Αθήνα 19 Σεπτεμβρίου 2017

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξανδρου Π. Μαλλιά, Πρέσβη ε.τ. «Στον αστερισμό του Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ: Η Νέα Τουρκία και Εμείς» (εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ)

 

Κύριε Υπουργέ, αγαπητέ Πέτρο, κύριε επίτιμε Πρόεδρε του ΣτΕ - φιλοξενούμεθα στο αίθριο του Αρσακείου που είναι η έδρα του ΣτΕ, κύριε επίτιμε Αρχηγέ του ΓΕΑ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αγαπητές και αγαπητοί φίλοι, ευχαριστώ θερμά τις εκδόσεις Σιδέρη, τον κ. Χατζηβασιλείου για την πρόσκληση και τη φιλοξενία, κυρίως όμως ευχαριστώ και συγχαίρω τον Πρέσβη κ. Αλέξανδρο Μαλλιά, γιατί το δοκίμιό του που παρουσιάζουμε σήμερα είναι μια πρόκληση για αναστοχασμό και επαναξιολόγηση της εθνικής πολιτικής, κυρίως ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δηλαδή ως προς το πιο κρίσιμο κεφάλαιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

Σε ένα κεφάλαιο θα αναφερθούμε λοιπόν σήμερα για το οποίο θα ήταν αφέλεια να πει κανείς ότι η ελληνική πολιτική καλύπτεται από την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή από μια γενικώς διατυπωμένη δυτική αντίληψη για τα πράγματα αυτά. Ο αναστοχασμός καθίσταται επιτακτικός, γιατί έχουν επέλθει καθοριστικές μεταβολές στα διεθνή και περιφερειακά δεδομένα, μεταβολές που θέτουν πλέον επί τάπητος ακόμα και αυτό καθ’ εαυτό το ζήτημα του προσδιορισμού της έννοιας της Δύσης και της δυτικής στρατηγικής.

Το ζήτημα αυτό τέθηκε με οξύ τρόπο μόλις εξελέγη ο Πρόεδρος Τραμπ, όταν φάνηκε πως αντιλαμβάνεται τις ευρωατλαντικές σχέσεις ως σχέσεις μεταξύ εμπολέμων μερών σε ένα ατελείωτο εμπορικό πόλεμο. Είδαμε όμως ότι πάρα πολύ γρήγορα, μέσα από τα ανακλαστικά που έχει το θεσμικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών, γίνεται μια προσπάθεια επανόδου του κ. Τραμπ στην κανονικότητα και τη συνέχεια των μεγάλων στρατηγικών παραδοχών της αμερικανικής πολιτικής. Κυρίως νομίζω ότι αυτό έγινε εμφανές στην παλινδρόμηση που έκανε σε σχέση με το ρόλο του ΝΑΤΟ, στην αντίληψή του για την Ευρωπαϊκή ασφάλεια, ως ευρωατλαντικό πρόβλημα.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι ευρωαμερικανικό ζήτημα εδώ και ένα αιώνα, από την ύστερη φάση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από την εποχή του Προέδρου Γουίλσον. Από το 1916 – 1917 όταν ξεπεράστηκε η τότε ένσταση του αμερικανικού απομονωτισμού.

Και το γεγονός ότι η ευρωατλαντική συνεργασία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και για την παγκόσμια ασφάλεια, είναι το θεμέλιο της δυτικής αντίληψης για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, επιβεβαιώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον ψυχρό πόλεμο με την ίδρυση του ΝΑΤΟ, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και βέβαια τώρα αναζητά και πάλι το νέο του δόγμα και τη νέα του αποστολή το ΝΑΤΟ, μέσα από την κρίση που υπάρχει στις σχέσεις Δύσης-Ρωσίας. Βεβαίως με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές αποχρώσεις βλέπουμε να εξελίσσεται η σχέση Ηνωμένων Πολιτειών – Ρωσίας και με διαφορετικές η σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ρωσίας γιατί δεν υπάρχει καταβάθος μια ενιαία ευρωπαϊκή στάση ως προς αυτό, υπάρχει μια πολύ μεγάλη ποικιλία προσλαμβανουσών παραστάσεων, προτεραιοτήτων, ενστάσεων, αγκυλώσεων, φόβων όπως βλέπουμε καθημερινά.

