14 Φεβρουαρίου 2007

 

Θέλω να συγχαρώ το ΕΒΕΑ για την πρωτοβουλία του αυτή. Πιστεύω κι εγώ βαθιά στη σημασία και τη χρησιμότητα του κοινωνικού διαλόγου. Νομίζω ότι όταν οι κοινωνικοί εταίροι έχουν την ευκαιρία να συζητούν, και πολύ περισσότερο όταν έχουν την ευκαιρία να θέτουν το δάχτυλό τους στον τύπο των ήλων και πολύ περισσότερο να συμφωνούν, τότε μπορούν να οργανωθούν οι καλύτερες λύσεις. Οι καλύτερες και για την ανταγωνιστικότητα και την πρόοδο της εθνικής οικονομίας, αλλά και για τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) μας έχει συνηθίσει σε μία πολύ συγκεκριμένη στάση, σε σχέση με αυτό που λέγεται ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Ουδέποτε διαχώριζε το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο από το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης. Αυτά συνέβαιναν όμως, πριν γίνει ευρύτερα αντιληπτό ότι οι μεταβιομηχανικές, οι μετανεωτερικές συνθήκες, θέτουν υπό αμφισβήτηση και το μοντέλο ανάπτυξης και το κοινωνικό κεκτημένο στην Ε.Ε.

Πρέπει όμως αυτό το θέμα, η Ε.Ε. σε όλα τα επίπεδά της, να το συζητά ενιαία. Γιατί πρόκειται για ένα αδιαχώριστο, ενιαίο πρόβλημα. Κάθε φορά που το κέντρο βάρους πέφτει στην αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, χωρίς να συζητούμε ευθέως το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και του ευρωπαϊκού μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης, οδηγούμαστε σε λάθος και σε αδιέξοδο.

Κάθε κράτος –μέλος γνωρίζει ότι αυτό που λέγεται κοινωνικό κράτος, κοινωνική συνοχή, κοινωνική αλληλεγγύη, επίπεδο διαβίωσης, επίπεδο ευημερίας, είναι υπόθεση δική του, όταν τα προβλήματα που τίθενται, είναι προβλήματα αναδιανομής και παροχών. Είναι όμως σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό κοινοτικό πρόβλημα, πρόβλημα της Ε.Ε., όταν τίθεται με τη μορφή του ρυθμιστικού πλαισίου: Ή για να το πω διαφορετικά, η Ε.Ε. παίζει έναν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στην παραγωγή κανόνων δικαίου, στο ρυθμιστικό κοινωνικό κράτος. Δεν μπορεί όμως να παίξει ρόλο ελλείψει πόρων και ελλείψει αρμοδιοτήτων, όταν πρόκειται να λειτουργήσουν οι μεγάλοι αναδιανεμητικοί μηχανισμοί. Εκεί, ο εθνικός προϋπολογισμός και οι εθνικές πολιτικές, είναι που παίζουν τον κρίσιμο ρόλο.

Άρα, πρέπει η Ε.Ε. τα θέματα αυτά να τα αντιμετωπίζει με τον τρόπο που μας έχει συνηθίσει, γιατί όταν μας καταλαμβάνει εξ απήνης και θέτει με διαφορετικό τρόπο τα προβλήματα, δημιουργούνται πολιτικές παρεξηγήσεις, οι οποίες καταλαμβάνουν όλες τις κυβερνήσεις. Γιατί στην Ε.Ε. λόγω του διαφορετικού πολιτικού κύκλου που υπάρχει σε κάθε χώρα, κυβερνά πάντα ένας κυλιόμενος μεγάλος συνασπισμός. Δεν υπάρχουν καθαρές σχέσεις πλειοψηφίας – μειοψηφίας, γιατί καθώς οι εκλογικοί κύκλοι διασταυρώνονται στις 27 χώρες, πρέπει πάντα να κάνουμε διακρατικούς και πολιτικούς συμβιβασμούς.

