αλλά αναφέρομαι και στην Ελλαδική και την Κυπριακή Πολιτική Ηγεσία, μέχρι το 1967, αλλά φυσικά στην Κύπρο και κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας στην Ελλάδα.

Έπρεπε να είναι τυφλός όποιος βλέποντας τον χάρτη του νησιού δεν αντιλαμβανόταν ότι έχουν διαμορφωθεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ΄60 οι στρατιωτικές -γιατί αυτές είναι οι κρίσιμες- προϋποθέσεις για την εισβολή και δυστυχώς η διχοτόμηση δεν είναι μία πραγματικότητα δραματική του 1974, αλλά είναι μια δραματική πραγματικότητα του 1963.

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να διατηρούμε τη μνήμη μας και τη σχέση μας με την αλήθεια -όπως τόνισε και ο Πρόεδρος Γιαννάκης Ομήρου, μόλις προηγουμένως. Με στερεότυπα, με αναπαραγωγή μύθων γενικής παραδοχής, δεν προσεγγίζουμε την αλήθεια και η αλήθεια είναι αυτή που είναι ριζοσπαστική επαναστατική και λυτρωτική.

Και είναι ευκαιρία σήμερα 21 Απριλίου του 2010, εν μέσω μιας άλλου τύπου κρίσης που διέρχεται η πατρίδα, που είναι μία κρίση δημοσιονομική, που είναι μία κρίση κοινωνική, που είναι μία κρίση θεσμική, που είναι μία κρίση πολιτική, να δείξουμε ότι μπορούμε να αντλούμε διδάγματα από τη σύγχρονη ιστορία του τόπου μας, προκειμένου να διαφυλάσσουμε τον πυρήνα της εθνικής μας ανεξαρτησίας και της εθνικής μας αξιοπρέπειας.

Γιατί πράγματι βρίσκεται και πάλι σε μια πάρα πολύ κρίσιμη στιγμή το Κυπριακό και η εκλογική νίκη του κ. Έρογλου, πέραν οποιασδήποτε άλλης διαπίστωσης, καθιστά απολύτως ευανάγνωστο το μέγεθος του προβλήματος. Γιατί οι συσχετισμοί των δυνάμεων είναι συσχετισμοί των δυνάμεων.

Είμαστε καλόπιστοι, είμαστε δημιουργικοί, θέλουμε να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση μιας λύσης, μιας λύσης σύμφωνης με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μιας λύσης συμβατής με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, μιας λύσης που να μπορεί να γίνει αντικείμενο δημοψηφίσματος, άρα μιας λύσης αποδεκτής από την πλειοψηφία του Κυπριακού λαού, γιατί διαφορετικά δε γίνεται.

Όμως, δεν είμαστε αφελείς, δεν χάνουμε από τα μάτια μας την πραγματικότητα της συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής μεγάλου τμήματος της επικράτειας ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Και αυτό το ζωτικό εθνικό και πολιτειακό αγαθό, της διεθνούς νομικής προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι κράτος-μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όλων των Διεθνών Οργανισμών και πρωτίστως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ζώνης του Ευρώ, αυτό το αγαθό είμαστε υποχρεωμένοι να το διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού.

Από την άλλη μεριά η ετερογονία των σκοπών είναι πάντοτε γοητευτική, γιατί τη στιγμή που διεθνώς αμφισβητείται η εθνική ανεξαρτησία και το δικαίωμα αυτοκαθορισμού των λαών, για πρώτη φορά από το 1960, για πρώτη φορά από τότε που άρχισε ο κυπριακός αγώνας στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, έχει καταστεί αυτονόητο ότι η οποιαδήποτε λύση θα είναι αντικείμενο δημοψηφίσματος και άρα πρέπει να είναι αποδεκτή από τους ίδιους τους Κύπριους πολίτες.

Αυτό είναι ένα κεκτημένο, που αλλάζει όπως έχω πει κατ΄ επανάληψη και με έχει ακούσει πολλές φορές ο Γιαννάκης Ομήρου, όχι τη φάση του κυπριακού στην οποία βρισκόμαστε, αλλά την ίδια τη φύση του κυπριακού προβλήματος πλέον και αυτό σίγουρα το λαμβάνουμε υπ’ όψιν.

Και γνωρίζει και η γειτονική μας χώρα, η Τουρκία -την επίσκεψη του Πρωθυπουργού της οποίας αναμένουμε σε λίγες εβδομάδες- ότι η συμβολή της στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος με τις προδιαγραφές που προανέφερα, είναι καθοριστική για όλα.

