Αθήνα, 20 Δεκεμβρίου 2017

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Λυκούδη, «Δρόμοι Αριστεροί, Διαψεύσεις Προσδοκίες» (Εκδόσεις Ινδικτος) 

 

Φίλες και φίλοι, ο Σπύρος Λυκούδης είναι ένα εμβληματικό πρόσωπο της ανανεωτικής, μεταρρυθμιστικής, φιλοευρωπαϊκής, δημοκρατικής Αριστεράς. Επιμένει στα επίθετα αυτά. Έχει αφομοιώσει το πολιτικό ύφος, το κλίμα θα έλεγα του ΚΚΕ Εσωτερικού, και συμφωνώ με τον Γιάννη Βούλγαρη που μας είπε ότι η κληρονομιά του ΚΚΕ Εσωτερικού, της Ανανεωτικής Αριστεράς των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης είναι αισθητικού χαρακτήρα. Και, η αλήθεια είναι ότι εάν δεν εκπληρωθούν οι αισθητικές πρωτίστως προϋποθέσεις για την Ελλάδα του μέλλοντος, θα δυσκολευτούμε δραματικά να οργανώσουμε τα επόμενα βήματα και να επανέλθουμε στην κανονικότητα.

Ο Σπύρος Λυκούδης είναι πιστός. Είναι πιστός στην Ανανεωτική Αριστερά και τις ιδέες του, είναι πιστός στους παλιούς του συντρόφους και τους φίλους του και, ίσως, πολλές φορές, υπερβολικά πιστός. Διστακτικός στο να κάνει ρήξεις στις σχέσεις του με ανθρώπους τις οποίες, ευτυχώς, έκανε στο τέλος, γιατί πάντα πρέπει να προτάσσονται οι ιδέες και οι πεποιθήσεις. Και απέδειξε με τον τρόπο αυτό ότι είναι ένας πολιτικός που κινείται με βάση την ευθύνη του, την ηθική της ευθύνης του, και όχι την ηθική της πεποίθησης που χαρακτηρίζει την Αριστερά, η οποία ενεργεί στο όνομα των πεποιθήσεών της και αυτή η ολιστική αντίληψη είναι που οδηγεί πολλές φορές στην ολοκληρωτική πρακτική.

Αναφέρομαι στη ρήξη με τον Φώτη Κουβέλη, στο γεγονός ότι αγωνίστηκε ο Σπύρος να αποτρέψει την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την τρικομματική κυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ τον Ιούνιο του 2013. Όλα αυτά καταγράφονται στο βιβλίο, το οποίο είναι ιστορικό ντοκουμέντο. Έκανε επίμονη προσπάθεια να επιτευχθεί η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας τον Δεκέμβριο του 2014 ώστε να μην οδηγηθεί η χώρα στις εκλογές και στην περιπέτεια όχι μόνον του πρώτου τραγικού εξαμήνου του 2015, αλλά όλης της τριετίας που κινδυνεύει να εξελιχθεί σε τετραετία με διαρθρωτικές βλάβες στην οικονομία, την κοινωνία και τους θεσμούς που θα καταδιώκουν επί δεκαετίες τη χώρα, την κοινωνία και τις επόμενες γενιές, δυστυχώς. Και χαίρομαι γιατί μέσα στο βιβλίο αυτό επιβεβαιώνεται εν είδει ιστορικής μαρτυρίας η κοινή προσπάθειά μας, του Σπύρου και η δική μου να διοργανώσουμε έτσι την κοινοβουλευτική διαδικασία και τους συσχετισμούς ώστε να καθίσταται εφικτή η εκλογή ενός προοδευτικού, αριστερού Προέδρου της Δημοκρατίας στο πρόσωπο του Φώτη Κουβέλη. Κάτι που θα ήταν μια διαφορετική εκδοχή για την Ιστορία της χώρας το 2015, και από το 2015 έως σήμερα. 

