4 Δεκεμβρίου 2006

Χαίρομαι κάθε φορά που βρίσκομαι στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο δικό μας πανεπιστήμιο, στη σχολή μας, στη σχολή στην οποία σπούδασα και στη σχολή στην οποία είμαι καθηγητής.

Οι χαρές που μου δίνει η πολιτική μου δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια, η τιμή που μου κάνουν οι Έλληνες πολίτες να με στέλνουν στη Βουλή μετριάζεται από την λύπη μου γιατί έχω χάσει την καθημερινή επαφή με εσάς, με τους νέους και τις νέες, με τους νέους επιστήμονες, με την ελπίδα της χώρας αυτής, με την ελπίδα της νομικής επιστήμης.

Γι’ αυτό εκμεταλλεύομαι όποτε μπορώ τις ευκαιρίες μιας επικοινωνίας μαζί σας. Χαίρομαι γιατί είμαστε όλοι εδώ μαζεμένοι να δείξουμε την ποιότητα, το δυναμισμό και τη σημασία του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου.

Το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο είναι αυτό που έχει λειτουργήσει από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, επί 180 περίπου χρόνια,  ως  η στέγη  της πιο ελεύθερης, προοδευτικής και δημιουργικής σκέψης, έρευνας και διδασκαλίας.

Βρισκόμαστε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που είναι δημιούργημα και γέννημα μιας από τις πιο προοδευτικές κυβερνήσεις της Ελλάδας. Τιμάμε με την παρουσία μας εδώ αυτούς που συνέλαβαν και ίδρυσαν το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Και τα δύο κορυφαία ονόματα είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

Θέλω όμως ευθύς εξ αρχής να σας πω ότι το κίνημα της παιδείας, το αίτημα για ριζικές αλλαγές στην παιδεία, το αίτημα για αναβάθμιση, εκσυγχρονισμό και διαφύλαξη του δημοσίου πανεπιστημίου δε διχάζει, αλλά ενώνει το ΠΑΣΟΚ.

Το μέτωπο παιδείας δε βρίσκεται στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, αλλά βρίσκεται ανάμεσα στην κοινωνία που διεκδικεί μια καλύτερη εκπαίδευση και την Κυβέρνηση που επί 3 χρόνια τώρα, με πράξεις και παραλείψεις, υπονομεύει το δημόσιο σχολείο, υπονομεύει το δημόσιο πανεπιστήμιο.

Γι’ αυτό θέλω όλοι μαζί να κάνουμε όλα όσα περνάνε από το χέρι μας ώστε το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο να εφαρμόσει τη μεγάλη πολιτική του στρατηγική για την παιδεία, αλλά να κερδίσει και τη μεγάλη μάχη των εκλογών. Γιατί και το μέλλον της ελληνικής εκπαίδευσης εξαρτάται από το αποτέλεσμα των επόμενων βουλευτικών εκλογών.

Άρα το πρώτο μέλημά μας και ο πρώτος στόχος μας είναι στις επόμενες βουλευτικές εκλογές νικητής να είναι το ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον  Γιώργο Παπανδρέου.

Γι’ αυτό δεν πρέπει πίσω από το πολύ σπουδαίο ζήτημα του άρθρου 16 να κρύβονται τα πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης. Αυτό που επείγει είναι να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του δημόσιου πανεπιστημίου και τα προβλήματα του δημόσιου σχολείου.

Κανένα από τα προβλήματα αυτά δε σχετίζεται με το άρθρο 16 και την αναθεώρησή του. Όλα και έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί πολύ παλιότερα και πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και σε τίποτα δε συνιστά εμπόδιο το Σύνταγμα και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 16.

Όποιος θεωρεί ότι το πρόβλημα του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου είναι το Σύνταγμα, νομίζω ότι δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.

Το πρόβλημα του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου είναι :

Πρώτον,  η υπό – χρηματοδότησή του.  Είναι το σκανδαλώδες γεγονός πως η Κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει το πανεπιστήμιο ως την πρώτη και κορυφαία αναπτυξιακή επένδυση της χώρας.  Είναι τραγικό ο κ. Καραμανλής να έχει γίνει Πρωθυπουργός της χώρας υποσχόμενος 5% του ΑΕΠ για την παιδεία και να βλέπουμε στον τελευταίο προϋπολογισμό της Κυβέρνησής του που είναι ο προϋπολογισμός του 2007, το ποσοστό για την παιδεία να μειώνεται. Και αν συνυπολογίσουμε την αναπροσαρμογή του ΑΕΠ, την αύξησή του δηλαδή κατά 25%, τότε αυτό το πενιχρό 3,5% του ΑΕΠ θα μειωθεί ακόμα περισσότερο, θα φτάσει κάτω από 3%. Άρα αντί να ακολουθούμε την ανηφόρα προς το 5%, έχουμε πάρει την κατηφόρα προς την υπό – χρηματοδότηση και την εγκατάλειψη του δημοσίου σχολείου και του δημοσίου πανεπιστημίου. Και αυτό είναι ένα κοινωνικό, αναπτυξιακό και πολιτικό σκάνδαλο που πρέπει να το αντιληφθούν όλοι οι Έλληνες πολίτες.

