27 Ιουλίου 2008

Πώς θα σας φαινόταν αν το πανεπιστήμιο Αθηνών στην Ιατρική Σχολή του οποίου ο τελευταίος εισαγόμενος πρέπει να συγκεντρώσει βαθμό σχεδόν 19, 7, συμβαλλόταν με ιδιωτικές επιχειρήσεις στις οποίες επέτρεπε να παρέχουν στο όνομά του ιατρικές σπουδές σε φοιτητές που δεν συγκέντρωσαν το βαθμό εισαγωγής και αναλάμβανε στη συνέχεια να ολοκληρώσει την εκπαίδευση τους και να τους χορηγήσει πτυχία;

Αυτό γίνεται πια μία επισήμως αναγνωρισμένη κατάσταση με το νομοσχέδιο για τα λεγόμενα κολλέγια που νομιμοποιούνται να συνάπτουν παρόμοιες συμβάσεις με ξένα πανεπιστήμια. Ανοίγει έτσι και πάλι μια συζήτηση γεμάτη ανακρίβειες και παρεξηγήσεις πίσω από τις οποίες κρύβεται η πραγματική στόχευση της κυβέρνησης που είναι να υπονομεύσει πλέον απροκάλυπτα όχι μόνο το δημόσιο πανεπιστήμιο αλλά και όλο το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που –παρά τα προβλήματά του- είναι καθοριστικός κόμβος του όποιου συστήματος αξιών έχει απομείνει στη χώρα μας.

Με το νομοσχέδιο για τα κολλέγια νομιμοποιείται και ενθαρρύνεται το ιδιωτικό, κερδοσκοπικό, χαμηλής ποιότητας πανεπιστήμιο. Η Ελλάδα αναγορεύεται σε χώρα παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών δεύτερης κατηγορίας, σε «αποικία» ορισμένων μέτριων ή κακών δημόσιων βρετανικών πανεπιστημίων που για να λύσουν το οικονομικό τους πρόβλημα επιδίδονται σε ένα συστηματικό εκπαιδευτικό «ντάμπινγκ» σε βάρος άλλων χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι κατ’ αρχάς απολύτως ανακριβές ότι αν είχε επιτευχθεί η περιπόθητη για ορισμένους αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και είχε προβλεφθεί ο θεσμός του μη κρατικού αλλά και μη κερδοσκοπικού πανεπιστημίου στο οποίο θα ίσχυαν οι κανόνες εισαγωγής φοιτητών και εκλογής καθηγητών που ισχύουν και στα δημόσια πανεπιστήμια, θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί το εκπαιδευτικό αυτό «ντάμπινγκ». Τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι υποστηρικτές του κινούνται στο επίπεδο του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου και όχι στο επίπεδο του εθνικού Συντάγματος.

Ποια είναι όμως τα επιχειρήματα αυτά; Πολλοί νομίζουν ότι πρόκειται για την οδηγία για τα επαγγελματικά δικαιώματα στην οποία η χώρα μας έχει πράγματι υποχρέωση να συμμορφωθεί: Εφόσον κάποιος διαθέτει επαγγελματικά δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα και ασκούνται σε άλλη χώρα- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι άλλες χώρες-μέλη οφείλουν να τα αναγνωρίσουν. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Τα επαγγελματικά δικαιώματα δεν είναι ακαδημαϊκά και δεν αφορούν το εκπαιδευτικό σύστημα κάθε χώρας που ανήκει στην αρμοδιότητά της και όχι στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζήτημα δεν είναι η ελεύθερη κίνηση των εργαζομένων μαζί με τα επαγγελματικά τους δικαιώματα, αλλά η ελεύθερη εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών από εκπαιδευτικές επιχειρήσεις άλλων χωρών-μελών.