Αυτός λοιπόν ο μεγάλος κυλιόμενος συνασπισμός, αναδεικνύει άλλες διαιρέσεις: χώρες οι οποίες μένουν πιστές στο κοινωνικό μοντέλο, το ηπειρωτικό κυρίως, χώρες που εγώ θα τις έλεγα «αριστερές» και χώρες οι οποίες ανεξάρτητα από το κυβερνητικό τους σχήμα κάθε φορά, είναι πιο επιρρεπείς σε αλλαγές ή μάλλον σε περιορισμούς οι οποίες αφορούν κυρίως το κοινωνικό κεκτημένο.

Με άλλα λόγια, το ερώτημα που αντιμετωπίζετε κι εσείς στο διάλογο των κοινωνικών εταίρων, το ερώτημα που αντιμετωπίζει η ελληνική επιχείρηση, ο επιχειρηματικός κόσμος, η εργοδοσία, είναι αν θα αναζητήσουμε τη λύση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας μέσα στην Ευρώπη, τη λύση της ανάπτυξης με μεγαλύτερους ρυθμούς, την λύση στο ερώτημα της καινοτομικότητας, τη λύση στο πρόβλημα του επιπέδου ευημερίας της χώρας μας, στη μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ή στην επένδυση στο διανοητικό κεφάλαιο, στη μεγαλύτερη εξειδίκευση, τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα του συντελεστή που λέγεται εργασία, αλλά και τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα, δηλαδή αποδοτικότητα του συντελεστή που λέγεται κεφάλαιο.

Εάν θα ακολουθήσουμε ένα μοντέλο, το οποίο μπορεί να αποδώσει καρπούς και αναπτυξιακούς και κοινωνικούς, ή αν θα προσχωρήσουμε στην αντίληψη που λέει ότι θα ανταγωνιστούμε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και άλλες χώρες στον κόσμο, στο πλαίσιο της διεθνούς οικονομίας και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, κινούμενοι στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο κοινωνικής προστασίας και ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων.

Υπό την πίεση του κοινωνικού dumping στο εσωτερικό της Ένωσης και υπό την πίεση ενός ακόμη ισχυρότερου κοινωνικού dumping εκτός Ε.Ε. που βλέπει τα τείχη της να καταρρέουν, όπως κατέρρευσαν τα τείχη των εθνικών οικονομιών, η δική μας απάντηση, η ευρωπαϊκή απάντηση και άρα η ελληνική είναι τι; Να προσχωρήσουμε στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο κοινωνικής προστασίας ή να προσπαθήσουμε να διαμορφώσουμε άλλους όρους ανταγωνισμού, ενσωματώνοντας ένα κόστος εργασίας, το οποίο είναι υψηλότερο δομικά, διαρθρωτικά;

Να το πω και με τη μορφή παραδειγμάτων. Μας προβληματίζει μήπως το γεγονός ότι η Γαλλία, που ως κοινωνία και ως εθνική οικονομία είναι πιστή στο κλασικό, ηπειρωτικό μοντέλο, πολύ συγγενικό με το δικό μας, είναι μία οικονομία που συνολικά έχει καλύτερες επιδόσεις από τη βρετανική οικονομία; Βλέπω μερικούς που απορούν. Και όμως, καλύτερες επιδόσεις σε όλους τους δείκτες. Το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο στη Γαλλία, είναι πολύ υψηλότερο, είναι 15% υψηλότερο απ’ ότι στη Βρετανία. Το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο, με βάση 100 για τη Βρετανία, είναι 111 για τη Γαλλία και 124 για τις ΗΠΑ.

Άλλο παράδειγμα: το Σουηδικό, γενικά το σκανδιναβικό μοντέλο. Γιατί ανθίσταται η Σουηδία και στο φορολογικό και στο κοινωνικό dumping; Τι είναι εκείνο που δεν οδηγεί τις επιχειρήσεις να αποχωρήσουν από εκεί και να αποκτήσουν αλλού νομική και πραγματική έδρα; Εμείς δεν μπορούμε να δώσουμε τέτοια απάντηση ούτε στο φορολογικό ούτε στο κοινωνικό dumping τόσο εύκολα. Αλλά πρέπει να δούμε ποια είναι η καρδιά του προβλήματος.

