24 Ιουνίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 30 έως 48 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις».




Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, δεν είχα την ευκαιρία χθες κατά τη συζήτηση επί της αρχής να αναφερθώ ούτε καν ακροθιγώς στο κεφάλαιο του νομοσχεδίου που αφορά στο Συμβούλιο της Επικρατείας και δευτερευόντως στο Ελεγκτικό Συμβούλιο.

Η επιστήμη του δημοσίου δικαίου έχει απασχοληθεί επί πάρα πολύ χρόνο με το ζήτημα της συνταγματικής κατοχύρωσης της αίτησης αναιρέσεως σε αντιδιαστολή με την αδιαμφισβήτητη πλήρη συνταγματική κατοχύρωση της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και είναι αλήθεια πως από το 2002 η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με εισηγητή μάλιστα το Γεώργιο Κουβελάκη έχει διαμορφώσει ερμηνευτικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να ασκείται η αίτηση αναίρεσης ως έκφραση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του ελληνικού Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Βέβαια όλα αυτά εξειδικεύονται στο άρθρο 95 του Συντάγματος, που είναι μία κορυφαία επίσης διάταξη, ένας από τους πυλώνες του κράτους δικαίου.

Συμφωνώ με κάθε προσπάθεια να επιβληθούν θεσμοί διήθησης της αίτησης αναίρεσης στο βαθμό που δεν παραβιάζεται κάποιο ουσιαστικό δικονομικό δικαίωμα, στο βαθμό που ο διοικούμενος, ο διάδικος απολαμβάνει πλήρους δικαστικής προστασίας και έχει την αίσθηση ότι ακούστηκε και δικάστηκε στο πλαίσιο μίας δίκαιης διοικητικής δίκης.

Το νομοσχέδιο διαμορφώνει με έναν αρκετά έντονο τρόπο ένα μηχανισμό του λεγόμενου certiorari στο χώρο της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η θέση μας είναι επί της αρχής θετική, αλλά πρέπει να σας πω ότι παρόμοιες διατάξεις πρέπει να επανεξετάζονται σε περιοδικά διαστήματα με πολύ μεγάλη προσοχή και με πολύ μεγάλη αυστηρότητα. Πρέπει να παρακολουθούμε πώς τίθενται τα θέματα, πώς λειτουργεί στην πράξη ένας παρόμοιος θεσμός, γιατί σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μην τίθενται και να μην επιλύονται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ζητήματα που συνδέονται με τη συνταγματικότητα των νόμων, ζητήματα που συνδέονται με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ζητήματα που συνδέονται με θεμελιώδεις θεσμούς της διοικητικής μας νομοθεσίας, είτε αυτή είναι η φορολογική νομοθεσία είτε είναι η νομοθεσία περί δημοσίων έργων είτε είναι η νομοθεσία περί προστασίας του περιβάλλοντος και περί προστασίας των δασών ή των αρχαίων μνημείων.

Υπό την έννοια αυτή, ψηφίζουμε για να δοκιμάσουμε την εφαρμογή του θεσμού αυτού. Και πρέπει να ζητηθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά από ένα πλήρες δικαστικό έτος εφαρμογής των νέων αυτών διατάξεων, να υποβάλει προς τη Βουλή έκθεση αξιολόγησης των διατάξεων αυτών με βάση τα κριτήρια που προανέφερα, ώστε να μπορέσει η Βουλή να επανέλθει, για να εκτιμήσει εάν ο πολίτης πράγματι προστατεύεται, εάν ο διοικούμενος βρίσκει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την προστασία που του επιφυλάσσουν το Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Δεν θέλω να επεκταθώ στα ζητήματα αυτά, για να μην παρασυρθώ και από μία επαγγελματική υπερευαισθησία, αλλά θέλω να αξιοποιήσω το χρόνο μου για το μείζον θέμα που θέτει η κυβερνητική τροπολογία, στην πραγματικότητα το αυτοτελές νομοσχέδιο για το ζήτημα της μη νόμιμης μετανάστευσης.