Συνεργάστηκε με το ΠΟΤΑΜΙ. Εντάξει. Δεν θα κάνω κάποιο σχόλιο για το γεγονός ότι δεν συνεργάστηκε, τότε, με την Δημοκρατική Παράταξη. Εμείς επιμέναμε στη συνεργασία με τη ΔΗΜΑΡ από το 2012 και επιμέναμε στο σχηματισμό κυβέρνησης από τον Μάιο του 2012, όταν θα μπορούσαμε να έχουμε την συμβολική σχετική πλειοψηφία στον σχηματισμό της τρικομματικής κυβέρνησης με τη ΝΔ να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο και λίγο κάτω αριθμητικά από το άθροισμα των δύο κομμάτων, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ. Διετύπωσε από τότε με σαφήνεια το στόχο του για έναν ευρύτερο φορέα της Κεντροαριστεράς, που την ορίζει πάντα ως προοδευτική και μεταρρυθμιστική δημοκρατική παράταξη.

Το παιχνίδι της Δημοκρατικής παράταξης προγραμματικά παίζεται στη διαφορά μεταξύ αυτού που λέμε Αλλαγή και αυτού που λέμε Μεταρρύθμιση. Γιατί η Μεταρρύθμιση είναι ένας εξαιρετικά επικίνδυνος και δύσπεπτος όρος. Γιατί, μπορεί να σημαίνει μια προσπάθεια την οποία δεν είχε συνηθίσει ο ελληνικός λαός τις καλές εποχές της Αλλαγής. Και όταν λέω «αλλαγή», εννοώ την δεκαετία του 1980, εννοώ το γενετικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ, του Ανδρέα Παπανδρέου, δηλαδή, την Αλλαγή του 1981.

Διετύπωσε με σαφήνεια την πρότασή του για έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη προς τον ενιαίο φορέα, με διαφορετική σειρά, δεν έχει σημασία. Προτιμούσε να ιδρυθεί ο φορέας, να γίνει το ιδρυτικό συνέδριο και μετά να εκλεγεί ο αρχηγός, αλλά, είναι σημαντικό ότι έχει προχωρήσει η διαδικασία αυτή, και ολοκληρώθηκε η διαδικασία και υπάρχει ο αρχηγός. Είναι εδώ η Φώφη, σήμερα μαζί μας, η επικεφαλής του ενιαίου φορέα.

Το κυριότερο, έδωσε με σταθερότητα τον κοινοβουλευτικό του αγώνα, κατά της συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το τραγικό πρώτο εξάμηνο του 2015, την περίοδο του δημοψηφίσματος που παραβίασε και εκβίασε όλες τις ευρωπαϊκές, δημοκρατικές προδιαγραφές ενός κανονικού δημοψηφίσματος όπως τις έχει κωδικοποιήσει το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Επιτροπή Βενετίας. Μίλησε με παρρησία για την συμφωνία της 12ης Ιουλίου του 2015 και το τρίτο μνημόνιο που ψηφίστηκε από την αντιπολίτευση χωρίς να υπάρχει δεδηλωμένη πλειοψηφία της τότε κυβέρνησης. Και, βέβαια, αγωνίστηκε και αγωνίζεται έκτοτε για την προστασία των θεσμών με αφορμή τις τηλεοπτικές άδειες, τις επιθέσεις στη Δικαιοσύνη. Αγωνίζεται ως Αντιπρόεδρος της Βουλής και μέλος της Διάσκεψης των Προέδρων, αγωνίζεται ως μέλος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας στην οποία έχω τη χαρά να είμαι μαζί του.

Τώρα, βεβαίως, έχουμε, όπως είπα και προηγουμένως, μια νέα κατάσταση. Ο νέος φορέας υπάρχει, έχει όνομα, έχει επικεφαλής. Δεν υποτιμώ, πραγματικά, καθόλου τα οργανωτικά βήματα, ούτε τη συστράτευση των προσώπων, ούτε την τήρηση των πολιτικών και ηθικών δεσμεύσεων των υποψηφίων στη διαδικασία εκλογής αρχηγού πως θα αποδεχθούν το αποτέλεσμα και θα υποταχθούν σε αυτό. Και δεν υποτιμώ καθόλου και τους θετικούς οιωνούς που υπάρχουν. Χαίρομαι, άλλωστε, ιδιαίτερα γιατί όλα αυτά υπήρχαν ως προτύπωση στο εγχείρημα της ΕΛΙΑΣ στις Ευρωεκλογές του 2014, στις προτάσεις μας προς τη ΔΗΜΑΡ και βέβαια χαίρομαι ακόμη περισσότερο γιατί τώρα όλοι πια συνομολογούν ότι χωρίς το ΠΑΣΟΚ δεν γίνεται, δεν γινόταν ποτέ. Το αποσυνάγωγο ΠΑΣΟΚ.