Η καρδιά του προβλήματος λοιπόν, είναι αν μπορούμε να συνάψουμε στη χώρα μας μια εθνική, κοινωνική, αναπτυξιακή συμφωνία, η οποία να μας επιτρέπει να διατηρήσουμε και ανταγωνιστικότητα και κοινωνική συνοχή, χωρίς να απορυθμίζουμε τις εργασιακές σχέσεις. Ή, αν θα πρέπει να αφεθούμε ελεύθεροι στις πιέσεις των γειτόνων μας και του διεθνούς περίγυρου με τη σκέψη ότι αυτό μπορεί να μας οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα για την απασχόληση, για την επιχειρηματικότητα, για την κερδοφορία, για τους ρυθμούς και το επίπεδο ανάπτυξης.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα: ποια λύση μπορεί να αποδώσει, πρέπει να κατανοήσουμε πώς τίθεται κατά βάθος το ερώτημα της «flexicurity». Τίθεται, κατά βάθος, ως ένα ερώτημα κατανομής του κόστους ανάμεσα στην επιχείρηση και το κράτος, αν θέλουμε να έχουμε διασφαλισμένο το επίπεδο προστασίας. Ή, για να το πω πρακτικά: πού πάσχει από πλευράς υπερ-ρύθμισης, όχι απορρύθμισης, αλλά υπερ-ρύθμισης το ελληνικό εργατικό δίκαιο; Πού; Στην αποζημίωση απόλυσης (που θυμίζω ότι στην Ελλάδα είναι αναιτιολόγητη σε αντίθεση με ό, τι ισχύει σε αρκετές άλλες χώρες της Ένωσης) και στο μη μισθολογικό κόστος εργασίας, στο ύψος των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία;

Και το ένα και το άλλο ζήτημα, σε άλλες χώρες (όπως π.χ. η Δανία) μπορεί να αντιμετωπίζεται με τη μορφή μετακύλισης του κόστους στο δημόσιο ταμείο, με τη μορφή μιας ισχυρότερης υποστήριξης φαινομενικά των εργαζομένων και ουσιαστικά της επιχείρησης, επειδή το δημόσιο καταβάλλει την αποζημίωση απόλυσης, ή καταβάλλει πολύ υψηλότερα επιδόματα ανεργίας, κοντά στις πραγματικές αποδοχές της τελευταίας θέσης, για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Άρα, μπορούμε να δούμε το ζήτημα αυτό της «ευασφάλειας», της «flexicurity» και των εργασιακών σχέσεων και του κόστους της λήξης και του επαναπροσδιορισμού της εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητα, για παράδειγμα, από τη φορολογική πολιτική; Από τη φορολογική μεταχείριση της επιχείρησης; Όχι, γιατί τελικά πρέπει να δούμε αν θα διατηρηθεί το επίπεδο προστασίας και αν το κόστος το αναλαμβάνει η επιχείρηση ή το αναλαμβάνει το δημόσιο, μέσα από άλλους μηχανισμούς. Άρα, πρέπει να τα δούμε όλα αυτά μαζί.

Τα θέτει όλα αυτά η Πράσινη Βίβλος; Θέτει η Πράσινη Βίβλος τέτοια ερωτήματα; Νομίζω όχι. Η Πράσινη Βίβλος συνιστά μία αρνητική έκπληξη, διότι η Ε.Ε. μας είχε συνηθίσει σε μία γενεαλογία οδηγιών και κανονισμών που συγκροτούν το ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο και το ατομικό και το συλλογικό, με κορυφαίο παράδειγμα την πανευρωπαϊκή συλλογική σύμβαση για τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία επέβαλε την αντιμετώπιση του προβλήματος των συμβασιούχων στην Ελλάδα. Μας έχει συνηθίσει σε μέτρα όπως η τελευταία οδηγία για τη ρύθμιση του χρόνου εργασίας, που μας έφερε αντιμέτωπους με το πρόβλημα των εφημεριών και του μεγίστου εβδομαδιαίου χρόνου απασχόλησης των γιατρών. Μας έχει συνηθίσει στις οδηγίες για την υγιεινή και την ασφάλεια, μας έχει συνηθίσει σε άλλου είδους προσεγγίσεις και από πλευράς συλλογικού και από πλευράς ατομικού εργατικού δικαίου.

