4 Φεβρουαρίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των κατόχων απολυτηρίου Επαγγελματικού Λυκείου και άλλες διατάξεις».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, χθες κατά τη συζήτηση επί της αρχής του νομοσχεδίου στηλίτευσα την απουσία του Υπουργού Παιδείας του κ. Σπηλιωτόπουλου από τη συζήτηση ενός νομοσχεδίου που άπτεται των κεντρικών ζητημάτων του υποτιθέμενου διαλόγου για την παιδεία. Έμεινα παρ’ όλα αυτά με την εντύπωση ότι θα μπει στον κόπο να τιμήσει σήμερα με την παρουσία του τη Βουλή. Κατάλαβα αργά το μεσημέρι ότι δεν πρόκειται να προσέλθει ούτε σήμερα ούτε αύριο, δεν θα μετάσχει καθόλου στη συζήτηση ενός τέτοιου νομοσχεδίου.

Επαναλαμβάνω πως θεωρώ επαρκέστατο τον παριστάμενο Υφυπουργό επί της ουσίας των θεμάτων της τεχνικής εκπαίδευσης. Όμως, δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι η συνολική πολιτική αναξιοπιστία της Κυβέρνησης σε ένα θέμα που έχει αναγορεύσει ως κεντρικό ζήτημα της νέας ατζέντας της μετά τον ανασχηματισμό.

Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι οργανώνει ένα λευκό διάλογο χωρίς προκατάληψη, χωρίς ουσιαστικές θέσεις και δεσμεύσεις για το μείζον ζήτημα που είναι η οργάνωση της δεύτερης φάσης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η οργάνωση του νέου τύπου του λυκείου και ταυτόχρονα να έρχεται και να προκαταλαμβάνει το διάλογο αυτό επί της ουσίας εισάγοντας την τελευταία στιγμή -τρεις μήνες πριν τις εξετάσεις- ρυθμίσεις πάγιου χαρακτήρα για τους αποφοίτους των τεχνικών λυκείων που έχουν εγκαταλειφθεί τα τελευταία πέντε χρόνια.

Είπε πολλά χθες ο κ. Λυκουρέντζος. Προφανώς δεν έχει την εξουσιοδότηση και την αρμοδιότητα να κάνει αυτό που του ζήτησα εκ μέρους της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης: να αποσύρει το νομοσχέδιο κατά το μέρος που αφορά τον τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, να επαναφέρει με μία λιτή μεταβατική διάταξη την ισχύ του ν. 2640/1998, που κακώς κατάργησε και κακώς ευτέλισε η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και να δεσμευθεί ότι τα θέματα της φυσιογνωμίας του τεχνικού λυκείου και του τρόπου εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα λυθούν μέσα από τον υποτιθέμενο αυτό διάλογο, στον οποίο η Κυβέρνηση δεν πιστεύει επί της ουσίας, δεν έχει κάτι να συνεισφέρει, ροκανίζει το χρόνο των παιδιών, θέλοντας να κερδίσει με μικροκομματικά κριτήρια λίγο πολιτικό χρόνο επιβίωσης. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Ο διάλογος για την εκπαίδευση, ο διάλογος για το μεγάλο θέμα της εισαγωγής στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ είναι διάλογος για τις διαρθρωτικές βάσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Η ελληνική κοινωνία ανακάλυψε τη λεγόμενη οικονομία της γνώσης και τη σημασία που έχει η μόρφωση, ιδίως η πανεπιστημιακή μόρφωση, για την κοινωνική επιβίωση και την κοινωνική άνοδο, πολύ πριν αυτό καταστεί αντικείμενο συζήτησης την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα. Γιατί το ανακάλυψε πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, από τότε που ιδρύθηκε το νέο ελληνικό κράτος. Κι αν κάτι έχει διαμορφώσει την κινητικότητα, την ανοιχτοσύνη, την ιδιοσυστασία της ελληνικής κοινωνίας είναι αυτό το στοιχείο, ότι παιδιά φτωχών οικογενειών από την ελληνική επαρχία, παιδιά αγροτών, παιδιά ανθρώπων του καθημερινού μόχθου, κατάφεραν να σπουδάσουν και κυρίως όταν καθιερώθηκε το δόγμα της δωρεάν παιδείας, που συνδέεται με τη μεγάλη δημοκρατική προοδευτική παράταξη, να βρουν τη στήριξη που απαιτείται από ένα κοινωνικό κράτος δικαίου, προκειμένου να διαμορφώσουν καλύτερα τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους σε ένα ανώτερο βιοτικό επίπεδο με βασικό, μάλλον με μόνο, κεφάλαιο τη γνώση και τη σπουδή.