Αλλά αυτό που έχει σημασία κυρίως για μας, για την περιοχή μας, για την Ανατολική Μεσόγειο πάρα πολύ κοντά στη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή, είναι το γεγονός ότι ο βασικός συνομιλητής μας που είναι η Τουρκία, το βασικό μας πρόβλημα, σχεδόν ταυτόχρονα με την αλλαγή που βλέπουμε στο ευρύτερο πλαίσιο των ευρωατλαντικών σχέσεων αντιμετωπίζει ένα ζήτημα επαναπροσδιορισμού που φτάνει μέχρι τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητάς της. Γιατί αμφισβητούνται πλέον τα ιστορικά, νομικά και ιδεολογικά θεμέλια της Τουρκικής Δημοκρατίας. Όχι απλώς και μόνο του Κεμαλισμού, ή της κληρονομιάς του Ινονού, αλλά αυτή καθ’ εαυτή η θεμελίωση της τουρκικής δημοκρατίας.

Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία γιατί θέτει σε αμφιβολία τη συμμετοχή της Τουρκίας στο δυτικό σύστημα, όχι επειδή αυτό θα καταλήξει σε μια αποχώρηση, αλλά επειδή η Τουρκία προβάλει με πάρα πολλούς τρόπους το αίτημα της αναγνώρισης της ιδιομορφίας της, δηλαδή των ιδιαιτέρων προβλημάτων ασφάλειας που αντιμετωπίζει στην πάνω γραμμή των συνόρων της. Στα σύνορά της με τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, κυρίως σε σχέση με την προοπτική εδαφικού ακρωτηριασμού μέσω της δημιουργίας ενός κουρδικού κράτους. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία και για τη συζήτηση που έχει ανοίξει σε σχέση με την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης που για τον πρόεδρο Ερντογάν είναι πρωτίστως αμφισβήτηση των ιστορικών θεμελίων της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η αμφισβήτηση δεν αφορά πρωτίστως τα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, δηλαδή την κυριαρχία επί των νήσων του Αιγαίου, ή τα ζητήματα των στενών.

Αφορά πρωτίστως άλλα κεφάλαια του πλέγματος Συνθηκών της Λωζάννης, γιατί πρέπει να φέρουμε στη μνήμη μας ότι με τη Συνθήκη της Λωζάννης έχουν ρυθμιστεί θέματα που αφορούν την Αίγυπτο, το Σουδάν, τη Συρία, το Ιράκ, άρα όλες αυτή τη στιγμή τις εμπόλεμες ή ρευστές περιοχές στις οποίες συντελείται στρατηγικός αναβρασμός. Αμφισβητείται η κρατικότητα, αμφισβητούνται τα σύνορα, αμφισβητείται ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε σε επιμέρους κρατικές οντότητες το αραβικό έθνος. Και μέσα σε όλα αυτά αμφισβητείται βεβαίως η θέση της Τουρκίας με την έννοια πως πρόκειται για ένα κράτος ισλαμικής ταυτότητας, αλλά όχι αραβικής. Κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη διεκδίκηση περιφερειακών ρόλων.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η Ελλάδα υφίσταται πρόσθετες πιέσεις. Πιέσεις που αφορούν κατ’ αρχάς την απομείωση σημαντικών παραμέτρων της εθνικής της ισχύος, λόγω της μακράς οικονομικής κρίσης και επιπλέον την ανάγκη διαχείρισης των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών που συνδέεται άμεσα με την κατάσταση της Τουρκίας, συνδέεται άμεσα με τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας και τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας.

Όλα δε αυτά βασισμένα σε μια παραδοχή η οποία ισχύει τα τελευταία πολλά χρόνια στην Ελλάδα πως προσβλέπουμε στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και τη στηρίζουμε. Η συνέχεια αυτού του δόγματος είναι ότι η επαφή της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και πρωτίστως η ένταξή της περνάει μέσα από την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά αυτό προϋποθέτει ότι έχουμε μια Τουρκία που επιμένει στην Ευρωπαϊκή επιλογή, κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο και καθόλου δεδομένο.

Άρα τίθεται σε αμφιβολία πλέον μια παραδοχή η οποία είχε και στοιχεία ευσεβούς πόθου, η οποία επικράτησε για πάρα πολλά χρόνια. Σε όλα αυτά το ερώτημα που θέτει ο πρέσβης κ. Μαλλιάς, το καίριο ερώτημα είναι εάν μπορούμε να επανατοποθετηθούμε στρατηγικά με απλό τρόπο.