Και ξαφνικά, μας θέτει το ερώτημα της απορρύθμισης των βάσεων και του ατομικού και του συλλογικού εργατικού δικαίου, και μας το θέτει το ζήτημα αυτό με τη μορφή ενός ερωτηματολογίου, το οποίο δεν έχει καμία μα καμία πληρότητα, η οποία να επιτρέπει σε έναν κόσμο επιχειρηματικό, που θέλει να είναι ανταγωνιστικός, που θέλει να είναι ευφυής, που θέλει να επενδύει στο μέλλον και που αντιλαμβάνεται ότι η εργασιακή ειρήνη, η κοινωνική ειρήνη, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να κάνει μία οργανωμένη και συστηματική εκτίμηση των πραγμάτων. Και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αυτό σε μία οικονομία όπου το 75% της απασχόλησης βρίσκεται στη μικρή και στην πολύ μικρή επιχείρηση. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι και οι προσωπικές σχέσεις έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Ότι η αυτοαπασχόληση έχει πολύ μεγάλη σημασία. Τα συμβοηθούντα μέλη έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Αυτή είναι η πραγματικότητα στην Ελλάδα. Και στο πλαίσιο αυτό προσπαθούμε να βρούμε λύσεις οι οποίες είναι ικανοποιητικές και ως προς την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα και ως προς την κοινωνική συνοχή.

Άρα, πρέπει να διευρύνουμε τον κατάλογο των ερωτημάτων, πρέπει να διευρύνουμε τον ορίζοντα μέσα στον οποίο θέτουμε τα θέματα αυτά. Να μιλήσουμε γενικά για τη συγκρότηση του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, για τη λειτουργία του κράτους σε σχέση με την επιχειρηματικότητα, για τη φορολογική πολιτική. Για το πώς επενδύουμε στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση. Αν δεν θέσουμε αυτά τα ερωτήματα, από κοινού και εναρμονισμένα, παράλληλα και ταυτόχρονα, τότε θα οδηγηθούμε σε λύσεις εσφαλμένες.

Ξέρετε, 2.500 επιχειρήσεις όλες κι όλες στην Ελλάδα, έχουν πάνω από 50 εργαζόμενους. Θα μπορούσαμε να έχουμε λύσει τα προβλήματα των επιχειρήσεων αυτών, για κάθε μία χωριστά, παρακολουθώντας την σε ατομικό επίπεδο. Και αν σκεφθείτε πόσες είναι οι ΔΕΚΟ μέσα σ’ αυτές, πόσες είναι οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που έχουν πολυάριθμο εποχικό χαρακτήρα, πόσες είναι οι μεγάλες αλυσίδες προσφοράς υπηρεσιών, θα δείτε ότι οι ταξινομήσεις είναι πάρα πολύ εύκολες. Όλος ο άλλος όγκος της απασχόλησης, βρίσκεται στις μικρές και πάρα πολύ μικρές επιχειρήσεις. Άρα, υπό συνθήκες όπου τα πράγματα κινούνται ούτως ή άλλως άτυπα, ευέλικτα.