Το πρόβλημα του πανεπιστημίου είναι επίσης η γραφειοκρατική  του εξάρτηση από το Υπουργείο Παιδείας. Η αγκύλωσή του που συνδέεται με το γεγονός πως το κράτος επί χρόνια τώρα, και ιδίως τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζει με καχυποψία και εχθρότητα το ελληνικό πανεπιστήμιο. Δε χρειάζονται ομοιόμορφα πανεπιστήμια. Δε χρειάζεται το μικρό Πανεπιστήμιο της Πελοποννήσου να διέπεται από το ίδιο καθεστώς με το τεράστιο, γιγαντιαίο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με τους 75.000 φοιτητές και τους 2.500 διδάσκοντες. Πρέπει το κάθε πανεπιστήμιο, η κάθε σχολή να έχει ευελιξία, αυτονομία, να χειραφετηθεί από το κτίριο της οδού Μητροπόλεως που είναι η εστία όλων των δεινών για το ελληνικό πανεπιστήμιο επί δεκαετίες τώρα.

Άρα πρώτο αίτημα: χρηματοδότηση για το πανεπιστήμιο. Δεύτερο αίτημα: χειραφέτηση και αυτονόμηση κάθε δημόσιου πανεπιστήμιου ώστε αυτό με τη δική του ακαδημαϊκή κοινότητα, με τη δική του ευθύνη, με τη δική του πρωτοβουλία να εφαρμόσει τις αλλαγές που πρέπει, να διαμορφώσει τα προγράμματα σπουδών προπτυχιακών και μεταπτυχιακών, που θέλει, να αναπτύξει τις συνεργασίες του με άλλα πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, να οργανώσει κοινά μεταπτυχιακά με τα πιο έγκυρα ξένα πανεπιστήμια όπως γίνεται σε πολλές σχολές και πολλά τμήματα, να διασφαλίσει την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα των πτυχίων, να διασφαλίσει στους πτυχιούχους του αξιοπρέπεια, δουλειά, συμμετοχή στο μέλλον της χώρας αυτής και όλης της Ευρώπης.

Και βέβαια αυτό που πρέπει να γίνει επίσης -τρίτο και ίσως κορυφαίο- είναι η  άμεση επέμβαση στο Λύκειο. Η ριζική αναδιοργάνωση του Λυκείου. Έχετε όλοι νωπές τις μνήμες από ένα Λύκειο εγκαταλελειμμένο, από ένα Λύκειο χωρίς ταυτότητα, ένα Λύκειο που ουσιαστικά είναι ο προθάλαμος των εισαγωγικών εξετάσεων. Δεν προσφέρει δεξιότητες, δεν προσφέρει δυνατότητες απασχόλησης, δεν προσφέρει λύσεις εκτός από το πανεπιστήμιο. Η λύση είναι ή το πανεπιστήμιο ή η ανεργία χωρίς προσόντα. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεκτό.

Όπως δεν μπορεί να είναι ανεκτό ένα σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων που ταλαιπωρεί τα παιδιά, που αφυδατώνει τη σκέψη, που εθίζει στην παπαγαλία, που ουσιαστικά φτιάχνει ένα φοιτητή ο οποίος είναι πια κουρασμένος, αηδιασμένος και δεν έχει καμία διάθεση ενεργητικής και δημιουργικής συμμετοχής στην παραγωγή της γνώσης και στην έρευνα.

Οι φοιτητές αντιμετωπίζουν την είσοδο του πανεπιστήμιου ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ζωής τους και την έξοδο από το πανεπιστήμιο πάλι ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ζωής τους.

Όταν είναι 18 χρονών έχουν το άγχος αν θα μπουν στο πανεπιστήμιο ή αν θα οδηγηθούν σε αδιέξοδο και όταν είναι 22 ή 23 χρονών, νέοι πτυχιούχοι, έχουν πάλι το άγχος αν θα βρουν απασχόληση, αν το πτυχίο τους έχει αξία, αν η πολιτεία και η κοινωνία τους σέβεται και τους προστατεύει ή αν τους οδηγεί στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.

Αυτές είναι καταστάσεις για τις οποίες βεβαίως έχουν και οι δικές μας κυβερνήσεις σημαντικό μερίδιο ευθύνης, αλλά τα τελευταία τρία χρόνια η κατάσταση έχει οδηγηθεί στο απροχώρητο. Η πρόκληση που ο κ. Καραμανλής έχει απευθύνει εναντίον του δημοσίου πανεπιστημίου πρέπει να απαντηθεί.

Γιατί στην τελευταία του ομιλία στη Βουλή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που είπε είναι: «ας φτιαχτεί πρώτα το πανεπιστήμιο και μετά θα πάρει λεφτά».  Δεν καταλαβαίνει ο Πρωθυπουργός της χώρας ότι χωρίς επένδυση στο πανεπιστήμιο, χωρίς αύξηση της χρηματοδότησης, χωρίς βελτίωση των υποδομών, χωρίς καλοπληρωμένους διδάσκοντες και χωρίς φοιτητές με υποτροφίες, στέγη και φροντίδα της πολιτείας, κανένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστικό, σύγχρονο και ευρωπαϊκό.

Τι είναι αυτό που μας λέει συνεχώς ο κ. Καραμανλής και η κα Γιαννάκου; «Πρέπει να αξιολογούνται τα πανεπιστήμια». Και συμφωνώ απολύτως. Τα πανεπιστήμια πρέπει να αξιολογούνται, πρέπει να είναι ανταγωνιστικά.