Φυσικά είναι κι ένα στοιχείο το οποίο συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή προοπτική της, που τη στηρίζουμε και τη στηρίζουμε ακριβώς με τη σκέψη ότι η αποδοχή και η εφαρμογή των αρχών του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού θα διαμορφώσει ένα πεδίο σταθερότητας, καλής γειτονίας, ειρήνης στην περιοχή -στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου- όπου αναπτύσσεται η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία δύο χωρών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η Ελλάδα και η Κύπρος, στον ενιαίο αυτό γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, που μοιραζόμαστε βεβαίως και με άλλες χώρες, αλλά και μεταξύ μας.

Όλα αυτά μας τα θυμίζει η συγγραφική δουλειά του Θέμη Πολυβίου, επιστήμονα και δημοσιογράφου, άρα ερευνητή με την επιστημονική έννοια του όρου, αλλά και εκλαϊκευτή με τη δημοσιογραφική έννοια του όρου, που μνημονεύει όλα τα γεγονότα που συνθέτουν την κοινή μοίρα του Ελληνισμού, Ελλαδικού και Κυπριακού.

Και αυτό νομίζω ότι είχε γίνει αντιληπτό ευθύς εξαρχής από όλους εκείνους που στην Κύπρο είχαν την ευαισθησία να αντιδράσουν τον Απρίλιο του 1967 νοιώθοντας το προφανές: ότι πλήττεται και η δική τους ελευθερία, πλήττεται και η δική τους δημοκρατική προοπτική, πλήττεται και η δική τους εθνική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια. Τα πράγματα όμως ήταν τότε εξαιρετικά πολύπλοκα, διότι έπρεπε προφανώς να λαμβάνονται υπ’ όψιν συσχετισμοί εσωτερικοί, συσχετισμοί περιφερειακοί, απειλές εκ μέρους της Χούντας.

Είχε διαμορφωθεί λοιπόν μία κατάσταση γεμάτη αντιφάσεις, αποχρώσεις και γκρίζες όψεις, που τελικά δεν ωφέλησε ως κατάσταση, αποδεκτή από κάποιους και ανεκτή από κάποιους άλλους, κανέναν και έβλαψε βαρύτατα, ανεπανόρθωτα τον Ελληνισμό, έβλαψε την Κύπρο που υφίσταται στο σώμα της τις πληγές αυτής της δραματικής εμπειρίας. Βεβαίως, όλα αυτά αποτελούν ένα μάθημα για όλους μας και ένα μάθημα και για τις Κοινοβουλευτικές Δημοκρατίες των δύο χωρών.

Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον πληροφορήθηκα ότι η Κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων συγκρότησε και πάλι κατά την τρέχουσα περίοδό της, Επιτροπή Κοινοβουλευτική για τη Διερεύνηση του Κυπριακού, που έχει ζητήσει από κάθε ελλαδική πηγή που μπορεί να διαθέτει στοιχεία, αντίγραφα των στοιχείων αυτών, προκειμένου να συγκροτήσει τον δικό της ολοκληρωμένο ιστορικό και πολιτικό φάκελο της Κύπρου.

Και είναι προφανές ότι όλοι μας θα ανταποκριθούμε στο αίτημα αυτό, γιατί η ιστορική γνώση είναι προϋπόθεση ενός λειτουργικού και αποτελεσματικού πατριωτισμού σήμερα, στην αρχή του 21ου αιώνα. Πατριωτισμός δε σημαίνει μόνο φρόνημα, σημαίνει συνείδηση της ιστορίας και καλή αίσθηση του συσχετισμού των δυνάμεων.

Και ικανότητα πλοήγησης μέσα σε αυτήν την πολύ ταραχώδη θάλασσα των διεθνών και περιφερειακών συσχετισμών. Κι έχουμε υποχρέωση με τους σύγχρονους αυτούς όρους περί πατριωτισμού να αποδείξουμε τον πατριωτισμό μας οι Πολιτικές Ηγεσίες, τα πολιτικά συστήματα και των δύο χωρών, ο Ελληνισμός ως τέτοιος.

Ιδίως σε μία περίοδο οικονομικής κρίσης, μιζέριας, απαισιοδοξίας, έχουμε υποχρέωση να «αναρριπήσουμε» αυτά τα σύμβολα της εθνικής μας αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας, που δικαίως τα κρατάμε στα χέρια μας και εις πείσμα του εαυτού μας πάρα πολλές φορές.

Θέλω λοιπόν να συγχαρώ τον κ. Πολυβίου και να του ευχηθώ και σε άλλα βιβλία σύντομα.