Έχουμε εμείς ως χώρα κανένα κενό στην «ευελιξία»; Δεν ισχύει πλέον μία πλήρης νομοθεσία για τη μείωση της αποζημίωσης των υπερωριών, για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, για την προσωρινή και δανεική εργασία, για τη μερική απασχόληση;

Γιατί πρέπει να συζητάμε τα θέματα αυτά αποκομμένα από τη συζήτηση π.χ. για μία ανανέωση του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων; Μήπως αντιθέτως πρέπει να δώσουμε και άλλο περιεχόμενο στην εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, μετατρέποντας την σε μία μεγάλη εθνική κοινωνική αναπτυξιακή συμφωνία που να καλύπτει νέες μορφές εργασίας όπως η κατ΄ οίκον εργασία, η τηλεσυνεργασία, η εποχική εργασία, η μερική απασχόληση, η απασχόληση στον λεγόμενο κοινωνικό τομέα κ.ο.κ.; Στόχος είναι η τυποποίηση των άτυπων μορφών εργασίας ή η αποτυποποίηση των ισχυουσών τυπικών μορφών εργασίας;

Κλείνω με μία φράση. Ξέρετε, για ένα κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ, για κάθε ευρωπαϊκό, σοσιαλιστικό, κυβερνητικό κόμμα, το ερώτημα είναι να εμπνέει εμπιστοσύνη σε όλους τους κοινωνικούς εταίρους. Να διατυπώνει έναν λόγο που να μπορεί να γίνει αποδεκτός και από τον εργαζόμενο και από τον εργοδότη και μάλιστα σε μία αγορά εργασίας πολυκατατμημένη, σε μία οικονομία με τα γνωστά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.

Αναμφίβολα βασική μας φροντίδα είναι η μεγάλη πλειοψηφία των μη προνομιούχων. Ξέρετε όμως ποιο είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της ευρωπαϊκής «κυβερνητικής» σοσιαλιστικής αριστεράς, των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων; Ότι μπορούν να προσφέρουν και στο συντελεστή που λέγεται κεφάλαιο, εγγυήσεις. Εγγυήσεις σε σχέση με την κοινωνική και εργασιακή ειρήνη. Και εγγυήσεις σε σχέση με την επιχειρηματικότητα του κράτους. Δηλαδή, με ένα αντικρατικιστικό ευέλικτο κράτος.

Να μιλήσουμε λοιπόν για την «ευελιξία» της εργασίας, όπως επιμένουν πολλοί, αλλά να μιλήσουμε πρώτα για την ευελιξία της επιχείρησης. Να μιλήσουμε για την ευελιξία του κράτους, να μιλήσουμε για την ευελιξία της τοπικής αυτοδιοίκησης, για την ευελιξία της κοινωνίας. Να δούμε ποιο είναι το συνολικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούμαστε. Και κυρίως, αυτό είναι μία πρόταση και μία έκκληση ταυτόχρονα, με την οποία κλείνω, να μη προσεγγίσουμε ούτε ως χώρα, ούτε ως Ε.Ε., τα θέματα που θέτει η Πράσινη Βίβλος αποκομμένα από όλο αυτό τον ευρύτερο αναπτυξιακό και ταυτόχρονα κοινωνικό προβληματισμό.

Διότι, αν δεν διατηρήσει αυτά τα στοιχεία του το Ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης και η Ευρώπη ως ήπειρος, με τα ιστορικά, πολιτιστικά, κοινωνικά και θεσμικά της χαρακτηριστικά, τότε νομίζω ότι δεν θα έχουμε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ταυτότητα και άρα θέση μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό, μέσα στη διεθνή οικονομία.

Νομίζω λοιπόν ότι πρέπει να γίνει μία προσπάθεια να προσεγγίσουμε με έναν συστηματικό και συνθετικό τρόπο τα θέματα αυτά, γι’ αυτό αποδίδω και πολύ μεγάλη σημασία στην πρωτοβουλία του Επιμελητηρίου και τη σημερινή συζήτηση.

 


*Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην ημερίδα διαβούλευσης που διοργάνωσε το ΕΒΕΑ για την «Πράσινη Βίβλο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο: «Ο εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα»

 

Tags: Περιβάλλον | Οικολογία | Πράσινη ανάπτυξη