Αν μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι η λύση στα μεγάλα στρατηγικά ερωτήματα που θέτει η νέα εποχή μπορεί να είναι η επιστροφή στις θεμελιώδεις επιλογές της μεταπολίτευσης, δηλαδή στις θεμελιώδεις επιλογές της στρατηγικής Κωνσταντίνου Καραμανλή που εν τέλει και κατ’ αποτέλεσμα απεδέχθη και συνέχισε ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιατί, ας μην γελιόμαστε, το μεγάλο επίτευγμα της μεταπολίτευσης στον κρίσιμο τομέα της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, είναι ότι τελικά μέσα από τις επιλογές Καραμανλή και τις παραδοχές που έκανε εν τέλει ο Ανδρέας Παπανδρέου έχουμε μια ενιαία στρατηγική. Εμφανίζονται αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις τις δεκαετίες που ακολουθούν, αλλά αυτός είναι ο άξονας ο οποίος μας καθοδηγεί.

Αυτό είναι ένα σύστημα του οποίου – θα μου επιτρέψετε να πω – αρχιτέκτονας είναι ο Πέτρος Μολυβιάτης και νομίζω ότι από την άποψη αυτή δεν είναι μια συναισθηματική κίνηση, αλλά είναι μια ιστορική υποχρέωση η αφιέρωση του δοκιμίου του κ. Μαλλιά στον Πέτρο Μολυβιάτη. Αλλά και αυτό το σύστημα πρέπει να το επαναξιολογήσουμε τώρα, να δούμε τι συμβαίνει μετά από το πρωτόκολλο της Βέρνης που εγώ θα το εκλάβω ως αφετηρία αυτής της στρατηγικής, μετά από την προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και παράλληλα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με ασφαλιστικά μέτρα και κύρια προσφυγή το 1977. Τι έγινε στη συνέχεια με την κρίση του 1987 στη θέση Μπάμπουρα, τι έγινε με το μνημόνιο Παπούλια – Γιλμάζ και με τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τα οποία ο παριστάμενος επίτιμος αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας τα έχει χειριστεί και επί υπουργίας μου στο ΥΠΕΘΑ με πάρα πολύ εύστοχο τρόπο. Τι έγινε με την κρίση των Ιμίων, τι έγινε με την προσθήκη των λεγομένων Γκρίζων ζωνών ως την πλέον ακραία και απαράδεκτη μονομερή διεκδίκηση της τουρκικής πλευράς.

Και τι γίνεται με τις λεγόμενες διερευνητικές επαφές τα τελευταία 15 χρόνια, γιατί οι διερευνητικές επαφές κινούνται σε αλλεπάλληλους γύρους από το 2002 και μετά με τρόπο που δεν θα ήθελα τώρα να αναφέρω υπό την πίεση μιας παρουσίασης βιβλίου.

Θα έλεγα ότι η καμπύλη της μεταπολιτευτικής περιόδου έχει πολλά θετικά. Και το μείζον θετικό είναι ότι είτε αποφύγαμε κρίσεις μείζονος σημασίας, είτε εκτονώσαμε εν τέλει κρίσεις μείζονος σημασίας, όχι χωρίς κόστος. Και τη μακρά περίοδο Ερντογάν, δηλαδή τα τελευταία 15 χρόνια, δεν είχαμε μείζονα κρίση. Αυτό είναι η μεγαλύτερη εισφορά της περιόδου Ερντογάν σε αυτή τη μεγάλη καμπύλη της μεταπολίτευσης.

Αλλά από την άλλη μεριά αυτά τα 43 χρόνια έχουμε πολλά αρνητικά. Έχουμε διεύρυνση του καταλόγου των μονομερών τουρκικών αμφισβητήσεων. Έχουμε κατ’ αποτέλεσμα moratorium και λόγω του πρωτοκόλλου της Βέρνης στην αξιοποίηση των θαλασσίων ζωνών, διότι τελικά ούτε σε επέκταση των χωρικών υδάτων έχουμε πάει, ούτε σε οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας. Θέσαμε στους γύρους των διερευνητικών επαφών μετά το 2013 το ζήτημα της οριοθέτησης και της ΑΟΖ. Της οριοθέτησης όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει μεγάλη σημασία να έχουμε ενιαία προσέγγιση Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου, ιδίως για το νησιωτικό συγκρότημα του Καστελορίζου και το συνολικό μήκος της ελληνικής ακτογραμμής που είναι κρίσιμος παράγοντας κατά τη νομολογία. Είχαμε μεταβολή επί τα χείρω του δημογραφικού και στρατιωτικού ισοζυγίου. Θυμίζω ότι η Τουρκία το 1974 είχε πληθυσμό 38,3 εκατομμύρια και το 2017 έχει πάνω από 80 εκατομμύρια. Η Ελλάδα είναι σταματημένη γύρω στα 10 εκατομμύρια. Ας θυμηθούμε ότι το 1922 ο ελληνικός πληθυσμός ήταν 7 εκατομμύρια και ο τουρκικός ήταν 13, για να έχουμε μια σχέση δημογραφική η οποία πηγαίνει από το 1922 στο 1974 και από το 1974 στο 2017.