Είπα και χθες, κύριε Υπουργέ –και λυπάμαι που είστε αποδέκτης αυτών των παρατηρήσεων, γιατί θα έπρεπε να είναι εδώ ο κ. Μαρκογιαννάκης για να τα ακούσει αυτά- ότι η Κυβέρνηση δεν διαθέτει και βεβαίως δεν εφαρμόζει μια συγκροτημένη, σοβαρή μεταναστευτική πολιτική. Εισάγετε αυτό το νομοσχέδιο με τη μορφή τροπολογίας, χωρίς να έχει διαμορφωθεί αυτή η πολιτική. Είναι μια εκδήλωση νευρική, είναι μία απάντηση στην πίεση που ασκεί ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός στο εσωτερικό της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης, διότι έγινε αντιληπτό με καθυστέρηση ότι υπάρχει ένα ακροατήριο στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο δεν είναι αυτόματα ένα ακροατήριο υπερσυντηρητικό ή ακραίο, το οποίο θέλει έγκυρες και πειστικές απαντήσεις σε σχέση με το ζήτημα της μετανάστευσης και κυρίως σε σχέση με το ζήτημα της ασφάλειας και της καταπολέμησης της οργανωμένης εγκληματικότητας, αλλά και της διάχυτης μικροεγκληματικότητας, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, ιδίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Και οφείλουμε να απαντήσουμε σε αυτού του είδους τις αγωνίες και τις επιφυλάξεις μιας μερίδας πολιτών. Όμως, οφείλουμε να απαντήσουμε στις αγωνίες αυτές με σοβαρότητα, χωρίς δημαγωγίες, χωρίς λαϊκισμούς, χωρίς να διολισθαίνουμε σε λάθη, σε σχέση με το κράτος δικαίου, ανθρώπινα δικαιώματα, το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο. Και πρέπει να εξηγήσουμε σε κάθε πολίτη με υπομονή, με πειστικότητα, ότι μπορεί να υπάρξουν οργανωμένες συστηματικές πολιτικές, οι οποίες να αποδώσουν αποτέλεσμα.

Η μήτρα του προβλήματος της παράνομης μετανάστευσης στην Ελλάδα τώρα -το επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά- είναι δυστυχώς ο Κανονισμός Δουβλίνο II. Ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ καθιστά την Ελλάδα μία χώρα που αναγκάζεται να αντιμετωπίσει μοναχική και αδύναμη ένα τεράστιο κύμα παράνομης μετανάστευσης, χωρίς να υπάρχουν μηχανισμοί πραγματικής ευρωπαϊκής κοινοτικής αλληλεγγύης. Διότι υπάρχει ένα διεθνές πρόβλημα. Υπάρχουν χώρες υψηλού κινδύνου, που ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζουν ως χώρες υψηλού κινδύνου. Υπάρχουν χώρες, όπως η Σομαλία, υπάρχουν περιοχές, όπως το Νταρφούρ, στις οποίες ζουν άνθρωποι υπό άθλιες συνθήκες, με καθημερινή απειλή της ζωής τους. Και αυτοί αναζητούν μία καλύτερη τύχη. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρέπει να υπάρξει απάντηση ανθρωπιστική, ευαίσθητη απέναντι σε τέτοιες περιπτώσεις.

Δεν υπάρχει, επίσης, καμία αμφιβολία ότι οι βόρειες χώρες, οι χώρες που δεν έχουν θαλάσσια σύνορα στη Μεσόγειο, δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα που υφίσταται η Ελλάδα, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα σε σχέση με τον πληθυσμό της, πολύ περισσότερο από ό,τι η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, πολύ περισσότερο από ό,τι και η Κύπρος και η Μάλτα.

Είναι, επίσης, προφανές ότι οι άνθρωποι αυτοί, στην απόγνωσή τους ως θύματα δουλεμπορικών καταστάσεων, έρχονται στην Ελλάδα, θέλοντας τελικά να βρουν τη μοίρα τους σε μία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, σε μία χώρα η οποία θα τους προσφέρει την πιθανότητα μιας καλύτερης οικονομικής εξέλιξης.

Όμως, έτσι εμείς βρισκόμαστε μεταξύ δύο πυρών, δεν μπορούμε να λύσουμε κανένα απολύτως πρόβλημα. Δεν λύνεται το πρόβλημα αυτό με μέτρα τύπου Frontex, με μέτρα δηλαδή καταστολής, διότι πρέπει να ληφθούν προηγουμένως πολύ σοβαρές πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες ξεκινούν από την κατάργηση της βασικής αυτής φιλοσοφίας του Κανονισμού Δουβλίνο II, ώστε η Ελλάδα να μην είναι χώρα αναγκαστικής αποθήκευσης ενός μεγάλου αριθμού μη νομίμων μεταναστών που θέλουν να πάνε αλλού τελικά, και, επίσης, γιατί πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση πολιτικά να τοποθετηθεί σε σχέση με μη νομίμους μετανάστες, προερχόμενους από χώρες οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ασύντακτες και έτσι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα συνεργασίας με τις μη υφιστάμενες, ούτως ή άλλως, πρεσβείες των χωρών αυτών στην Ελλάδα ή εν πάση περιπτώσει σε άλλη κοινοτική χώρα, όπου να υπάρχει πραγματική διπλωματική εκπροσώπηση των χωρών αυτών. Πώς να σε βοηθήσει η Σομαλία ή το Σουδάν σε σχέση με το Νταρφούρ;