Και το γεγονός ότι οι πτυχιούχοι του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, οι πτυχιούχοι της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, γίνονται αμέσως δεκτοί για μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικά διπλώματα σε όλα τα αμερικάνικα και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια είναι μια λαμπρή αξιολόγηση για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

Όμως η αξιολόγηση του πανεπιστημίου πρέπει να αρχίσει, φίλες και φίλοι, από την αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής για το πανεπιστήμιο. Και ο πρώτος δείκτης που πρέπει να αξιολογείται είναι ο δείκτης χρηματοδότησης του ελληνικού πανεπιστήμιου από το ελληνικό κράτος. Και εκεί δυστυχώς το κράτος παίρνει μηδέν στην αξιολόγηση.

Αυτοί είναι οι δείκτες που αξιολογούνται. Τα κονδύλια, οι προϋπολογισμοί, η αναλογία διδασκόντων και διδασκομένων, τα τετραγωνικά μέτρα ανά φοιτητή, το τι πρόσβαση έχει στις βιβλιοθήκες, τι πρόσβαση έχει σε ηλεκτρονική και ψηφιακή υποστήριξη, αυτά είναι τα στοιχεία. Και αυτά τα στοιχεία θέλουν δημόσια δαπάνη, κονδύλια, πολιτική βούληση. Και στην πολιτική βούληση ο κ. Καραμανλής παίρνει επίσης μηδέν στην αξιολόγηση.

Φίλες και φίλοι, είναι πολλοί αυτοί που λένε ότι το πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστήμιου είναι τα κόμματα, ο κομματισμός, η συμπεριφορά των πολιτικών νεολαίων. Και πράγματι, αρχής γενομένης από τον προοδευτικό δημοκρατικό χώρο, από τις φοιτήτριες και τους  φοιτητές της ΠΑΣΠ και της νεολαίας του  ΠΑΣΟΚ, πρέπει εσείς να είστε αυτοί που περιφρουρούν την ποιότητα και τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου.

Εσείς να είστε οι θεματοφύλακες της ελεύθερης σκέψης και της έρευνας και της διδασκαλίας μέσα στο πανεπιστήμιο. Εμείς ως ΠΑΣΟΚ είμαστε αντίθετοι σε κάθε είδους αδιαφανή και πελατειακή σχέση και πρέπει εσείς οι φοιτήτριες και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης να είστε οι ενεργοί εγγυητές και θεματοφύλακες της διαφάνειας και της αξιοκρατίας μέσα στο πανεπιστήμιο.

Γιατί έτσι προστατεύετε το πανεπιστήμιο, την ποιότητα της διδασκαλίας και το μέλλον σας. Γι’ αυτό πράγματι ο ρόλος των κομμάτων είναι πάρα πολύ κρίσιμος. Μόνο που τα κόμματα δεν έχουν την ίδια ιδεολογία, την ίδια ευαισθησία, την ίδια αντίληψη για την κοινωνία, την ίδια αντίληψη για την οικονομία και την ανάπτυξη.

Η δική μας προοδευτική αντίληψη, η αντίληψη του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού, η αντίληψη μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής, προοδευτικής παράταξης συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του πανεπιστημίου, με την αξιοκρατία, τη διαφάνεια και τον αγώνα ενάντια στις πελατειακές σχέσεις και εξαρτήσεις.

Έχουν βρεθεί όμως τώρα τελευταία και ορισμένοι οι οποίοι λένε ότι για το πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστήμιου φταίει το γεγονός ότι αυτό είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και άρα πρέπει να αλλάξει η νομική φυσιογνωμία του πανεπιστημίου. Και ξεχνούν ότι το πανεπιστήμιο από το 1837 στην Αθήνα και από το 1927 στη Θεσσαλονίκη ήταν και είναι πάντα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Και τρία μικρά πανεπιστήμια που ξεκίνησαν με πρωτοβουλία των επιμελητηρίων ή ιδιωτών ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, για να βρουν το δρόμο τους και την ποιότητά τους έγιναν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Η Πάντειος, η Βιομηχανική Θεσσαλονίκης (το σημερινό Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) και η Βιομηχανική Πειραιώς (το σημερινό Πανεπιστήμιο Πειραιώς). Τα ζήσαμε αυτά, τα δοκιμάσαμε και τα κρίναμε ιστορικά.

Το πανεπιστήμιο, αν θέλουμε να είναι και δημόσιο και πλήρως αυτοδιοκούμενο, πρέπει να είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλιώς θα ήταν μια δημόσια υπηρεσία. Στη Γαλλία το πανεπιστήμιο δημόσια υπηρεσία είναι.

Άρα το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι αναπόφευκτο να υπάρχει ως εγγύηση. Μόνο που μπορεί να είναι ευέλικτο, δημιουργικό, χειραφετημένο, αυτονομημένο. Και αυτό θέλουμε.

Τι δεν θέλουμε; Δε θέλουμε με πλάγιο τρόπο να υποβιβαστούν τα δημόσια πανεπιστήμια σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου για να έρθουν στο ίδιο επίπεδο με πιθανά μελλοντικά ιδιωτικά πανεπιστήμια. Όσοι έχουν αυτή την πονηρή σκέψη ας την ξεχάσουν.