Δεν θα μιλήσω τώρα για το στρατιωτικό ισοζύγιο. Υπάρχει επίσης ένα ζήτημα καμπύλης των ρωσο-τουρκικών και των ρωσο-ισραηλινών σχέσεων, ακόμη και των ρωσο-αιγυπτιακών σχέσεων που πρέπει αν μη τι άλλο να μας απασχολήσει πάρα πολύ σοβαρά.

Το κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα, το έχουμε συζητήσει με τον αγαπητό και σεβαστό Πέτρο Μολυβιάτη πολλές φορές κατ’ ιδίαν, αλλά νομίζω ότι είναι ένα δημόσιο ερώτημα, είναι: Υπέρ ποιου τρέχει ο ιστορικός χρόνος; Τρέχει υπέρ ημών; Τρέχει υπέρ της Τουρκίας; Μήπως δεν τρέχει υπέρ κανενός; Μήπως τρέχει εις βάρος της περιφερειακής σταθερότητας;

Είναι ένα ερώτημα που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή, όταν ξεπεράσουμε τις φοβίες και τις αγκυλώσεις και του δημόσιου λόγου που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτος για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, αλλά και του επιστημονικού, θα έλεγα, του τεχνοκρατικού γενικότερα λόγου γύρω από τα θέματα αυτά.

Το γεγονός ότι τώρα πλέον είναι οξύ το πρόβλημα του πολυεπίπεδου διχασμού της τουρκικής κοινωνίας, πολιτισμικού, θρησκευτικού, εθνοτικού και αυτό το διαχειρίζεται ο Ερντογάν και το κόμμα του έτσι ώστε να συγκροτεί πάντα μεγάλη πλειοψηφία, αλλά όχι πλειοψηφία που υπερβαίνει την απειλή, δηλαδή το 50%, πρέπει να μας απασχολήσει. Πρέπει να μας απασχολήσει το ενδεχόμενο να συγκροτηθεί μια υπερμεγέθης πλειοψηφία στη διαχείριση στρατηγικών θεμάτων, στην οποία θα μετέχει και AKP, αλλά και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, υπό την πίεση του τρομοκρατικού κινδύνου και υπό την πίεση της δημιουργίας κουρδικού κράτους.

Μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι όχι με μια πολιτικά διαλυμένη Τουρκία, αλλά με μια Τουρκία που εμφανίζει ξαφνικά, εκ του πλαγίου, μια υπερενισχυμένη πολιτική ενότητα υπό την πίεση αυτών των εξελίξεων. Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς πώς διαμορφώνεται η πολλαπλή κρίση της Τουρκικής στρατηγικής στη Συρία. Στη Συρία η Τουρκία έκανε όλες τις επιλογές που διαψεύστηκαν και η πολλαπλή διάψευση τώρα, δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες ελλείψει χρόνου, την οδηγεί σε μια ριζική επανεξέταση η οποία προϋποθέτει και διαφορετική οργάνωση του εσωτερικού της μετώπου.

Θεωρώ ότι και μετά το αδιέξοδο, πάντως την ανάγκη επανατοποθέτησης των ζητημάτων στο Κυπριακό, μετά την εμπειρία του Κραν Μοντανά, διασφαλίστηκαν οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας. Δεν έχουν θιγεί εκ του λόγου αυτού οι δίαυλοι επικοινωνίας. Αυτό είναι ένα κρατούμενο πάρα πολύ σημαντικό.

