Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 2018

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στη Βουλή κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων «Τροποποίηση του άρθρου 5 του ν.1920/1991 (Α΄11), με τον οποίο κυρώθηκε η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών" (Α΄182)»

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, μόλις παρουσιάστηκε το σχέδιο νόμου στην αρχική του μορφή, έκανα μία δημόσια δήλωση πως το βρίσκω σωστό, θεωρώ ότι κινείται προς την ορθή κατεύθυνση και το στηρίζω. Θέλω όμως υπό την ιδιότητά μου του πρώην Υπουργού Εξωτερικών, του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου και του εισηγητή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκτέλεση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να διατυπώσω τη γνώμη μου στην Ολομέλεια, προκειμένου να καταγραφεί στα πρακτικά της Βουλής. Για να διευκολύνω την κωδικοποίηση των απόψεών μου, έχω καταθέσει και μία τροπολογία, η οποία αφορά το δικονομικό μέρος του ζητήματος. Όμως το δικονομικό μέρος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την προστασία των δικαιωμάτων και με την ουσία του προβλήματος.

Ξεκινώ από το θεμελιώδες ζήτημα του νομικού καθεστώτος στο πλαίσιο του οποίου κινούμαστε. Υπάρχει διεθνής υποχρέωση της χώρας να εγκαθιδρύει και να διατηρεί μία ειδική δικαιοδοσία για τους Μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες εγκατεστημένους στη Θράκη ή αυτό είναι μία επιλογή του εθνικού νομοθέτη στο πλαίσιο του εθνικού Συντάγματος και της εθνικής έννομης τάξης; Είναι για εμένα σαφές –και αυτή είναι η κυρίαρχη άποψη στον επιστημονικό διάλογο– ότι δεν υπάρχει διεθνής υποχρέωση της χώρας, δεν δεσμευόμαστε ούτε από τη Συνθήκη των Αθηνών ούτε από την προγενέστερη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως. Η δε Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία προφανώς ισχύει, παραπέμπει στα έθιμα της μουσουλμανικής μειονότητας και μάλιστα υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, ο οποίος όμως είναι ένας δύσκολα ερμηνευόμενος όρος στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν μπορείς να θέσεις υπό τον όρο της αμοιβαιότητας την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι, συνεπώς, τελείως διαφορετικό ζήτημα ο σεβασμός των εθίμων και τελείως διαφορετικό ζήτημα η υπαγωγή σε μία ειδική δικαιοδοσία που διέπεται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, τη λεγόμενη Σαρία.

Η απάντηση που δίνει η επιστήμη στο θέμα αυτό και συγκροτεί την κυρίαρχη άποψη, συμβαδίζει με τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και επικουρικά με τις γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δέχονται αυτήν την άποψη που σας εξέθεσα, η πάγια όμως νομολογία του Αρείου Πάγου είναι διαφορετική. Ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι υπάρχει διεθνής υποχρέωση της χώρας. Η νομολογία του, μάλιστα, κατά καιρούς επικαλείται τη Συνθήκη των Αθηνών, κατά καιρούς επικαλείται τη Συνθήκη της Λωζάννης, πάντως αναζητά έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο και σε κανόνες σχετικά αυξημένης τυπικής ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος.

Ούτως ή άλλως, το πρόβλημα το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι λυμένο ήδη από το 1991 με την κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου του Δεκεμβρίου του 1990, το δημιούργησε η ερμηνεία αυτού του νομοθετήματος από τον Άρειο Πάγο. Θα μπορούσε η ερμηνεία να είναι τελείως διαφορετική, να αποδέχεται δηλαδή τον εθελοντικό και προαιρετικό χαρακτήρα της υπαγωγής Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών στη δικαιοδοσία του Ιεροδίκη και στον ιερό μουσουλμανικό νόμο. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από τη στιγμή που παγιώθηκε μία προβληματική νομολογία του Αρείου Πάγου που ερμήνευε το νόμο του 1991 σε συνδυασμό με μη ισχύουσες διεθνείς συνθήκες, εν προκειμένω τη Συνθήκη των Αθηνών, έτσι ώστε να καθίσταται η υπαγωγή για τους Έλληνες Μουσουλμάνους της Θράκης υποχρεωτική. Τους στερούσε το δικαίωμα της επιλογής μεταξύ των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και του Ιεροδίκη.

