13 Φεβρουαρίου 2007

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας: «Κύρωση του Πρωτοκόλλου μεταξύ του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Υπουργείου Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Αλβανίας για τη συνεργασία του Λιμενικού Σώματος και της Αστυνομίας Συνόρων της Αλβανίας με σκοπό την αποτελεσματική αστυνόμευση της θαλάσσιας μεθορίου των δύο χωρών».


 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. συνδέονται ιστορικά με το σχεδιασμό του έργου της υποθαλάσσιας αρτηρίας της Θεσσαλονίκης. Συνεπώς θέλουμε την υποθαλάσσια αρτηρία, αλλά θέλουμε μια σωστή υποθαλάσσια. Μια υποθαλάσσια με προοπτική που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της πόλης και σέβεται τις ευαισθησίες των κατοίκων της. Έχω την αίσθηση ότι ο έως τώρα χειρισμός του θέματος εκ μέρους της Κυβέρνησης, έχει προκαλέσει σύγχυση η οποία επιτείνεται και από την αντιφατική στάση των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, άλλα ο δήμαρχος, άλλα ο νομάρχης.

Επίσης πρέπει όλοι να έχουμε υπ' όψιν μας ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας ούτως ή άλλως θα ελέγξει το έργο μέσω των σχετικών διοικητικών πράξεων και άρα το έργο πρέπει να είναι περιβαλλοντικά και πολεοδομικά συμβατό, να εντάσσεται στο γενικό πολεοδομικό σχεδιασμό της Θεσσαλονίκης και πρέπει φυσικά να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες αντιλήψεις.

Η σύμβαση, όπως τελικά μορφοποιήθηκε και έχει κατατεθεί προς κύρωση στη Βουλή, είναι ένας μηχανισμός που σε τελική ανάλυση κάνει κάτι πάρα πολύ απλό: κατανέμει τη συνολική δαπάνη του έργου ανάμεσα στο ελληνικό δημόσιο και τον ανάδοχο, τον παραχωρησιούχο. Όταν το δημόσιο θέλει να λύσει προβλήματα στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, στο πλαίσιο της διακήρυξης, ακόμη, και στο πλαίσιο της σύμβασης και του κυρωτικού νόμου, μπορεί να τα λύσει εφόσον έχει την ευαισθησία και την πολιτική βούληση και αν προκύπτει πρόσθετη δημόσια δαπάνη, οφείλει να αναλάβει την πρόσθετη αυτή δημόσια δαπάνη.

Η Θεσσαλονίκη δικαιούται και την υποθαλάσσια, δικαιούται και το μετρό, δικαιούται όλα τα αναγκαία έργα υποδομής. Και αξιώνει, γιατί έχει σχετικό δικαίωμα, μεγαλύτερη συνολική δημόσια δαπάνη. Ευτυχώς κάποια στιγμή μετατρέψαμε το μετρό από έργο παραχώρησης σε δημόσιο έργο. Έτσι έπρεπε να έχουμε κάνει νωρίτερα. Ευτυχώς το κάναμε. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Αυτό σημαίνει ότι κάποια πράγματα, εάν τα θεωρούμε αναγκαία πρέπει ως δημόσιο να τα πληρώνουμε. Υπάρχουν, συνεπώς, όλες οι νομικές δυνατότητες, εάν υπάρχει πολιτική βούληση, η υποθαλάσσια αρτηρία να γίνει σωστά, με τρόπο που διασκεδάζει και υπερβαίνει εύλογες ανησυχίες και αντιδράσεις.

Έχουμε κωδικοποιήσει τις παρατηρήσεις μας σε τρία σημεία.

Το πρώτο είναι η γνωστή και κατά τη γνώμη μου πολύ απλή υπόθεση των διοδίων. Το έργο δεν πρέπει να έχει συμβατικά διόδια. Πρέπει να έχει μόνο ηλεκτρονικά διόδια. Αν αποδεχθούμε τα ηλεκτρονικά διόδια, αλλάζει συνολικά ο όγκος του έργου στα κρίσιμα σημεία του, στο σημείο της εισόδου. Το έργο μπορεί να γίνει ηπιότερο, λειτουργικότερο, εναρμονισμένο με τον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης. Και εφόσον ο κύριος Υπουργός θέλει, μπορεί και σήμερα να αποσαφηνίσει ότι τα διόδια θα είναι ηλεκτρονικά. Ούτως ή άλλως ακολουθεί η μελέτη-κατασκευή και θα προσαρμοστούν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου. Περιμένουμε απάντηση και απάντηση θετική, όπως προοιωνίζεται και η στάση του κυρίου Υπουργού στη Διαρκή Επιτροπή.

Το δεύτερο σημείο είναι ακόμη πιο προφανές. Δεν θέλουμε μια υποθαλάσσια τυφλή. Θέλουμε μια υποθαλάσσια που να συνεχίζει προς το ανατολικό μέρος της πόλης και να συνδέεται με περιφερειακό δακτύλιο. Πρέπει το έργο να κατασκευαστεί έτσι σ’ αυτήν την πρώτη φάση του, ώστε να είναι διαμορφωμένες οι τεχνικές προϋποθέσεις επέκτασης και ολοκλήρωσης του έργου. Πρέπει και γι’ αυτό το θέμα να υπάρξει σαφής δήλωση του κυρίου Υπουργού. Η δήλωση αυτή σε τίποτα δεν θίγει τη σύμβαση, σε τίποτα δεν θίγει τον ανάδοχο.