Και απορώ τι θα έλεγαν οι φοιτητές που έχουν διδαχτεί Συνταγματικό Δίκαιο στο πρώτο εξάμηνο και γενικές αρχές του Αστικού Δικαίου για τις κατηγορίες των νομικών προσώπων. Τα νομικά πρόσωπα είναι, στις ευρωπαϊκές ηπειρωτικές έννομες τάξεις, δύο ειδών: Είτε δημοσίου δικαίου είτε ιδιωτικού. Άντε να είναι και «διφυή», όπως λέγαμε παλιά με αφορμή τη ΔΕΗ. Δηλαδή να κρύβουν μέσα τους ένα πρόσωπο δημοσίου και ένα πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Αυτό επιβάλλει η κατανομή της δικαιοδοσίας. Αυτό επιβάλλει το άρθρο 94 του Συντάγματος, γιατί οι διαφορές θα είναι ή ιδιωτικές ή δημόσιες, ή στο ΣτΕ ή στο Πρωτοδικείο, δεν μπορεί να υπάρχουν «πανεπιστημιακά» νομικά πρόσωπα που δεν είναι ούτε δημοσίου ούτε ιδιωτικού δικαίου. Θα είναι ή το ένα ή το άλλο.

Μην ψάχνουν σε αυτά τις αιτίες. Αλλού είναι η αιτία των προβλημάτων του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και του ελληνικού δημοσίου Πανεπιστημίου και είπαμε που. Υπάρχουν όμως πολλοί καλόπιστοι άνθρωποι, με αγωνία για τα παιδιά τους, με αγωνία για το μέλλον της εκπαίδευσης  που λένε: γιατί να υπάρχουν 50.000 παιδιά στο εξωτερικό, από τα οποία 22.000 στη Μεγάλη Βρετανία.  

Μήπως πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα της φοιτητικής μετανάστευσης επιτρέποντας τη δημιουργία ιδιωτικών Πανεπιστημίων; Προσέξτε. Εάν βγει κάποιος ευθαρσώς και πει ότι δεν μας ενδιαφέρει η ποιότητα του Πανεπιστημίου, αλλά μας ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε οπωσδήποτε νέες θέσεις φοιτητών, τότε πρέπει να πούμε ότι χρειαζόμαστε άλλες 50.000 θέσεις φοιτητών στην Ελλάδα και να τις δημιουργήσουμε. Αλλά τότε πρέπει να τις δημιουργήσουμε πρωτίστως στα δημόσια Πανεπιστήμια και κυρίως δεν μπορούμε να αφήνουμε στην περίπτωση αυτή κενές 20.000 θέσεις σε δημόσια ΑΕΙ και ΤΕΙ λόγω της βάσης του 10.

Ας διαλέξουν το επιχείρημα: ή χρειαζόμαστε 50.000 θέσεις νέων φοιτητών κυρίως στα δημόσια Πανεπιστήμιά μας και τότε πρέπει να τις δημιουργήσουμε και πρέπει να οργανώσουμε ανάλογα τις εισαγωγικές εξετάσεις ή πρέπει να σταματήσει το επιχείρημα ότι φταίει το δημόσιο Πανεπιστήμιο για τη φοιτητική μετανάστευση.

Και εν πάση περιπτώσει τα παιδιά τα οποία θέλουν να φοιτήσουν στην Ελλάδα, πρέπει να περνούν από το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων που μοιραία θα είναι κοινό είτε για τα κρατικά είτε για τα μη κρατικά-μη κερδοσκοπικά κοινωφελή Πανεπιστήμια, στα οποία πρέπει να εισάγεσαι αξιοκρατικά, με εισαγωγικές εξετάσεις.

Άρα πάντα θα υπάρχει ο φραγμός και ιδίως ο φραγμός για τις σχολές πρώτης προτίμησης: για τη νομική, για την ιατρική, για την αρχιτεκτονική κ.ο.κ. Τα παιδιά με δυσκολία πηγαίνουν σε σχολές δεύτερης, τρίτης ή πέμπτης προτίμησης και αυτό δυστυχώς εξαρτάται από την επίδοση. Από ένα σημείο και μετά παντού και πάντα υπάρχει ένας φραγμός.

Όμως το ζήτημα της φοιτητικής μετανάστευσης πρέπει να αντιμετωπιστεί σε βάθος, εξετάζοντας τι ακριβώς θέλουν τα παιδιά αυτά, τι επίδοση έχουν, τι επίδοση έχουν εκεί που πηγαίνουν, ποιες σχολές ακολουθούν, τι πτυχία παίρνουν. Γιατί, η πρόχειρη συζήτηση οδηγεί σε πρόχειρες θέσεις και σε πρόχειρες λύσεις.   

Για το πρόβλημα πάντως της φοιτητικής μετανάστευσης, η λύση δεν μπορεί να είναι τα δήθεν Πανεπιστήμια σαλταδόρων επιχειρηματιών, οι οποίοι θα δώσουν ψευδαισθήσεις και θα φενακίσουν παιδιά και γονείς.

Υπάρχει επίσης, φίλες  και φίλοι, το μεγάλο ζήτημα των «κολεγίων», των ξένων Πανεπιστημίων που λειτουργούν στην Ελλάδα σε συνεργασία με Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών και το επιχείρημα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πιέζει για ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Πρέπει μιλώντας επιστημονικά σε πανεπιστημιακό ακροατήριο να είμαστε απολύτως ακριβείς, γιατί το βασικό στοιχείο της νομικής σκέψης είναι η ακριβολογία. Πρέπει να ξέρετε ότι σύμφωνα με το άρθρο 149 της Συνθήκης για τις ευρωπαϊκές κοινότητες, η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα παιδείας είναι επικουρική, συμπληρωματική και υποστηρικτική.