Άρα, όταν ανοίγουμε το διάλογο για το λύκειο, όταν ανοίγουμε το διάλογο για το δημόσιο πανεπιστήμιο, για το δημόσιο ΤΕΙ και τον τρόπο εισαγωγής των παιδιών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ουσιαστικά αγγίζουμε τα άγια των αγίων της ελληνικής κοινωνίας, γιατί πίσω απ’ όλα αυτά κρύβεται μία ολόκληρη ιδεολογία, μία ολόκληρη αντίληψη. Το δημόσιο πανεπιστήμιο, η δημόσια εκπαίδευση, η δωρεάν παιδεία, δεν είναι δόγματα ενός τυφλού εξισωτισμού, είναι τα δόγματα πάνω στα οποία έχει συγκροτηθεί ο κοινωνικός και πολιτικός φιλελευθερισμός της ελληνικής κοινωνίας, που δεν έχει καμμία σχέση με τις σκληρές νεοφιλελεύθερες ταξικές αντιλήψεις που ανεξαρτήτως ατομικών προθέσεων υπηρετεί τα τελευταία πέντε χρόνια η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του κ. Καραμανλή. Οι τομές δε και οι παρεμβάσεις είναι πάρα πολύ εύκολες, γιατί υπάρχουν δοκιμασμένα διεθνή σχήματα. Δεν θα ανακαλύψουμε την πυρίτιδα, δεν θα ανακαλύψουμε ένα πρωτότυπο, ρηξικέλευθο ελληνικό σύστημα, γιατί ζούμε σε μία εποχή διεθνούς κινητικότητας, σε μία εποχή στην οποία το κάθε εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να γίνεται αντιληπτό και να αναγνωρίζεται από το άλλο, προκειμένου να διασφαλίζεται η κινητικότητα διδασκόντων και διδασκομένων και βεβαίως των εργαζομένων, στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

Είναι πάρα πολύ εύκολο, επηρεάζοντας τη νοοτροπία και τη φιλοσοφία των εξετάσεων, να επηρεάσουμε το ίδιο το διδακτικό έργο, να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της απομνημόνευσης, το φαύλο κύκλο της στατικής προσήλωσης σε ένα αναλυτικό πρόγραμμα ξεπερασμένο προ πολλού. Αν αλλάξει η νοοτροπία των εξετάσεων, θα αλλάξει και η νοοτροπία της ίδιας της παιδαγωγικής διαδικασίας. Και ορθά -το επαναλαμβάνω- εστιάζουμε στο λύκειο, γιατί το λύκειο επηρεάζει και από τη μία και από την άλλη πλευρά όλο το εκπαιδευτικό σύστημα και το γυμνάσιο και το δημοτικό και το πανεπιστήμιο.

Αλλά για να μπορέσουμε να κάνουμε ένα διάλογο τέτοιο, χρειάζεται εμπιστοσύνη με την εκπαιδευτική κοινότητα, εμπιστοσύνη με τους εκπαιδευτικούς. Πώς μπορούν οι εκπαιδευτικοί να έχουν εμπιστοσύνη σε μία Κυβέρνηση που παλινωδεί, που δεν έχει νομιμοποίηση, που δεν έχει στρατηγική, που δεν ξέρουμε πόση ζωή έχει; Δεν αρκεί η εκπαιδευτική εμπιστοσύνη, χρειάζεται ένα πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης, γιατί όταν η κοινωνία υφίσταται αυτήν την κρίση αξιών, όταν τα παιδιά που σπουδάζουν στα σχολεία ή φοιτούν στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ υφίστανται τις συνέπειες αυτής της βαθιάς και διάχυτης κοινωνικής κρίσης, ψάχνουν και τα ίδια να βρουν ένα σημείο αναφοράς, από κάπου να κρατηθούν, να αποκτήσει νόημα αυτό που κάνουν, να νιώσουν ότι διεκδικούν έναν τίτλο, ο οποίος έχει αντίκρισμα επαγγελματικό, κοινωνικό, οικονομικό, κυρίως αντίκρισμα σε σχέση με την προσωπικότητά τους και την ελπίδα για μία ζωή που θα έχει νόημα. Γιατί κανείς δεν θέλει τα παιδιά να σκέφτονται με αμιγώς οικονομικούς όρους ή με αμιγώς επαγγελματικούς όρους, πρέπει να σκέφτονται με όρους που υπερβαίνουν την ανάγκη της επιβίωσης, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα κλίμα δημιουργικό, παραγωγικό και να σεβαστούμε το πιο σημαντικό εθνικό μας κεφάλαιο που είναι τα παιδιά και η γνώση.

Πρέπει να σας πω, κύριε Υφυπουργέ, ότι στέλνετε πάρα πολύ κακά μηνύματα με την επιμονή σε αυτήν τη ρύθμιση. Η απουσία του κ. Σπηλιωτόπουλου δείχνει ότι είναι πάρα πολύ καλός στην εθιμοτυπία του διαλόγου, αλλά πάρα πολύ κακός όταν πρόκειται να συζητήσουμε επί της ουσίας. Αυτήν τη στιγμή η αξιοπιστία της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας δέχεται ένα πολύ ισχυρό πλήγμα και έχετε μία τελευταία ευκαιρία, ως το τέλος της συζήτησης του νομοσχεδίου αυτού, να αποκαταστήσετε στοιχειωδώς τα πράγματα, αλλιώς μην επιμείνετε σε αυτήν την ιστορία του διαλόγου, γιατί οι ίδιοι έχετε διαψεύσει τη μικρή, μικρή προσδοκία που πήγατε να δημιουργήσετε. Αλλά επειδή αυτό έγινε με επιπολαιότητα, με αμιγώς επικοινωνιακά κριτήρια, είχε πάρα πολύ μικρή αντοχή.

Tags: Παιδεία