Τρίτο και κορυφαίο σημείο. Η σύμβαση, κατά τα πρότυπα των συνηθισμένων συμβάσεων παραχώρησης, χρησιμοποιεί όρους, όπως ο όρος «ζώνη προνομίου» και ο όρος «ζώνη επιρροής» που δημιουργούν καχυποψία, που δημιουργούν προβλήματα, που δημιουργούν την εντύπωση ότι το αναπτυξιακό μέλλον της Θεσσαλονίκης, τα επόμενα αναγκαία και ζωτικά έργα υποδομής, υποτάσσονται σε μια συμβατική σχέση και στον ανάδοχο, ο οποίος είμαι βέβαιος ότι δεν έχει κανένα λόγο να θέλει να αναλάβει έναντι της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, τέτοιο ρόλο. Ποιος ανάδοχος θα ήθελε να αναλάβει τέτοιο ρόλο;

Τι είναι η «ζώνη προνομίου» κανονικά; Είναι ένας μηχανισμός για να διασφαλιστεί σε εύλογο χρονικό διάστημα η απόσβεση της επένδυσης που κάνει ο παραχωρησιούχος. Αυτό τον ενδιαφέρει. Δεν τον ενδιαφέρει, προφανώς, να υποτάξει μια πόλη σε κάποιες οικονομικές και εμπορικές ανάγκες. Άρα, η Θεσσαλονίκη πρέπει να είναι χειραφετημένη, να μπορεί να σχεδιάσει με δημοκρατικό και κοινωνικό τρόπο τα αναγκαία έργα, όλα τα έργα, την επέκταση του μετρό, τον προαστιακό σιδηρόδρομο –τα έργα της θαλάσσιας συγκοινωνίας εξαιρούνται ρητά ούτως ή άλλως- αλλά και τα αναγκαία οδικά έργα και τις συνδέσεις με τον περιφερειακό δακτύλιο. Άρα πρέπει να υπάρξει σαφής ερμηνευτική δήλωση κατά προτίμηση στο σώμα του κυρωτικού νόμου, εν πάση περιπτώσει, σαφής δήλωση ενώπιον της Βουλής πολιτικά και νομικά δεσμευτική για την ερμηνεία και εφαρμογή της σύμβασης ότι σε καμία περίπτωση οι όροι της σύμβασης, τα σημεία 3 και 4 για τη «ζώνη προνομίου» και τη «ζώνη επιρροής», δεν σημαίνουν ότι έργα τα οποία εντάσσονται στο σχεδιασμό, έργα που ζητούν οι δήμοι της περιοχής, έργα που είναι αναγκαία για τους πολίτες και για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, δεν θα γίνουν για να εξυπηρετηθεί η οικονομική λογική της σύμβασης. Εάν η οικονομική λογική της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο επιβάλλει μεγαλύτερη συμμετοχή του δημοσίου, πρέπει αυτή η μεγαλύτερη συμμετοχή του δημοσίου να καταβληθεί σε μάκρος χρόνου, βεβαίως, γιατί αυτό αφορά τη μακροχρόνια λειτουργία της σύμβασης καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Τρία σημεία, τα οποία μπορούν και πρέπει να λυθούν. Τρία σημεία αναγκαία απολύτως όχι μόνο για την πόλη της Θεσσαλονίκης, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συνάπτουμε αυτού του είδους τις συμβάσεις.

Εμείς υποδεικνύουμε, όπως είπε και ο εισηγητής μας και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνει αυτό. Και απευθύνομαι σε έναν Υπουργό, το Γιώργο Σουφλιά, που έχει το σθένος το πολιτικό, είμαι βέβαιος, να δώσει λύσεις τώρα και πρέπει να το κάνει. Εμείς, έχουμε πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που έχει κάθε μεγάλο έργο. Δυστυχώς η Νέα Δημοκρατία ως αντιπολίτευση πίστευε ότι πατάς ένα κουμπί και το έργο γίνεται. Τα χρόνια περνούν, ο χρόνος φεύγει γρήγορα, όταν χειρίζεσαι τα θέματα αυτά. Ήδη είμαστε τώρα στον τρίτο χρόνο της θητείας της Νέας Δημοκρατίας. Εγώ θα σας πω « κάλλιο αργά παρά ποτέ». Όμως τώρα που αντιλαμβανόμαστε όλοι τις δυσκολίες και τις προϋποθέσεις, αντιλαμβάνεστε ότι πρέπει να δώσουμε μια απάντηση. Και η απάντηση μπορεί και πρέπει να δοθεί σήμερα, ώστε η Θεσσαλονίκη να νιώσει ότι το έργο αυτό την ενώνει, ότι το έργο αυτό τη διευκολύνει, την ανακουφίζει, την αναπτύσσει και δεν της δημιουργεί προβλήματα. Πρέπει το έργο αυτό να το υιοθετήσει συνολικά η κοινωνία της Θεσσαλονίκης χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς επιφυλάξεις. Και πρέπει, όταν κάνουμε τέτοιου είδους επενδύσεις και τέτοιου είδους επεμβάσεις στο όνομα του ελληνικού λαού και με το χρήμα του ελληνικού λαού, να διασφαλίζουμε τις προϋποθέσεις ενός έργου σύγχρονου, ολοκληρωμένου, που δεν δημιουργεί, αλλά λύνει προβλήματα. Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Μετανάστες