Αυτή είναι η μήτρα του προβλήματος. Και στη συνέχεια, πρέπει επιτέλους η Βουλή να ενημερωθεί υπεύθυνα από την Κυβέρνηση για το ποια είναι τα πραγματικά αριθμητικά δεδομένα. Ο αριθμός των συλλαμβανομένων στα θαλάσσια ή χερσαία σύνορα δεν είναι ο αριθμός αυτών που παραμένουν και σήμερα στη χώρα. Δηλαδή, ο αριθμός των μη νομίμων μεταναστών που βρίσκονται στη χώρα δεν είναι το άθροισμα των παρανόμως εισελθόντων και συλληφθέντων τα τελευταία χρόνια, γιατί υπάρχει περαιτέρω βεβαίως μη νόμιμη μετακίνηση. Και ο αριθμός αυτών που έχουν υποβάλει αίτηση για χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα ή ανθρωπιστικού καθεστώτος και επικουρικής προστασίας είναι πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού αριθμού των μη νομίμων μεταναστών. Άρα, πρέπει να απογραφεί η κατάσταση αυτή, για να ξέρουμε πού βρισκόμαστε και για να μπορέσουμε να επιχειρηματολογήσουμε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο αρμόδιο Συμβούλιο Υπουργών και όπου αλλού πρέπει γύρω από τα θέματα αυτά.

Εάν δεν διαμορφωθούν αυτές οι ελάχιστες συνθήκες σοβαρότητος, για να χαράξουμε μία πολιτική υπεύθυνη, ευρωπαϊκή, πολιτισμένη, αποτελεσματική, και το κράτος θα είναι ανήμπορο και η κοινωνία δεν θα παίρνει την απάντηση που πρέπει να πάρει και θα ενθαρρύνονται μορφές κοινωνικού αυτοματισμού οι οποίες φθάνουν στο φαινόμενο της Μανωλάδας, όπου νόμιμοι Αλβανοί μετανάστες ασκούν βία κατά παράνομων σημερινών μεταναστών, έχοντας λησμονήσει ότι και οι σημερινοί νόμιμοι μετανάστες ήταν κάποτε παράνομοι και νομιμοποιήθηκαν στη δεκαετία του ’90 στη χώρα μας.

Έρχομαι τώρα στην τροπολογία πολύ σύντομα, κύριε Πρόεδρε. Επαναλαμβάνω, κύριε Υπουργέ, ότι η πρώτη παράγραφος της τροπολογίας καταλύει την έννομη τάξη και το κράτος δικαίου για το σύνολο των νομίμων μεταναστών που βρίσκονται στη χώρα, για όλους εκείνους, ανεξαρτήτως ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης, που έχουν άδεια παραμονής, άδεια εργασίας, που ζουν στην Ελλάδα, που συνεισφέρουν, που φορολογούνται, που καταβάλλουν τις εισφορές τους, που οργανώνουν τη ζωή τους και θέλουμε να τους ενσωματώσουμε στην ελληνική κοινωνία. Λέει η διάταξη αυτή ότι τώρα με μία απλή άσκηση δίωξης κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας, ακόμη και για πολύ μικρά πλημμελήματα του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, μπορεί να διαταχθεί το ακραίο μέτρο της απέλασης, χωρίς καμία άλλη δικαιολογία. Γιατί αυτός κατά του οποίου ασκείται μία τέτοια ποινική δίωξη απλώς και μόνο, τεκμαίρεται ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια. Αυτό δεν συνδέεται με τους μη νομίμους μετανάστες, διότι ο μη νόμιμος μετανάστης υπάγεται στις άλλες ρυθμίσεις οι οποίες έχουν να κάνουν με το καθεστώς του, με την επαναπροώθηση, με τις διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής, με όλα όσα αφορούν και την Οδηγία 115 του 2008 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό τονίζει και ο Συνήγορος του Πολίτη στο έγγραφό του προς την Εθνική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κατέθεσα χθες το βράδυ. Επ’ αυτού οφείλει η Κυβέρνηση να απαντήσει με σοβαρότητα, με συγκεκριμένο τρόπο στα θέματα αυτά.