Αυτή είναι μία ερμηνεία, η οποία αντιβαίνει σε κάθε ερμηνευτική αντίληψη. Αντιβαίνει, καταρχάς, στο γεγονός ότι εδώ δεν έχουμε πολλαπλότητα εννόμων τάξεων, έχουμε ένα Σύνταγμα, έχουμε ένα Σύνταγμα φιλελεύθερης δημοκρατίας, δημοκρατίας και κράτους δικαίου που εντάσσεται και στον Ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, που ερμηνεύεται σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τους άλλους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ερμηνεία της υποχρεωτικότητας και της αδυναμίας αυτοεξαίρεσης Μουσουλμάνου Έλληνα πολίτη από το πεδίο της Σαρίας και του Ιεροδίκη, είναι μία προσβολή του κράτους δικαίου και του Ελληνικού Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτή την προσβολή, όμως, δεν την έκανε ο νομοθέτης του 1991, διότι την ερμηνεία αυτή την επέβαλλε το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτικής δικαιοσύνης.

Άλλωστε, πρακτικά, την προσβολή του Διεθνούς Δικαίου, την προσβολή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την κάνει πάντα ένα ανώτατο δικαστήριο, όχι ο νομοθέτης. Γιατί ο πολίτης, το άτομο, προκειμένου να προσφύγει με ατομική προσφυγή στο Στρασβούργο, πρέπει να έχει εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, άρα χρειάζεται μία αμετάκλητη απόφαση. Άρα, αυτός που παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι πάντα ο δικαστής, δεν είναι ο νομοθέτης, ο οποίος παρεμβάλλεται και μπορεί να φταίει, αλλά παραβίαση της ΕΣΔΑ έχουμε μόνο εάν συμφωνήσει με την κακή επιλογή του και ο δικαστής, πολύ περισσότερο αν ο δικαστής επιλέξει μία ερμηνεία που υπερακοντίζει τη βούληση του νομοθέτη, όπως εν προκειμένω. Και λέω ότι υπερακοντίζει τη βούληση του νομοθέτη, γιατί οι Μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες της Θράκης ούτως ή άλλως είχαν το δικαίωμα επιλογής πολιτικού γάμου και υπαγωγής στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια και στο καθεστώς του Αστικού Κώδικα. Αλλά για άλλα θέματα, όπως το Κληρονομικό Δίκαιο, αυτή η υπαγωγή ήταν εξαιρετικά σκληρή. Στα θέματα, δε, του Οικογενειακού Δικαίου και της Προσωπικής Κατάστασης, λόγω του γάμου των ανηλίκων, είχαμε φτάσει σε ακραίες περιπτώσεις, δηλαδή στην περίπτωση να συνάπτεται γάμος με ανήλικη κορασίδα στη Θράκη, να μετακομίζει το ζεύγος στη Γερμανία και να συλλαμβάνεται ο σύζυγος επειδή έχει προβεί σε απαγωγή παιδίσκης και αυτός να πηγαίνει στη φυλακή, η δε κοπέλα να πηγαίνει στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι αυτό που έθεσε και ο κ. Γαβρόγλου προηγουμένως. Η ορθή λύση ποια είναι; Κοιτάξτε, η ορθή λύση, η απολύτως καθαρή, αυτή που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας, είναι να καταργηθεί η εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου. Εάν μου λέγατε εργαστηριακά, νομικά, επιστημονικά να σας δώσω μία απάντηση, η απάντηση είναι αυτή. Διασώζεται αυτή η ρύθμιση που είναι ένα σημαντικό βήμα, επιβεβλημένο λόγω της νομολογίας του Αρείου Πάγου, διασώζεται από πλευράς συνταγματικότητας και συμβατότητας με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Ως μεταβατική, επιμένω, ρύθμιση. Για να καλλιεργηθούν και συνειδήσεις και να διαμορφωθούν πρακτικές. Διασώζεται μόνο υπό μία ερμηνευτική εκδοχή, υπό την εκδοχή ότι συγκροτείται μία οιονεί διαιτησία, οιονεί εκούσια διαιτησία του Ιεροδίκη, στην οποία οικειοθελώς υπάγονται με κοινή συμφωνία τους τα μέρη. Διότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Μουφτής ως Ιεροδίκης δεν είναι δικαστήριο με την έννοια του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 8 Συντ. –νόμιμος δικαστής–, ούτε του άρθρου 20 –δικαίωμα δικαστικής προστασίας–, ούτε των άρθρων 87 και επόμενα, που προσδιορίζουν τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή και του δικαστηρίου.