Η κύρια αρμοδιότητα ανήκει στα κράτη - μέλη. Η Ένωση παρεμβαίνει με βάση το άρθρο 150 για θέματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Δεν την ενδιαφέρει η εκπαιδευτική πολιτική, αλλά η οικονομική πολιτική, η επαγγελματική ελευθερία, η κινητικότητα των εργαζομένων και η κινητικότητα των επιχειρήσεων.

Την ενδιαφέρει η αναγνώριση μεταξύ των κρατών - μελών των επαγγελματικών δικαιωμάτων και όχι των ακαδημαϊκών τίτλων και ιδρυμάτων. Τι λέει η σχετική οδηγία και τι λέει η σχετική νομολογία του δικαστηρίου των ευρωπαϊκών Κοινοτήτων; Λέει ότι δεν μπορείς σε μια χώρα να έχεις άλλους κανόνες, πιο ελεύθερους και ανοιχτούς για τα δικά σου Πανεπιστήμια, για παράδειγμα τα ιταλικά και άλλους πιο σκληρούς και κλειστούς για ξένα Πανεπιστήμια, για παράδειγμα τα βρετανικά.

Υπάρχει η περιβόητη απόφαση Νeri κατά Ιταλίας του ΔΕΚ, την οποία πολλοί επικαλούνται. Τι συνέβη στην Ιταλία; Μια νεαρή κοπέλα η κυρία Νeri, θέλησε να σπουδάσει στην Ιταλία σε ένα εκπαιδευτήριο ιδιωτικό, που ήταν συμβεβλημένο με ένα βρετανικό δημόσιο Πανεπιστήμιο, το «Nottingham trent University».

Τα Πανεπιστήμια τα βρετανικά που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες στην Ιταλία ή στην Ελλάδα, είναι δημόσια Πανεπιστήμια, δεν είναι ιδιωτικά. Οι 20.000 Έλληνες που φοιτούν στη Βρετανία φοιτούν σε δημόσια Πανεπιστήμια και όχι σε ιδιωτικά.

Η Ιταλία –όπως προκύπτει από την απόφαση του ΔΕΚ- έχει μια νομοθεσία που επιτρέπει στα ιταλικά Πανεπιστήμια να συνάπτουν συμβάσεις δικαιόχρησης, franchising δηλαδή, με ιδιωτικούς oργανισμούς, προκειμένου αυτοί να παρέχουν υπηρεσίες στο όνομα του Πανεπιστημίου. Απαγόρευσε όμως στα βρετανικά πανεπιστήμιο να συνάψουν τέτοια σύμβαση δικαιόχρησης με ιδιωτικό φορέα.

Αυτή η δυσμενής μεταχείριση του βρετανικού δημόσιου Πανεπιστημίου σε σχέση με το ιταλικό Πανεπιστήμιο κρίθηκε αντίθετη με τη Συνθήκη για τις ευρωπαϊκές κοινότητες. Ποιο είναι το κρίσιμο κριτήριο; Το κρίσιμο κριτήριο είναι : Πρώτον, το τι λέει η εθνική νομοθεσία και είναι μεγάλο κενό και λάθος της Ελλάδας που δεν έχουμε ψηφίσει νόμο, εδώ και χρόνια, για να ρυθμίσουμε το καθεστώς το ανεξέλεγκτο των λεγομένων κολεγίων. Και πιστεύω ότι πρέπει επειγόντως να ψηφιστεί τέτοιος νόμος, που να ρυθμίζει την εγκατάσταση ξένων πανεπιστημίων, των ίδιων όμως, μόνων τους, θα απαγορεύει φυσικά τις συμβάσεις με ιδιωτικούς φορείς όπως απαγορεύει τις συμβάσεις αυτές και στα ελληνικά Πανεπιστήμια και όπως συμβαίνει σε όλες τις σοβαρές χώρες της Ευρώπης και ιδίως αυτές που χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα, τη Φινλανδία ή τη Σουηδία. Το δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι ο πυλώνας του ευρωπαϊκού συστήματος, αυτά είναι τα καλά ανταγωνιστικά Πανεπιστήμια της Ευρώπης, όλα δημόσια.

Επίσης, δεύτερον, πρέπει να ξέρουμε ότι η επαγγελματική αναγνώριση, η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, είτε έκανε κάποιος σπουδές εδώ, είτε έκανε σπουδές στη χώρα προέλευσης, για παράδειγμα την Αγγλία, εξαρτάται από ένα θεμελιώδες κριτήριο. Πρέπει, για να σου αναγνωρίσει μια χώρα όπως η Ελλάδα ή η Ιταλία τα επαγγελματικά σου προσόντα, να σου αναγνωρίζει τα ίδια και η χώρα προέλευσης του Πανεπιστημίου, δηλαδή η Βρετανία. Για να γραφτείς εδώ στο Δικηγορικό Σύλλογο, πρέπει να μπορείς να γραφτείς με το δίπλωμα αυτό και στον Βρετανικό Δικηγορικό Σύλλογο.  

Άρα το τι λέει η εθνική νομοθεσία είναι κρίσιμο και είναι τεράστιο κενό και τεράστια παραπλάνηση παιδιών και γονέων, το γεγονός ότι τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών λειτουργούν χωρίς καθεστώς, χωρίς κριτήρια και χωρίς νομοθεσία στα θέματα αυτά. Τα επαγγελματικά προσόντα εξαρτώνται επίσης από το τι προσόντα σου αναγνωρίζει στο έδαφός της η χώρα προέλευσης του Πανεπιστημίου.