Παρότι η εκπαίδευση εξαιρείται από την οδηγία για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών -από την λεγόμενη οδηγία Μπολγκενστάϊν- η ελευθερία εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών είναι μία θεμελιώδης κοινοτική ελευθερία, υποκείμενο της οποίας μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι και τα πανεπιστήμια υπό όρους όμως και προϋποθέσεις: Τα πανεπιστήμια αυτά καθεαυτά, με τις ακαδημαϊκές τους προδιαγραφές, τους κανόνες εισαγωγής φοιτητών που ισχύουν και στην χώρα που βρίσκεται η έδρα τους, καθώς και τους κανόνες επιλογής καθηγητών που τα διέπουν, ας έλθουν και ας παράσχουν υπηρεσίες και στην Ελλάδα. Το ίδιο άλλωστε μπορεί να συμβεί και με τα ελληνικά πανεπιστήμια σε άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ ας συνεργαστούν σε διεθνές επίπεδο μεταξύ τους. Ας οργανωθούν αγγλόφωνα προγράμματα στα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια. Ας ενθαρρυνθεί η εξωστρέφεια, η κινητικότητα, η συνεργασία. Άλλο όμως αυτό και άλλο η αδιαμαρτύρητη και παθητική αποδοχή της αποδιάρθρωσης της ίδιας της έννοιας του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου μέσω αυτών των πλαγίων μεθόδων που κινούνται κυρίως από μία χώρα.

Είναι από την άλλη μεριά ακριβής ο ισχυρισμός ότι η ιδιωτική μεταλυκειακή εκπαίδευση και αρχική επαγγελματική κατάρτιση στη χώρα μας είναι αρρύθμιστη και ανεξέλεγκτη, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί στο χώρο αυτό ένα παραεμπόριο παραπλανητικών προσδοκιών. Αυτό πρέπει να ρυθμιστεί στο επίπεδο όμως των κέντρων ελευθέρων σπουδών και όχι μέσα από τη νομιμοποίηση του ιδιωτικού κερδοσκοπικού πανεπιστημίου δεύτερης ποιότητας. Αντιθέτως η Ελλάδα, σε συνεργασία με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν το ίδιο ζήτημα, οφείλει να θέσει με σοβαρό πολιτικό τρόπο το ζήτημα του πανεπιστημιακού ντάμπινγκ στο επίπεδο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Επαναλαμβάνω συνοπτικά τις προτάσεις που έχω διατυπώσει για τα βήματα που πρέπει να γίνουν:

Πρώτον, νομοθετική απαγόρευση στα ελληνικά και κατόπιν αυτού και στα ξένα πανεπιστήμια να συνάπτουν με ιδιωτικές επιχειρήσεις συμβάσεις για την παροχή στην Ελλάδα εκπαιδευτικών υπηρεσιών στο όνομά τους. Αυτό ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που ώς τώρα έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση Νέρι κατά Ιταλίας).

Δεύτερον, νομοθετική οργάνωση της ιδιωτικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης (Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών κόκ.) στο επίπεδό της όμως και όχι στο επίπεδο ενός δήθεν πανεπιστημίου.

Τρίτον, νομοθετική οργάνωση των ακαδημαϊκών προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί η παρουσία στην Ελλάδα ξένων πανεπιστημίων αυτών καθεαυτά και όχι μέσω ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για τα ελληνικά πανεπιστήμια και τη δράση τους στο εξωτερικό, κάτι που ήδη έχει ρυθμιστεί με πρόσφατο νόμο στο επίπεδο των μεταπτυχιακών προγραμμάτων.

Τέταρτον, άμεση κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων όλων των τμημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων και ΤΕΙ και αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων που έχουν παραχωρηθεί και ασκούνται σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πέμπτον, άμεση βελτίωση του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ώστε να μη μένουν κενές θέσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια και ΤΕΙ έως ότου προχωρήσουμε στη ριζική μεταρρύθμιση του λυκείου κατά τα πρότυπα του διεθνούς απολυτηρίου και του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που θα επιτρέπει σε όλα τα παιδιά να απολαύσουν το αγαθό της ανώτατης παιδείας χωρίς να παραγνωρίζουμε όμως το γεγονός ότι στα τμήματα υψηλής ζήτησης και υψηλής βαθμολογίας θα υπάρχουν πάντοτε φραγμοί τους οποίους κάθε κοινωνία οφείλει να αποδέχεται και να σέβεται.

 


*Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο Έθνος της Κυριακής, 27 Ιουλίου 2008 

Tags: Παιδεία