Υπάρχει όμως η διαιτησία, όπου και ιδιώτης μπορεί να είναι διαιτητής, πολύ περισσότερο μπορεί να είναι και κρατικός υπάλληλος ή ο διαιτητής. Για να συμβεί αυτό όμως πρέπει, πρώτον, να υπάρχει οικειοθελής υπαγωγή με κοινή συμφωνία. Δεύτερον, πρέπει τα ελληνικά τακτικά πολιτικά δικαστήρια –το Πρωτοδικείο δηλαδή και μετά τα ανώτερα δικαστήρια– να ελέγχουν την απόφαση και να την κηρύσσουν εκτελεστή, όπως γίνεται με όλες τις διαιτητικές αποφάσεις. Αυτός ο έλεγχος προβλέπεται στο νόμο του 1991, όμως στην πράξη δεν ασκείται. Επειδή ο έλεγχος αυτός οργανώνεται με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επειδή ο Εισαγγελέας, στην πράξη, δεν παρίσταται ως διάδικος και επειδή αποκλείονται τα ένδικα μέσα, δεν μπορεί να πάει η υπόθεση στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο –αυτού του τύπου η υπόθεση, του ελέγχου για την κήρυξη της εκτελεστότητας της απόφασης του Ιεροδίκη– δημιουργείται τεράστιο πρόβλημα. Είναι ατελής ο δικαστικός έλεγχος ο οποίος γίνεται από την οπτική γωνία του Συντάγματος και των κανόνων υπερνομοθετικής ισχύος –τώρα, με την αναδιατύπωση, είδα ότι προστίθεται ρητά και το άρθρο 4 παράγραφος 2 Συντ. ως ενδεικτική διάταξη, ισότητα ανδρών και γυναικών και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου– αλλά εξακολουθεί να υπάρχει μόνο μία βιαστική και επιπόλαιη, μπορώ να πω, απόφαση του Πρωτοδικείου. Χιλιάδες υποθέσεις διεκπεραιώνονται χωρίς να εντοπιστεί ακαταλληλότητα, ασυμβατότητα, αντισυνταγματικότητα, προσβολή της δημόσιας τάξης και χωρίς να μπορείς να ασκήσεις ένδικα μέσα, τα οποία αποκλείονται ρητά από τη διάταξη του 1991.

Γι’ αυτό, λοιπόν, πιστεύω ότι το γε νυν έχον, στη μεταβατική φάση, πρέπει στη δικονομική διάταξη, σύμφωνα με την τροπολογία που έχω καταθέσει, δηλαδή στη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 5 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που κυρώθηκε με το νόμο του 1991, να προστεθεί ρητά, πέρα από την παραπομπή στο Σύνταγμα και ειδικότερα στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η διατύπωση που προτείνω. Εγώ να συμφωνήσω με τη διατύπωση που έδωσε ο Υπουργός κατά το σκέλος των παραπεμπομένων κανόνων, αλλά δικονομικά πρέπει να προβλεφθεί, πρώτον, ότι θα κοινοποιείται η αίτηση στον Εισαγγελέα, ώστε να μπορεί αυτός να παραστεί ως διάδικος όπως συμβαίνει σε πολλές υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας. Και, δεύτερον, ότι ασκούνται τα προβλεπόμενα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα, δηλαδή μπορεί να γίνει και έφεση και αναίρεση.

Υπάρχει το επιχείρημα που λέει, μα αφού συμφωνούν τα μέρη και πηγαίνουν στον Ιεροδίκη, γιατί παρεμβαίνει το κράτος με τα δικαστικά του όργανα; Διότι δεν υπάρχει εξουσία διαθέσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η παραίτηση από ανθρώπινο δικαίωμα είναι ένα τεράστιο, σταυρικό ζήτημα της θεωρίας του Δικαίου και εν πάση περιπτώσει υπάρχει αντικειμενικό ενδιαφέρον του κράτους, της έννομης τάξης, για την εφαρμογή των κανόνων των λεγομένων δημοσίας τάξεως, που δεν μπορούν να υποχωρήσουν λόγω της βούλησης των μερών. Δεν είναι κανόνες του λεγομένου Ενδοτικού Δικαίου, είναι κανόνες του Αναγκαστικού Δικαίου. Άρα, λοιπόν, μπορεί τα μέρη να έχουν πιεστεί, να έχουν συμφωνήσει, να μην έχουν σκεφτεί πράγματα, αλλά μετά, στη φάση του ελέγχου της εκτελεστότητας, της κήρυξης της απόφασης ως εκτελεστής, που είναι έλεγχος αντισυνταγματικότητας και τυχόν αντίθεσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να μπορεί να γίνει ο έλεγχος από τον δικαστή εξ αντικειμένου, αυτεπαγγέλτως. Ο έλεγχος αντισυνταγματικότητας δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από ισχυρισμό, από αίτημα. Μπορεί το δικαστήριο οίκοθεν, αυτεπαγγέλτως σε όλα τα θέματα να το κάνει αυτό, άρα και εν προκειμένω, είναι πρέπον όμως να υπάρχει διάδικος. Ο διάδικος είναι ο Εισαγγελέας, ο οποίος εκπροσωπεί την έννομη τάξη, το νόμο στις πολιτικές δίκες, όπου προβλέπεται.