Έχουν καμιά σχέση αυτά τα θέματα με το άρθρο 16; Μπορεί το άρθρο 16 να πει ότι όλα τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια θα συμμορφωθούν με το ελληνικό πρότυπο πανεπιστημιακής οργάνωσης; Όχι. Το άρθρο 16 αφορά τη συνταγματική τάξη της Ελλάδας. Τα άλλα ρυθμίζονται από το κοινοτικό δίκαιο. Το κοινοτικό δίκαιο όμως έχει και εσωτερική λογική και κανόνες και τη δική του σοβαρότητα και εν πάση περιπτώσει μπορεί ο Υπουργός Παιδείας μιας σοβαρής ελληνικής κυβέρνησης, που δεν είναι η περίπτωση της σημερινής κυβέρνησης, να θέσει τα θέματα και στο Συμβούλιο Υπουργών εσωτερικής αγοράς και στο Συμβούλιο Υπουργών Παιδείας.

Συμπέρασμα; Η αναθεώρηση του άρθρου 16, δεν συνδέεται ούτε με τα προβλήματα και τις άμεσες ανάγκες αναβάθμισης του ελληνικού δημόσιου Πανεπιστημίου και δημόσιου σχολείου, ούτε με το ζήτημα της φοιτητικής μετανάστευσης, ούτε με το ζήτημα της ανεξέλεγκτης λειτουργίας των λεγομένων κολεγίων. Αλλού είναι τα προβλήματα, αλλού είναι οι λύσεις.

Υπάρχει όμως πάντα το επιχείρημα που λέει, εντάξει και αν εμφανιστεί ο μέγας δωρητής και ευεργέτης, ο χορηγός, το ίδρυμα που θέλει να διαθέσει πολλά εκατομμύρια δολάρια για να ιδρύσει ένα μη κερδοσκοπικό, μη κρατικό, κοινωφελές Πανεπιστήμιο, ανταγωνιστικό και αξιοκρατικό, όπως έγινε παλιά με τον Πάντο και το  Πάντειο Πανεπιστήμιο ή όπως έγινε με τη Βιομηχανική Θεσσαλονίκης ή τη Βιομηχανική Πειραιώς, τι να κάνουμε; Να το αποτρέψουμε;

Έχω πει: να κάνουμε μια προκήρυξη ενδιαφέροντος για να δούμε συγκεκριμένα ποιος ενδιαφέρεται, με τι ποσά και ποιους όρους. Θα δούμε τότε πόσο δύσκολο είναι στην πραγματικότητα να υπάρξουν αυτές οι προϋποθέσεις.

Άκουσα να λένε για τους Ελληνοαμερικάνους δωρητές σε αμερικάνικα Πανεπιστήμια. Έχω δουλέψει πολύ στις ελληνικές έδρες στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχω ασχοληθεί επί χρόνια με πάνω από 150 έδρες. Θέλει τεράστια ποσά για να ιδρύσεις μια θέση καθηγητή, για να κάνεις μια μικρή πτέρυγα βιβλιοθήκης ή ένα βιοχημικό εργαστήριο και να γραφτείς ως ευεργέτης.

Τα καλά αμερικάνικα Πανεπιστήμια δεν είναι ιδιωτικά-επιχειρηματικά, είναι ιδρύματα μη κερδοσκοπικά. Είναι θεμελιώδεις κοινωνικοί φορείς. Για τα αμερικάνικα δεδομένα είναι δημοσίου ενδιαφέροντος φορείς. Το Χάρβαρντ δεν είναι προϊόν ενός δωρητή, ούτε το Πρίνστον, ούτε το ΜΙΤ. Επί αιώνες  συσσωρεύονται δωρεές, κληροδοσίες, καταπιστεύματα και δεν υπάρχει κανείς που να τα ελέγχει αυτά.  Τα ελέγχει η κοινωνία, τα ελέγχει ουσιαστικά ο ίδιος ο αμερικανικός λαός, ο οποίος βεβαίως εκφράζεται με την ταξική του διαστρωμάτωση. Δεν εκφράζεται κατά τρόπο δημοκρατικό, αλλά με βάση την οικονομική ισχύ.

Και εν πάση περιπτώσει εάν θέλει το Χάρβαρντ να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα, με ποιον θα τις κάνει; Με κάποιον ιδιώτη; Θα τις κάνει βεβαίως με τα  καλά ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, με τα πολυτεχνεία μας, με τις φιλοσοφικές μας σχολές.

Εδώ και δεκαετίες υπάρχει αμερικανική νομική σχολή που κάνει θερινά μαθήματα στη Θεσσαλονίκη.  Υπάρχει κοινό μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημοσίου δικαίου του Πανεπιστημίου του Μπορντό με την Αθήνα.  Και έτσι είμαι βέβαιος - θα μας το πει και η πρυτανική αρχή που είναι παρούσα ότι μπορούν να γίνουν δεκάδες μεταπτυχιακά προγράμματα σε συνεργασία με τα καλύτερα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα Πανεπιστήμια.