Πολύ βιαστικά, για να τελειώνω, εκ καθήκοντος ιστορικού θέλω να υπενθυμίσω, ή να πληροφορήσω, ότι την περίοδο 2010-2015 έγιναν μια σειρά από λεπτές κινήσεις οι οποίες προσπαθούν να εμπλουτίσουν το σκηνικό των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το πρώτο είναι η νέα δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ, όπως διαμορφώθηκε το 2011. Η κατάργηση του αεροπορικού στρατηγείου της Σμύρνης και η αντικατάστασής του από χερσαίο στρατηγείο, οδήγησε μέσα από μια αλληλουχία ρυθμίσεων στο να μην υπάρχουν τουρκικές παρενοχλήσεις με νατοϊκό καπέλο στο Αιγαίο πάντως σε μια αλλαγή πολύ σημαντική σε σχέση με την ιστορία της μεταπολίτευσης.

Με το Ν. 4001/2011 θέσαμε τα απώτατα όρια της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ που ταυτίζονται. Πριν την ανακήρυξη της ΑΟΖ και πριν την οριοθέτηση με τις παρακείμενες και αντικείμενες χώρες. Και κινήσαμε τη διαδικασία ερευνών. Έστω ερευνών σε μη ενοχλητικές, εντός εισαγωγικών, περιοχές, αλλά πάντως ερευνών.

Έγινε προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του αντικειμένου των διερευνητικών επαφών με την προσθήκη της Ανατολικής Μεσογείου και την προσθήκη της ΑΟΖ.

Άλλαξαν οι δηλώσεις που έχει καταθέσει η Ελληνική Δημοκρατία για τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαίου της Θάλασσας, του Αμβούργου.

Και οργανώσαμε τη σχέση με την Αίγυπτο μετά την πτώση Μόρσι και την άνοδο Σίσι με πάρα πολύ εστιασμένο τρόπο και με πυκνές κινήσεις, ώστε να έχουμε τώρα δυο τρίγωνα, αντί για ένα. Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ, Ελλάδα – Κύπρος – Αίγυπτος.

Παρ’ όλα αυτά η λύση ποια είναι; Τι σημαίνει αποτρεπτική πολιτική και ποιο είναι το κόστος; Αυτά είναι ωραία στη γενική τους διατύπωση, είναι κάπως προβληματικά στην εξειδίκευσή τους. Σημαίνει κλιμάκωση εξοπλισμών για να διατηρούμε μια ισορροπία;

Σημαίνει ότι μπορεί να σταματήσουμε την αναμονή, την αποτρεπτική αναμονή η οποία έχει, όπως σας είπα, διαμορφώσει καταστάσεις και μας έχει οδηγήσει σε διολισθήσεις στρατηγικές τα τελευταία 43 χρόνια ή πρόκειται να πάρουμε πρωτοβουλίες εκτός του πλαισίου αυτού;

Η σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες τι σημαίνει; Ότι θα περιμένουμε μια επιδιαιτησία, ή μια εγγυητική πρωτοβουλία; Την έχουμε ζήσει πολλές φορές. Αυτή αποτυπώνεται στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1977. Δηλαδή στην πρόσκληση προς τις δυο πλευρές να απέχουν από ενέργειες οι οποίες μπορεί να διαταράξουν την περιφερειακή σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή. Αυτό είναι moratorium. Πρέπει να δούμε τι σημαίνουν όλα αυτά.

Και βέβαια πώς εισπράττει η Τουρκία εσωτερικά τον κίνδυνο ακρωτηριασμού και την αμφισβήτηση της λαϊκότητάς της. Του secular χαρακτήρα της.

Δεν μπορούμε να δώσουμε τις απαντήσεις εύκολα και κυρίως δεν μπορούμε να δώσουμε τις απαντήσεις prima vista και δημόσια. Αλλά έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να σκεφτόμαστε με έναν πιο σύνθετο ιστορικό τρόπο.

Και από την άποψη αυτή πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντική η συμβολή του κ. Μαλλιά και είναι πραγματικά ευτυχής η στιγμή που βρισκόμαστε εδώ, όχι μόνο μεταξύ φίλων, αλλά και μεταξύ ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τα λεγόμενα, αλλά και αυτά τα οποία υφέρπουν, τις υπόρρητες αναφορές που γίνονται στη συζήτηση αυτή, οι οποίες πρέπει να καταστούν ρητές σε μια οργανωμένη θεσμική συζήτηση για την εθνική στρατηγική που πρέπει πάντα να είναι εθνική, συναινετική και μακράς πνοής.

Σας ευχαριστώ πολύ. 

 

«Στον αστερισμό του Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ: Η Νέα Τουρκία και Εμείς» from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2017