Όμως, φίλες και φίλοι, το πρόβλημα της χώρας εξακολουθεί να μην είναι συμβατικό. Το ελληνικό εθνικό ζήτημα είναι δυστυχώς εξαιρετικά βαθύ. Και, αφορά τη δυνατότητα και τη βούληση, πρωτίστως, της κοινωνίας να υιοθετήσει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Μέχρι τώρα, η σαφής πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας κινείται αντιμεταρρυθμιστικά, αντισυστημικά και χρειάζεται πολύ μεγάλος αγώνας προκειμένου να πείσεις το κρίσιμο ποσοστό που χρειάζεσαι για την ανάγκη να υιοθετηθεί με συνέπεια το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα. Ακόμη και στο εσωτερικό του μπλοκ των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων που θέλουν μια χώρα κανονική μέσα στην Ευρώπη, μέσα στην Ευρωζώνη, υπάρχουν πολίτες που κατά βάθος δεν αποδέχονται τη μεταρρυθμιστική στρατηγική στα επιμέρους ζητήματα. Συνιστούν θύλακα αντίστασης είτε σε κλαδική είτε σε τοπική είτε σε ατομική βάση. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να την κατανοήσουμε για να μπορέσουμε να την αντιμετωπίσουμε.

Ασχολούμαστε με μια πολιτική σφαίρα που είναι πολύ σημαντική αλλά από μόνη της δεν οδηγεί σε ασφαλή και ολοκληρωμένα συμπεράσματα. Είναι σημαντικό να έχουμε δημοσκοπήσεις, αλλά, όταν βλέπουμε τις συσπειρώσεις των κομμάτων και τις «δοσοληψίες» μεταξύ κομμάτων, τις ροές από κόμμα προς κόμμα, τότε, αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε. Μιλάμε πάρα πολύ για τις μελλοντικές κυβερνητικές συνεργασίες ενώ προτάσσονται άλλα ζητήματα. Βεβαίως, έχει πολύ μεγάλη σημασία να συγκροτηθεί αυξημένη πλειοψηφία αλλαγής και σταθεροποίησης του εκλογικού συστήματος. Βεβαίως πρέπει να υπάρχει στην επόμενη Βουλή αυξημένη πλειοψηφία για την επίτευξη προεδρικής εκλογής.

Αλλά, ενώ εμείς ασχολούμαστε με όλα αυτά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ διαμορφώνει την ατζέντα της συζήτησης. Διαμορφώνει το πεδίο της πολιτικής. Με έναν τρόπο που αδικεί τη χώρα και την καθηλώνει. Γιατί, αυτό το πεδίο όπως το προσδιορίζει η κυβέρνηση, εμφανίζει μια εικόνα κυβερνητικής πλειοψηφίας που κάνει delivery ως πειθήνιος συνεργάτης των εταίρων. Εμφανίζει ένα δημοσιονομικό success story που φτάνει στην καθαρή έξοδο χωρίς εγγυήσεις ασφαλείας. «Καθαρή έξοδο» στο πουθενά. Κάτι το οποίο, συνεχίζοντας το διάλογο που είχα στη Βουλή με τον κ. Τσακαλώτο, θα το τεκμηριώσω περισσότερο τις επόμενες μέρες για να έχουμε αριθμητική συνείδηση του πού βρισκόμαστε και του πού πάμε. Γιαυτό είπα, «κρατήστε την προληπτική πιστωτική γραμμή του Νοεμβρίου του 2014 για να έχουμε συγκριτικό στοιχείο με αυτό που θα συμβεί τον Αύγουστο του 2018». Οι κοινωνικές παροχές μέσα από την αναδιανομή της μιζέριας, λόγω υπερπλεονάσματος και υπερφορολόγισης είναι το επίκεντρο όλης της συζήτησης, της «νεοπελατειακής» συζήτησης. Και, το «ηθικό πλεονέκτημα». Το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα. Πάλι η συζήτηση για τη διαφάνεια, για την «παλαιά» διαπλοκή κι όχι για τη νέα διαπλοκή. Και η επίθεση στους θεσμούς. Εσωτερικός εχθρός είναι η αποδεκατισμένη μεσαία τάξη, η αντιπολίτευση, η δικαιοσύνη, γενικά οι θεσμοί και όπως είπα και στη Βουλή, οι επόμενες εκλογές θα γίνουν υπό συνθήκες θεσμικής ρήξης με αφορμή την αναθεώρηση του Συντάγματος, το αναθεωρητικό δημοψήφισμα και την επίθεση στη δικαιοσύνη.