Όμως πάντα θα υπάρχει η αμφιβολία ότι μπορεί να έχουμε στερήσει τη δυνατότητα  να γίνει κάτι συγκλονιστικό. Να υπάρξει ένα μη κρατικό, μη κερδοσκοπικό κοινωφελές Πανεπιστήμιο με λεφτά μεγάλων δωρητών και ευεργετών. Και πρέπει να απαντήσουμε  σε αυτό. Και η απάντηση είναι  ναι να έχουμε, αλλά με ποιους όρους; Με αξιοκρατική εισαγωγή φοιτητών, με το ίδιο σύστημα με τους φοιτητές των δημοσίων Πανεπιστημίων και με  ακαδημαϊκή διαδικασία εκλογής καθηγητών με τρόπο διεθνώς παραδεκτό και ανάλογο με αυτό των δημοσίων Πανεπιστημίων, από ακαδημαϊκά εκλεκτορικά σώματα.

Άρα για να σταματήσει επιτέλους η φημολογία ότι υπάρχει προσφορά να γίνουν και μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά  κοινωφελή Πανεπιστήμια υψηλού κύρους, ανταγωνιστικά, επιπέδου Χάρβαρντ, η απάντηση είναι ναι. Ας μας πει ποιο θέλει και να έρθει. Όμως δεν θέλουμε πίσω από ένα ψευδεπίγραφο δήθεν μη κερδοσκοπικό Πανεπιστήμιο να κρύβεται ο έξυπνος σαλταδόρος επιχειρηματίας σχολάρχης  που είναι έτοιμος να υπονομεύσει  το κύρος και των διπλωμάτων και του δημοσίου Πανεπιστημίου. Δεν θέλουμε ιδιωτικά Πανεπιστήμια ευκαιρίας. Θέλουμε πανεπιστήμια κύρους και αξίας.

Το ΠΑΣΟΚ – αυτή είναι η απόφαση του Συνεδρίου μας - έχει ορισμένες βασικές θέσεις. Πρώτη θέση είναι η αναγνώριση της αξίας, της σημασίας και του αναντικατάστατου ρόλου του δημόσιου πανεπιστημίου. Δεύτερη θέση είναι η ανάγκη άμεσης χειραφετήσεις και αυτονόμησης του κάθε δημόσιου  πανεπιστήμιου που πρέπει να πάψει να εξαρτάται από την οδό Μητροπόλεως και την κυρία Γιαννάκου.

Η τρίτη του θέση είναι πως  η κυβέρνηση οδηγεί στο απόλυτο αδιέξοδο την παιδεία. Αυτό φάνηκε με τις έξι εβδομάδες απεργίας των δασκάλων, με τις καταλήψεις των λυκείων, με τη συνεχή αναστάτωση των Πανεπιστημίων, με την αδυναμία της κυβέρνησης να οργανώσει τον διάλογο και να πείσει την πανεπιστημιακή κοινότητα. Αυτό φάνηκε στην  τελευταία ανακοίνωση της συνόδου των πρυτάνεων, αυτό λένε τα λόγια του κ. Μπαμπινιώτη, που δεν είναι στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος θέλει διάλογο από μηδενική βάση.

Βεβαίως- όπως τόνισε ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στην τελευταία του ομιλία στην Βουλή- όλα αυτά χρειάζονται συστηματική πολιτική, γι΄ αυτό  πρότεινε 15 σημεία που μπορούν να γίνουν ο άξονας μιας μακροπρόθεσμης προοδευτικής πολιτικής για την παιδεία. Αλλά αυτό προϋποθέτει νίκη του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές. Προϋποθέτει ότι  η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ως ηγεμονική πολιτική δύναμη θα οργανώσει το διάλογο και θα διαμορφώσει με ευρεία συναίνεση μια στρατηγική παιδείας για πολλές 10ετίες με τη στήριξη όλη της κοινωνίας και ιδίως όλων των νέων και όλης της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Μέσα  στις θέσεις του ΠΑΣΟΚ περιλαμβάνεται-δίπλα στην αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου - και η δυνατότητα ίδρυσης κάποιου μη κρατικού, άρα μη κερδοσκοπικού κοινωφελούς Πανεπιστημίου. Προσέξτε όμως με ποιους απαράβατους όρους. Να είναι εντεταγμένο σε ενιαίο σύστημα με τα δημόσια Πανεπιστήμια. Άρα με αξιοκρατική και ενιαία εισαγωγή φοιτητών και με αξιοκρατική ακαδημαϊκή και πιστοποιημένη εκλογή καθηγητών. Αυτά δεν τα δέχεται η Νέα Δημοκρατία.

Η Νέα Δημοκρατία ουσιαστικά κάνει μια  άσκηση νεοφιλελεύθερου οίστρου, προκαλεί την κοινωνία, προκαλεί το Πανεπιστήμιο, προκαλεί, το λύκειο, προκαλεί ακόμη και τα δημοτικά σχολεία. Κοροϊδεύει και λοιδορεί τους δασκάλους. Η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να διαχειριστεί το μέλλον του Πανεπιστημίου και το μέλλον της εκπαίδευσης.

Εγώ θέλω να ψηφίσω  στην αναθεωρητική Βουλή, όπου ο κάθε βουλευτής ψηφίζει κατά συνείδηση, την θέση του ΠΑΣΟΚ. Πιστεύω στην θέση του ΠΑΣΟΚ. Δεν θέλω όμως να αναγκαστώ να ψηφίσω ούτε άμεσα ούτε έμμεσα τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας, γιατί διαφωνώ απολύτως με τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας.