Από εκεί και πέρα, το να ανυψώνονται σε κακουργήματα όλα τα εγκλήματα που συνδέονται με το δουλεμπόριο, βεβαίως, είναι μία κίνηση η οποία είναι από ένα σημείο και μετά αντιληπτή, πάντα μέσα στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας, πάντα μέσα στο πλαίσιο των εγγυήσεων του Συντάγματος. Γιατί, αλίμονο, εάν φθάσουμε σε διατάξεις, οι οποίες θα είναι ανεφάρμοστες γιατί θα ευτελίζονται, επειδή ένας ταξιτζής μεταφέρει κοντά στα σύνορα τέσσερις ή τρεις αλλοδαπούς και κατηγορείται ως δουλέμπορος, χωρίς να υπάρχουν άλλα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, τα οποία να μπορούν να διαχωρίσουν τον τυχαίο ταξιτζή από τον οργανωμένο δράστη ενός εγκλήματος δουλεμπορίας που καταδικάζεται σε οικουμενικό επίπεδο.

Αυτοί οι μηχανισμοί διαχωρισμού της μίας περίπτωσης από την άλλη δεν υπάρχουν στη νομοτεχνική κατάστρωση των διατάξεων, όπως περιλαμβάνονται στην τροπολογία. Δηλαδή η τροπολογία αυτή, ενώ στοχεύει βεβαίως –και θεωρώ ότι υπάρχει μια καλή πρόθεση- στην καταπολέμηση ενός οργανωμένου εγκλήματος, μπορεί τελικά να ισοπεδώσει τυχαίους παράγοντες, όπως είναι ο ταξιτζής του παραδείγματός μου και αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε θα οδηγήσει τελικά σε αδυναμία εφαρμογής όλου του συστήματος.

Ως προς το μηχανισμό δε της διοικητικής κράτησης, πρέπει να αποσαφηνίσουμε στη Βουλή δυο βασικά πράγματα, ότι ναι μεν το άρθρο 5 παράγραφος 4 του Συντάγματος θεσπίζει την απαγόρευση λήψης ατομικών διοικητικών μέτρων υπέρ των Ελλήνων, αλλά η διάταξη αυτή ερμηνεύεται, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ισχύει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και ισχύει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως τέτοια αντιμετωπίζει από κοινού τα ποινικά και τα διοικητικά μέτρα, τα στερητικά της προσωπικής ελευθερίας και προβλέπει πράγματι για τις περιπτώσεις απέλασης τη δυνατότητα να επιβάλλεται για εύλογο χρόνο μια τέτοια κράτηση, μόνο που αυτή πρέπει να υπόκειται στις εγγυήσεις που έχει θεσπίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εδώ και χρόνια, νομολογώντας επί τη βάσει του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Από την άποψη αυτή, δεν αρκεί μια άπαξ προσφυγή του ενδιαφερομένου ενώπιον του Προέδρου του αρμοδίου Διοικητικού Πρωτοδικείου ή ενός πρωτοδίκη που ορίζεται απ’ αυτόν. Πρέπει να υπάρχει μηχανισμός περιοδικής αξιολόγησης ανά τακτά μικρά διαστήματα.

Και, εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά προϋποθέτουν ένα συνολικό σχέδιο, μια υποδομή η οποία είναι ανθρώπινη και η οποία ανεκτή και λειτουργική. Προϋποθέτουν μια κυβέρνηση που ξέρει τι θέλει να κάνει και έρχεται στη Βουλή και το παρουσιάζει αυτό και πείθει την κοινωνία ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης με μια προοπτική.
Μην παρασύρεστε, επειδή έχει βρει ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός ένα ωραίο φλάμπουρο στα θέματα αυτά. Δεν κρίνεται το πρόβλημα της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας στη δεξιά πλευρά του ιδεολογικοπολιτικού άξονα. Όλα κρίνονται πάντα στις κεντρικές θέσεις της ιδεολογικής και πολιτικής αυτοτοποθέτησης.

Και εν πάση περιπτώσει, εδώ είναι το μεγάλο στοίχημα όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ανεξαρτήτως απόχρωσης –και των σοσιαλδημοκρατικών και των συντηρητικών- να μπορούν να δώσουν απάντηση στα θέματα αυτά, προσφέροντας στην κοινωνία τους και ελευθερία και ασφάλεια και σεβασμό στον ευρωπαϊκό πολιτικό και νομικό πολιτισμό, αλλά και την αίσθηση ενός ισχυρού αποτελεσματικού κράτους που πράγματι τη θέλει ο πολίτης. Γιατί ο πολίτης απεχθάνεται ένα κακό κράτος, αλλά θέλει τα πάντα από ένα καλό κράτος.
Ευχαριστώ.

Tags: Μετανάστες