Όλα αυτά γίνονται, ενώ, όπως ειπώθηκε, είναι ναρκοθετημένη η επόμενη περίοδος. Η επόμενη περίοδος όχι μόνο μέχρι το 2022, όπου τα πράγματα είναι πια πανηγυρικώς διατυπωμένα και ψηφισμένα, έχουμε δημοσιονομικούς φραγμούς, στόχους για υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις για μέτρα δημοσιονομικά που αφορούν τις συντάξεις και το αφορολόγητο όριο. Αλλά δεν είναι μόνο η δημοσιονομική στενότητα. Είναι η χρηματοπιστωτική καχεξία, γιατί χωρίς εθνική αποταμίευση και λειτουργικές τράπεζες δεν έχεις ρευστότητα, δεν έχεις ανάπτυξη, δεν έχεις επενδύσεις. Έχουμε την αναιμική ανάπτυξη που είναι καλολογικό στοιχείο. Στην πραγματικότητα έχουμε αυτό που έχω πει, στασιμοχρεοκοπία: δεν καταρρέεις αλλά είσαι στην επιφάνεια του νερού, δεν βυθίζεσαι αλλά και δεν απογειώνεσαι. Και βέβαια έχουμε, αυτό που όλοι ξέρουμε, μνημόνιο 4 με μέτρα και επιτήρηση χωρίς χρηματοοικονομική κάλυψη. Δήθεν θα έχουμε ένα buffer με πόρους του ESM που δεν προκύπτει από πουθενά.  

Όλα αυτά, όπως αντιλαμβάνεστε, συμβαίνουν γιατί υπάρχει μια αμφιθυμία την οποία δεν μπορεί να υπερβεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Και βεβαίως το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ χρειάζεται να κλείνει το αντισυστημικό μάτι συνεχώς. Δεν μπορεί να το κάνει αυτό αξιόπιστα στην οικονομική πολιτική, το κάνει όμως σε όλα τα άλλα πεδία πολιτικής. Και αυτό σε συνδυασμό με μία δήθεν «ταξική πολιτική» που σημαίνει ότι «έχω στόχο το κατάλοιπο της μεσαία τάξης», το οποίο το παρουσίασε εχθές στην ομιλία του ο Υπουργός των Οικονομικών και μας είπε ότι είναι αυτό που έχει εισόδημα κατά μέσο όρο 20.00- 21.000 ευρώ το χρόνο. Αυτό είναι ο ιδεότυπος της μεσαία τάξης τώρα στη συνείδησή τους.

Το καθήκον λοιπόν της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης είναι να αποκτήσει προγραμματική ηγεμονία. Να θέσει την πραγματική ατζέντα με ευθύ και αντισυμβατικό τρόπο. Να εκφράσει τις νέες δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας. Να επαναλάβει και να αποδείξει ότι υπάρχει ένας μόνο πατριωτισμός, ο εθνικός πατριωτισμός και όχι ο κομματικός πατριωτισμός. Είδαμε τι συνέβη στη Γερμανία με την επιλογή του SPD και πως έχουν έρθει τα πράγματα τώρα ώστε η πίεση να εστιαστεί στο SPD και στη συμμετοχή του στην κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού. Την οποία θέλει μέχρι και ο κ. Τσίπρας, οποίος μεσολαβεί ως ευρωπαϊκός παράγων, ώστε ο Μάρτιν Σούλτς να συμφωνήσει με την Άνγκελα Μέρκελ. Είναι πια στο club αυτό ο κ. Τσίπρας και μετέχει στη διαπραγμάτευση! Άλλωστε ο κ. Γιούνκερ είπε σήμερα πως είναι ένα ωραίο παράδειγμα και για την Αυστρία η Ελλάδα. Ότι θα συνεργαστεί με την αυστριακή ακροδεξιά που μετέχει στην κυβέρνηση όπως συνεργάζεται και με την ελληνική ακροδεξιά που μετέχει στην κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ, τα τελευταία τρία χρόνια.

Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει αρραγές μέτωπο κατά του εθνικολαϊκισμού. Πρέπει να υπερασπιζόμαστε την περίοδο 2010-2015, και να μην τη χαρίζουμε στη ΝΔ. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Να υπερασπιζόμαστε τους θεσμούς, το κράτος δικαίου, τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Γιατί ο επαναπατρισμός των ψηφοφόρων δεν θα γίνει με τη δική μας προσχώρηση στη λογική του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε με την ανακύκλωση των προ-κρίσης πρακτικών.

Φίλες και φίλοι, επειδή μιλάμε για τη σοσιαλδημοκρατία τώρα που είναι το κοινό αγαθό, πρέπει να σας πω ότι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι δυστυχώς εξαιρετικά βαθύ. Και είναι εξαιρετικά βαθύ γιατί η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη είναι σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό κυβερνητική. Μετέχει σε διαφόρους τύπους κυβερνήσεων ή διεκδικεί τη συμμετοχή της είτε σε αυτοδύναμες κυβερνήσεις, είτε σε κυβερνήσεις συνεργασίας ως πρώτος ή δεύτερος εταίρος. Όμως οι ευρωπαϊκές πολιτικές από το Μάαστριχτ και μετά, δηλαδή από το 1992 και μετά, είναι σε μεγάλο βαθμό κλειδωμένες. Υπάρχει νομικά επιβεβλημένη πολιτική την οποία έχει αποδεχθεί ιστορικώς από τότε η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Και υπάρχουν κλειδωμένες ανισότητες μεταξύ των κρατών- μελών. Και σε αυτό υποτάσσονται εθνικά δεδομένα συγκυριακά και εκλογικά με μία πολυτυπία η οποία δεν σου επιτρέπει να βγάλεις εύκολα συμπέρασμα γενικά για τη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Διότι στη Γερμανία η γερμανική σοσιαλδημοκρατία πιέζεται να μετάσχει σε έναν μεγάλο συνασπισμό και κυβερνά ακόμη, μέσω της παλιάς κυβέρνησης. Στη Σουηδία ελέγχει την κατάσταση και έχει τον Πρωθυπουργό. Στο Ηνωμένο Βασίλειο περιμένει να γίνουν εκλογές για να χάσει η κα. Μέι. Στην Πορτογαλία έχει κάνει συνεργασία με τις δυνάμεις την κομμουνιστικής αριστεράς και του αντιμνημονιακού μετώπου, με επιτυχία πρέπει να πω, διότι ξέρει να διαχωρίζει την κυβερνητική πρακτική από τον πολιτικό λόγο. Στην Ιταλία βλέπουμε να ηττάται το εγχείρημα και να βγαίνει στην επιφάνεια η ευρύτατη συντηρητική παράταξη έως την ακροδεξιά, με τις εκδοχές και του Μπερλουσκόνι και του Πέπε Γκρίλο. Για να μην φέρω άλλα παραδείγματα από τη γειτονιά μας όπως είναι η Ρουμανία κοκ 

Άρα, το παιχνίδι της Σοσιαλδημοκρατίας, της Κεντροαριστεράς, της μεγάλης προοδευτικής μεταρρυθμιστικής παράταξης κρίνεται εθνικά. Και όταν κρίνεται εθνικά μπορείς να αποκτήσει δικαίωμα λόγου και στα ευρωπαϊκά πράγματα. Και για μας κρίνεται, όπως είπα, στο ερώτημα εάν θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε προγραμματική ηγεμονία και να διαμορφώσουμε την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, ανατρέποντας την ημερήσια διάταξη που έχει επιβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ και που στην πραγματικότητα καθηλώνει τον ορίζοντα της χώρας. Κάτι που είναι πολύ πιο επικίνδυνο από οποιοδήποτε εκλογικό και συγκυριακό ζήτημα.

Και χαίρομαι γιατί ο Σπύρος Λυκούδης με την παρουσία του και το βιβλίο του μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε σήμερα αυτή τη συζήτηση, όχι για το παρελθόν, αλλά για το μέλλον. Όχι για τις διαψεύσεις αλλά για τον κίνδυνο των μελλοντικών διαψεύσεων και για την ανάγκη αυτές να μετατραπούν σε προσδοκίες.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

20.12.2017, Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Λυκούδη from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Tags: Κεντροαριστερά | Προοδευτικό ΚέντροΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2017