Όσοι όμως περιμένουν να διχάσουμε το ΠΑΣΟΚ και να μειώσουμε τις δυνατότητες νίκης στις επόμενες εκλογές συζητώντας δημόσια με τον Γιώργο Παπανδρέου για το άρθρο 16 και ανταλλάσσοντας υπαινιγμούς κάνουν λάθος. Το ΠΑΣΟΚ  είναι ένα μεγάλο δημοκρατικό κόμμα που λειτουργεί  συλλογικά και όλα συζητούνται στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και των νέων οργάνων του, στα οποία  μετέχω και τα οποία θέλουν τη στήριξη όλης της κοινωνίας και όλης της νεολαίας.

Από τώρα έως το προγραμματικό Συνέδριο του Μαρτίου και πολύ πριν την ψηφοφορία  στη βουλή θα  εξειδικεύσουμε  και θα διαμορφώσουμε τις θέσεις μας συντροφικά, καλόπιστα και υπεύθυνα. Με στόχο, πρώτον, να διαφυλάξουμε, να προστατεύσουμε  και να ενισχύσουμε το δημόσιο Πανεπιστήμιο και το δημόσιο σχολείο. Αυτό είναι το μέλλον της χώρας.

Δεύτερον, να προστατεύσουμε και να προβάλουμε την ενότητα του ΠΑΣΟΚ, την αξιοπιστία του λόγου του  και να στηρίξουμε έτσι το βασικό μας στόχο που είναι η νίκη  στις εκλογές με επικεφαλής τον Γιώργο Παπανδρέου. Και σ΄ αυτή την  προσπάθεια που είναι προσπάθεια δύσκολη, υπεύθυνη αλλά  στοχευμένη,  καλώ εσάς τις νέες και τους νέους επιστήμονες, τις νέες και τους νέους δημοκρατικούς πολίτες της χώρας να πάρετε θέση, να πάρετε την υπόθεση  στα χέρια σας, να  γίνετε οι κήρυκες, οι σημαιοφόροι και οι θεματοφύλακες αυτής της μεγάλης  υπόθεσης.

Γι΄ αυτό πρέπει να δώσουμε ταυτόχρονα διπλό αγώνα, αγώνα παράλληλο και αλληλοτροφοδοτούμενο στο  όνομα της  δικής σας γενιάς και των δικών σας ελπίδων, αλλά και στο όνομα της δικής μας γενιάς και της δικής μας προσδοκίας να δούμε να ζείτε σε μια χώρα αναπτυγμένη, προοδευτική, ανταγωνιστική, μια χώρα που σας σέβεται.

Και επειδή αναφερθήκατε στον Ανδρέα Παπανδρέου.

Εμείς εδώ είμαστε μια ομάδα νέων επιστημόνων και δουλεύουμε πάντα με ντοκουμέντα και στοιχεία. Πρέπει να ξέρετε ότι στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή μιλώντας ο Ανδρέας Παπανδρέου, στις σελίδες 495 και 496 των πρακτικών του οργάνου που ψήφισε το ισχύον δημοκρατικό Σύνταγμα της χώρας, πρότεινε –με βάση βέβαια τις αντιλήψεις και τα δεδομένα του 1975 -  όχι μόνον να απαγορεύεται ρητά και κατηγορηματικά η σύσταση ανώτατων και ανώτερων σχολών από ιδιώτες, αλλά με βάση τα δεδομένα εκείνης της εποχής να μην επιτραπεί να γίνουν ούτε καν νέα ιδιωτικά σχολεία. Και όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλάει –και αξίζει να διαβάσει κανείς τα κείμενα αυτά, που έχουν μεγάλη ιστορική αξία  για το ποιος έχει την ευθύνη της παιδείας-είναι σαφής. Λέει ότι την ευθύνη της παιδείας την έχει η πολιτεία και «κοινωνικοί δημόσιοι φορείς».

Και είναι πραγματικά πολύ σημαντικό για το ΠΑΣΟΚ ,πολύ σημαντικό για μένα, πολύ σημαντικό για όλους και όλες εσάς ότι ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο Γιώργος Παπανδρέου, μιλώντας προχθές στο Εθνικό Συμβούλιο  αναφέρθηκε σ΄ αυτή την ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου, γιατί έτσι αποσαφηνίζεται ότι όταν εμείς μιλάμε για μη κρατικά ,μη κερδοσκοπικά κοινωφελή πανεπιστήμια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εννοούμε άμεσα ή έμμεσα ιδιώτες. Εννοούμε κοινωνικούς φορείς δημοσίου ενδιαφέροντος.

Φίλες και φίλοι το ζήτημα του άρθρου 16 είναι ένα από τα πολλά κεφάλαια της πολιτικής παιδείας. Και η πολιτική παιδείας είναι η πολιτική ανάπτυξης της χώρας. Εάν έχουμε μια εναλλακτική προγραμματική πρόταση για την κοινωνία ,την οικονομία και τους θεσμούς αυτή ξεκινάει από την παιδεία και τελειώνει στην παιδεία.

Ας κάνουμε την παιδεία  και την εκπαιδευτική πολιτική σημαία των δικών μας  προοδευτικών αντιλήψεων και ας πάμε στο λαό, στους πολίτες ,στους φοιτητές, στην κοινωνία να τους πείσουμε για να νικήσουμε στις επόμενες εκλογές με το  αίτημα «και πάλι αλλαγή».

 


* Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου σε εκδήλωση της ΠΑΣΠ Νομικής Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο «τριημερίδας» με  γενικό θέμα: «Η Νομική Επιστήμη στην καθημερινότητα μας»

Tags: Παιδεία