Να μου επιτρέψετε να πω, κ. Πρόεδρε με την ανοχή σας και ευχαριστώ πάρα πολύ, το ότι είμαστε ένα βήμα μπροστά αλλά δεν κάνουμε το ολοκληρωμένο, προκύπτει και από τα κείμενα τα διεθνή, τα οποία θέλω να τα έχω αναφέρει. Υπάρχει σημαντική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το ξέρει το Υπουργείο, κυρίως στις υποθέσεις Refah Partisi κατά Τουρκίας που είναι τέσσερις, πως ένα κόμμα που επαγγέλλεται την εφαρμογή της Σαρίας ορθώς απαγορεύεται στην τουρκική έννομη τάξη. Προσέξτε, όχι η εφαρμογή της Σαρίας, αλλά και η επαγγελία της εφαρμογής. Επίσης, υπάρχει ειδική απόφαση, resolution της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης από το 2010, που ζητά να τερματιστεί η εφαρμογή της Σαρίας στην Ελλάδα. Υπάρχει και η περιβόητη έκθεση του Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θέση που διεκδίκησε ο κ. Μουζάλας, του Thomas Hammarberg το 2009, που ρητά επίσης θέτει το ζήτημα της κατάργησης, άρα έχουμε μία εκκρεμότητα, αλλά κάνουμε ένα σημαντικό βήμα.

Κλείνω με κάτι που θα συζητηθεί στο μέλλον φαντάζομαι, το ζήτημα του Μουφτή. Δεν θέλω να τοποθετηθώ σε αυτό τώρα, αλλά από την εμπειρία μου επί σειρά ετών και από τη συνέχεια των συζητήσεων, γιατί υπάρχει και συνέχεια του κράτους, πουθενά δεν επιβάλλεται να συμπίπτουν σε ένα πρόσωπο οι ιδιότητες του θρησκευτικού λειτουργού και του Ιεροδίκη, του Μουφτή και του Καδή, και κάλλιστα μπορούν να διαχωριστούν οι ιδιότητες αυτές. Μπορεί να είναι άλλα τα προσόντα του Μουφτή και η διαδικασία ανάδειξης και άλλα τα προσόντα και η διαδικασία διορισμού του Καδή. Το έχουμε συζητήσει αυτό πολλές φορές και υπάρχει νομίζω πολύ μεγάλη κατανόηση του νομικού και του πολιτικού ζητήματος. Επίσης, δεν νομίζω ότι υπάρχει κανέναν ενδιαφέρον από την πλευρά της Τουρκίας για την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου στην Ελλάδα, δεν τίθεται κάποιο ζήτημα, το οποίο να μετατρέπεται και σε μία άσκηση πίεσης, διότι θα ήταν και παράταιρο ένα λαϊκό κράτος, ένα état laïque, ένα secular state να θέτει παρόμοιο ζήτημα το οποίο αφορά την Ελλάδα. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι η καταγραφή αυτών των θεμάτων στα πρακτικά, που είναι εργαλείο ερμηνείας του νόμου από τα δικαστήρια και η ωρίμανση των σχετικών θεμάτων στη δική μας σκέψη θα μας βοηθήσει να κάνουμε και τα ολοκληρωμένα βήματα στο μέλλον. Σας ευχαριστώ πολύ.

  

9.1.2918, Ευ. Βενιζέλος, Βουλή: Η ορθή λύση είναι να καταργηθεί η εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και ΕλευθερίεςΔικαιοσύνηΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2018